ΗΠΑ-Ισραήλ κατά Ιράν: Λήξη πολέμου που δεν κέρδισε κανείς
Η επαναλειτουργία του Ορμούζ φέρνει ανακούφιση στις αγορές, αλλά αφήνει πίσω μια νέα ισορροπία φόβου, περισσότερες φιλοδοξίες για εξωσυμβατικά όπλα και λιγότερη εμπιστοσύνη στις παλαιές συμμαχίες.
Υπάρχουν στιγμές που η λήξη ενός πολέμου μοιάζει περισσότερο με αναγνώριση αδιεξόδου παρά με νίκη. Κάπως έτσι μοιάζει και η εικόνα που διαμορφώνεται σήμερα στον Περσικό. Εκατοντάδες δεξαμενόπλοια επιστρέφουν σταδιακά στις ρότες τους, οι αγορές ανακουφίζονται, οι τιμές της ενέργειας αποκλιμακώνονται και η διεθνής κοινότητα σπεύδει να παρουσιάσει το διμερές μνημόνιο ως μόνιμη ειρήνευση. Όμως πίσω από την επιστροφή στην κανονικότητα κρύβεται μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα.
Καλώς ή κακώς, ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον Ιράν δεν ολοκληρώνεται με έναν καθαρό νικητή. Αντιθέτως, αφήνει πίσω της ένα νέο γεωπολιτικό τοπίο στο οποίο όλοι κέρδισαν κάτι, αλλά κανείς δεν πέτυχε πλήρως τους στόχους του.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες εισήλθαν στη σύγκρουση με στόχο να περιορίσουν δραστικά την ιρανική επιρροή, να εξουδετερώσουν κρίσιμες στρατιωτικές δυνατότητες και να επιβάλουν όρους ισχύος στην Τεχεράνη. Πράγματι, οι βομβαρδισμοί προκάλεσαν σημαντικές ζημιές. Υποδομές, στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αντιαεροπορικά συστήματα και τμήματα του πυραυλικού οπλοστασίου υπέστησαν σοβαρά πλήγματα. Η ικανότητα του Ιράν να προβάλλει ισχύ μακριά από τα σύνορά του πλέον φαίνεται αισθητά μειωμένη.
Κι όμως, το καθεστώς των αγιατολάδων παραμένει στη θέση του, παρά τα τραυματά του. Όχι μόνο επιβίωσε, αλλά αποκτά πλέον ένα ισχυρό πολιτικό αφήγημα στο -ασταθές- εσωτερικό της χώρας. Μπορεί να υποστηρίζει ότι άντεξε απέναντι στη συνδυασμένη πίεση δύο ισχυρών αντιπάλων και ότι εξακολουθεί να αποτελεί τον εγγυητή της εθνικής ανεξαρτησίας. Παράλληλα, επιστρέφει στις διαπραγματεύσεις όχι ηττημένος, αλλά ως συνομιλητής που εξακολουθεί να διαθέτει διαπραγματευτικά χαρτιά. Το πυρηνικό πρόγραμμα, οι βαλιστικοί πύραυλοι, τα δίκτυα επιρροής στην περιοχή και κυρίως το Ορμούζ εξακολουθούν να υπάρχουν. Σε αυτά προστίθεται η προοπτική επιστροφής δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων ιρανικών κεφαλαίων, επί χρόνια δεσμευμένων σε αμερικανικές τράπεζες.
Ωστόσο, μάλλον το σημαντικότερο είναι ότι η Τεχεράνη απέδειξε κάτι που οι περισσότεροι υποψιάζονταν αλλά δεν είχαν δει στην πράξη. Δεν χρειάστηκε να κλείσει οριστικά το Ορμούζ για να προκαλέσει παγκόσμιο οικονομικό σοκ. Αρκούσε η απειλή διακοπής της ναυσιπλοΐας για να εκτοξευθούν τα ασφάλιστρα, να αυξηθεί το κόστος μεταφορών, να κινδυνεύσει η επισιτιστική ασφάλεια στον Αναπτυσσόμενο Κόσμο και να αυξηθεί ο φόβος του πληθωρισμού στον Ανεπτυγμένο. Το μήνυμα ήταν σαφές: η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται από ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα λίγων χιλιομέτρων.
Από τη μεριά του, ο Ντόναλντ Τραμπ βρήκε επιτέλους μια πολιτική διέξοδο. Μπορεί να παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον ηγέτη που χτύπησε το Ιράν, αλλά απέφυγε μια πολυετή εμπλοκή στη Μέση Ανατολή. Ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, η εικόνα αυτή έχει αξία, καθώς γεννά ελπίδες για αποκλιμάκωση του τιμάριθμου. Το μεγάλο ερώτημα είναι αν θα συνοδευτεί από μια ουσιαστική συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα ή αν θα αποδειχθεί απλώς μια προσωρινή ανακωχή. Ειδικά αν η νέα συμφωνία θα είναι πιο συμφέρουσα για τις ΗΠΑ από ό,τι εκείνη του Μπαράκ Ομπάμα (από την οποία ο Τραμπ απέσυρε τις ΗΠΑ το 2018). Τούτου λεχθέντος, η Ουάσιγκτον σπατάλησε πολύτιμο διπλωματικό κεφάλαιο, δίνοντας σε επανειλημμένες περιπτώσεις την εντύπωση ότι σχεδόν παρακαλούσε για ανακωχή,
Αναλογικά χαμένο στην τρέχουσα διπλωματική φάση φαίνεται να είναι το Ισραήλ. Συμμετείχε ενεργά στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, κατέστρεψε μεγάλο μέρος του ιρανικού συμβατικού οπλοστασίου, διέλυσε τα υποχείριά του στη Μεσόγειο, αλλά δεν καθόρισε το πολιτικό φινάλε. Η Ουάσιγκτον έκρινε ότι το κόστος συνέχισης της σύγκρουσης ήταν μεγαλύτερο από το όφελος, και όταν οι μεγάλες δυνάμεις αποφασίζουν ότι ένας πόλεμος τελείωσε, οι υπόλοιποι συνήθως ακολουθούν.
Υπάρχουν όμως και βαθύτερα συμπεράσματα. Τα βασίλεια του Κόλπου διαπίστωσαν ότι η αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας δεν είναι παντοδύναμη. Οι βάσεις, τα αεροπλανοφόρα και τα αντιπυραυλικά συστήματα δεν απέτρεψαν όλα τα πυραυλικά πλήγματα, και κατ’ επέκταση την αναστάτωση στην παραγωγή και διάθεση υδρογονανθράκων. Τα αμέσως επόμενα χρόνια, είναι πολύ πιθανό να επενδύσουν περισσότερο σε δικές τους στρατιωτικές δυνατότητες και λιγότερο σε διαβεβαιώσεις τρίτων.
Ακόμη πιο ανησυχητικό όμως είναι το μήνυμα που πλέον εκπέμπεται προς τον υπόλοιπο κόσμο. Πολλές περιφερειακές δυνάμεις θα καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι τα σμήνη φθηνών drones και τα πυρηνικά όπλα αποτελούν προϋπόθεση επιβίωσης απέναντι σε ισχυρότερους αντιπάλους. Αν αυτή η αντίληψη παγιωθεί, η παγκόσμια ασφάλεια θα γίνει πολύ πιο εύθραυστη. Τέλος, αποδείχθηκε πως οι ευρωαμερικανικές σχέσεις πράγματι διέρχονται εξαιρετικά δύσκολη φάση, η λήξη της οποίας είναι άγνωστη.
Ο πόλεμος λοιπόν τελείωσε, τουλάχιστον προς το παρόν. Το Ορμούζ άνοιξε ξανά, οι αγορές πανηγυρίζουν, αλλά κάτω από την επιφάνεια διαμορφώνεται μια διαφορετική πραγματικότητα: λιγότερη εμπιστοσύνη σε παραδοσιακές συμμαχίες, περισσότερη αξία στην με ίδια μέσα αποτροπή, και μια ισορροπία δυνάμεων που κανείς δεν μπορεί να θεωρεί μόνιμη.