Στη Χαλκιδική, η μαζικότητα οδηγεί τις υποδομές στα όριά τους
Ανάμεσα σε χαμηλού κόστους και πολυτελή τουρισμό, όλη η χερσόνησος δοκιμάζει τα όριά της, χωρίς σχέδιο
Όσοι (πολλοί) έχουμε εξοχικά στην Κασσάνδρα, κάθε Μάιο την επισκεπτόμαστε για τα γνωστά: να ανοίξει το σπίτι, να αεριστεί, να φανεί τι άφησε πίσω του ο χειμώνας. Βέβαια η περιοχή, πριν καν μπει η σεζόν, ήταν ήδη έτοιμη να παρουσιάσει το κακό της πρόσωπο. Για πρόγευση, τεράστιοι σωροί απορριμμάτων έξω από την Ποτίδαια και χυμένα βρωμόνερα στη Σίβηρη. Παρακάτω, παντού λακκούβες, ξεθωριασμένες διαγραμμίσεις, χόρτα στα ρείθρα, ανύπαρκτη σήμανση, δάση γεμάτα εύφλεκτη βιομάζα, φωτισμός που δεν λειτουργεί. Το ίδιο σκηνικό, κάθε χρόνο. Πριν έρθει το καλοκαίρι, που εξαφανίζει όλα τα προβλήματα. Όλα;
Όταν αναφερόμαστε στη Χαλκιδική, μιλάμε για έναν επίγειο παράδεισο. Παραλίες ασυναγώνιστες. Νερά ζεστά. Πεύκο μέχρι το κύμα. Μορφολογία αμφιθεατρική. Νόστιμο ψάρι. Γεωγραφία που ικανοποιεί από τον πιο βολικό μέχρι τον πιο απαιτητικό επισκέπτη. Ωστόσο το ζήτημα δεν είναι η όψη της Χαλκιδικής. Το ζήτημα είναι το μέλλον της.
Το 2025 υπήρξε χρονιά-ρεκόρ για τον ελληνικό τουρισμό: εισπράχθηκαν πάνω από 23 δισ. ευρώ. Η Χαλκιδική διατήρησε τη θέση της ως κεντρικός πυλώνας της Βόρειας Ελλάδας: την επισκέφθηκαν πάνω από 1,3 εκατομμύρια ξένοι. Περίπου άλλοι τόσοι Έλληνες, αν συνυπολογίσουμε τους δικούς μας επισκέπτες και μόνιμους παραθεριστές. Αεροπορικές αφίξεις αυξημένες. Πληρότητες που άγγιξαν το 95%. Έσοδα υψηλότερα από το 2024, περίπου 10% των πανελλήνιων.
Και ταυτόχρονα, καταγράφηκε ένα παράδοξο: περισσότερα χρήματα συνολικά, μα λιγότερη προθυμία για κατανάλωση. Οι τουρίστες πλήρωσαν ακριβότερα δωμάτια, αλλά ξόδεψαν πιο προσεκτικά έξω από τα καταλύματα. Η μέση δαπάνη κρατήθηκε χαμηλότερα από τον εθνικό μέσο όρο, λόγω των χαμηλού εισοδήματος επισκεπτών της. Παρά τις περιστασιακές εξαγγελίες, η Χαλκιδική επιμένει στην ποσότητα και παραμελεί την ποιότητα.
Ποσότητα ή ποιότητα λοιπόν; Αυτή τη στιγμή, για όλη τη χερσόνησο, η απάντηση είναι διπλή. Από τη μία, διεθνώς αναγνωρισμένοι θύλακες πολυτελείας για ελάχιστους, όπου η δαπάνη ανά επισκέπτη ξεπερνά τα 1.000 ευρώ. Από την άλλη, μαζικός τουρισμός all inclusive, υπερβολικά συμπιεσμένες τιμές, σοβαρή πίεση στις απαρχαιωμένες και υποσυντηρημένες υποδομές.
Δυστυχώς οι αναγκαίες υποδομές είναι ευάλωτες, όπως και οι φυσικές ομορφιές· αμφότερες δεν αντέχουν άλλη πίεση. Η ως τώρα συνύπαρξη των δύο τουριστικών μοντέλων καθίσταται αδύνατη.
Ας δούμε ξανά το παράδειγμα της Κασσάνδρας. Οι παραλιακοί οικισμοί έχουν απλωθεί βαθιά στην ενδοχώρα. Εκεί όπου άλλοτε φύτρωναν πευκοδάση και ελαιώνες, σήμερα χτίζονται μεζονέτες. Ο περιμετρικός άξονας της λειτουργεί πλέον στα όριά του. Η κυκλοφορία δεν είναι πια αποκλειστικά διαμπερής· είναι σε μεγάλο βαθμό τοπική, αδιάκοπη, μικτής χρήσης. Αυτοκίνητα, πεζοί, ποδηλάτες, πατίνια, Έλληνες και ξένοι που κινούνται ασταμάτητα πάνω σε υποτυπώδεις δρόμους.
Αν δεν αλλάξει σύντομα κάτι, το σενάριο είναι προβλέψιμο. Πρώτα δυστυχήματα. Μετά φανάρια. Μετά ατελείωτα μποτιλιάρισματα. Δηλαδή, ό,τι χειρότερο. Η λύση είναι γνωστή: ολοκλήρωση του δρόμου ταχείας κυκλοφορίας μεταξύ Κασσάνδρειας-Σκιώνης. Έτσι θα φύγει η κίνηση από τους οικισμούς και θα μετατραπεί η σημερινή επαρχιακή οδός σε αστικό δίκτυο τους καλοκαιρινούς μήνες. Αστικό δίκτυο με μέσα μαζικής μεταφοράς, με ροές που ελέγχονται, με ασφαλή πεζοδρόμια και ποδηλατόδρομους.
Προφανώς το εν λόγω έργο δεν αρκεί. Ειδικά στο Πρώτο Πόδι, απαιτούνται μεγάλοι χώροι στάθμευσης, σε δημοτικές ή μισθωμένες εκτάσεις. Απαιτείται σοβαρή αποκομιδή απορριμμάτων. Απαιτείται επάρκεια νερού και ορθή διαχείριση λυμάτων. Απαιτούνται αξιόπιστα δίκτυα ηλεκτροδότησης και κινητής τηλεφωνίας. Απαιτείται ανάδειξη αρχαιοτήτων που σήμερα είναι εντελώς αφανείς. Απαιτείται προστασία των πολύτιμων δασικών εκτάσεων. Απαιτείται μεγέθυνση της -απαράδεκτα χαμηλής- αναγνωρισιμότητας.
Όλα αυτονόητα, όλα χιλιοσυζητημένα, όμως όλα μπλοκαρισμένα. Γιατί;
Διότι το εφαρμοζόμενο μοντέλο ανάπτυξης είναι απελπιστικά κοντόφθαλμο. Ο δρόμος πρέπει να περνά μέσα από την Καψόχωρα και τη Νικήτη για να πουλιέται ο καφές, το νερό και η τυρόπιτα. Το αυτοκίνητο πρέπει να παρκάρει μπροστά στο μαγαζί. Στις παραλίες πρέπει να μπαίνουν όσες περισσότερες ομπρέλες γίνεται. Οι φορολογούμενοι ιδιοκτήτες εξοχικών δε χρειάζεται να λαμβάνουν αντισταθμιστικά οφέλη. Η δημοτική γη δεν χρειάζεται να αξιοποιείται, αφού… λεφτά υπάρχουν. Η ιδιωτική δεν παραχωρείται με λογικό αντίτιμο, ακόμη κι αν μένει αχρησιμοποίητη. Η προσέλκυση ποιοτικότερου κοινού θεωρείται περιττή. Εν ολίγοις, οι μόνιμοι κάτοικοι επιδιώκουν το μέγιστο όφελος, μα αρνούνται το ελάχιστο κόστος για να διατηρείται και να προάγεται ο τόπος τους.
Πρόκειται για μία εκδοχή κοτζαμπασισμού. Μικρής κλίμακας μεν, αλλά με βαριές συνέπειες για τη χερσόνησο, την Κεντρική Μακεδονία, και φυσικά τη χώρα. Συνήθως παραβλέπεται μια σημαντική παράμετρος: η Χαλκιδική δεν είναι απλώς μια τοπική οικονομία, που αφορά λίγους. Είναι εθνικός πόρος. Συνεισφέρει ουσιαστικά στο ισοζύγιο πληρωμών και βρίσκεται σε αλληλεξάρτηση με μια ολόκληρη περιφέρεια. Τουτέστιν, δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζεται με όρους «ο καθένας για τον εαυτό του», επειδή έτσι βολεύονται οι ντόπιοι.
Και όμως, αυτό ακριβώς συμβαίνει.
Η πίστη ότι «ο κόσμος θα έρθει έτσι κι αλλιώς» βασιλεύει επί δεκαετίες: τα… κορόιδα που έχουν σπίτια αναγκαστικά θα κατέβουν· οι Βαλκάνιοι δε βρίσκουν κάτι καλύτερο σε τόσο κοντινή απόσταση· αν όχι οι γνωστοί, τότε θα έρθουν άλλοι, με τσάρτερ από πιο βόρεια. Η ζήτηση υπάρχει και θα υπάρχει, οπότε δε χρειάζεται να αλλάξει τίποτα. Άρα να χτιστούν τα πάντα, ώστε να έχουν πάντα πελάτες τα μαγαζιά. Να χτιστούν ως και τα πιο παραμυθένια μέρη, όπως ο Διάπορος στη Βουρβουρού.
Οι ντόπιοι ζουν μέσα σε μία ψευδαίσθηση. Η προσέγγισή τους είναι προϊόν αυτοκαταστροφικής απληστίας. Η προσέγγισή τους δεν είναι βιώσιμη.
Το -σίγουρα δύσκολο- 2026 ξεκίνησε παρουσιάζοντας ήδη κάποιες ενδείξεις κόπωσης: κρατήσεις ελαφρώς μειωμένες, περισσότερη πίεση στο «value for money». Καθώς βελτιώνεται το επίπεδο ζωής του, ο Ανατολικοευρωπαίος τουρίστας γίνεται πιο απαιτητικός, ενώ ο εξωτερικός ανταγωνισμός δεν περιμένει. Σε αυτά έρχονται να προστεθούν τα προαναφερθέντα θέματα υποδομών και η εκτιμώμενη έλλειψη άνω των 2.500 εργαζομένων.
Συνεπώς, αν η Χαλκιδική επιμείνει να επενδύει υπερβολικά στην ποσότητα, θα πιεστεί δραματικά. Αν δεν βελτιώσει την τουριστική εμπειρία με ουσιαστικές επενδύσεις και παρεμβάσεις ώστε να αυξηθεί η κατά κεφαλήν δαπάνη, νομοτελειακά θα χάσει. Όχι από την έλλειψη φυσικού και πολιτιστικού πλούτου, αλλά από την κάκιστη αξιοποίησή του.
Πρέπει επιτέλους να γίνει κατανοητό ότι θερινός τουρισμός δεν είναι μόνο η θέα-θάλασσα και τα μπιτσόμπαρα. Είναι επίσης η πρόσβαση, η ασφάλεια, η καθαριότητα, η οργάνωση, το ποιοτικό φαγητό, οι εναλλακτικές μορφές αναψυχής. Με άλλα λόγια, είναι μια αίσθηση πληρότητας, σε περιβάλλον ξεγνοιασιάς. Σήμερα, αυτή η αίσθηση λείπει. Σήμερα στη Χαλκιδική, κατά κανόνα σπάνε τα νεύρα σου.
Βραχυπρόθεσμα, ο ευλογημένος τούτος τόπος μάλλον θα συνεχίσει να γεμίζει ασφυκτικά. Το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσει να δικαιολογείται το τίμημα που ζητά. Η απάντηση δεν θα δοθεί στις λίγες απόμερες παραλίες. Θα δοθεί στους δρόμους, στην καθαριότητα, στα αξιοθέατα. Και εκεί, η εικόνα σίγουρα δεν γεννά αισιοδοξία, αν και είναι μόνο Μάιος.