Εθνικό πρόγραμμα για προσιτές κατοικίες, όπως τα παλιά
Περιδιαβαίνοντας τις πόλεις μας, εντοπίζουμε κτίρια υπό ανέγερση, με τα σίδερα να σκουριάζουν. Κάποιοι εργολάβοι τα έχουν εγκαταλείψει, αδύναμοι να τα ολοκληρώσουν. Αλλού παρατηρούμε κατοικίες σε αξιοπρεπή κατάσταση, επίσης κλειστές· συχνά έχουν περιέλθει στην κατοχή τραπεζών και servicers, που προτιμούν να τις κρατούν έτσι παρά να τις ξεπουλήσουν. Την ίδια στιγμή, σε περιζήτητες γειτονιές, μικρά και μεγάλα διαμερίσματα νοικιάζονται και πωλούνται εν ριπή οφθαλμού, με την ηλικία τους να μην προβληματίζει.
Η στέγη έχει πάψει να θεωρείται δικαίωμα, και έχει καταστεί πεδίο σκληρού ανταγωνισμού. Δεν είναι μόνο ελληνικό το φαινόμενο: στο Βερολίνο διαδηλώνουν, στη Λισαβόνα ψηφίζουν κατεπείγοντα μέτρα, στο Δουβλίνο μιλάνε πια ανοιχτά για γενιά που δεν θα αποκτήσει ποτέ σπίτι. Η στεγαστική κρίση είναι διεθνής, αλλά στην Ελλάδα έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: εδώ, στα ζητήματα των κατασχέσεων, των Airbnb και της πολυϊδιοκτησίας, προστέθηκε και η απόφαση του κράτους να διακόψει τα προγράμματα κατασκευής κοινωνικής στέγης.
Μέχρι τη δεκαετία του ’90, η κατάσταση ήταν πολύ διαφορετική. Μετά τον εμφύλιο, με μισή χώρα κατεστραμμένη και αμέτρητους πρόσφυγες να αναζητούν στέγη, ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας έχτισε συνοικίες ολόκληρες· κατοικίες υποτυπώδεις σύμφωνα με τα σημερινά κριτήρια, μα θαυμάσιες για την εποχή τους. Δεν ήταν πράξη φιλανθρωπίας, ήταν αναγνώριση ότι μια διαλυμένη χώρα δεν επιτρέπεται να αφήσει τη στέγαση αποκλειστικά στους μηχανισμούς της αγοράς, διότι η αγορά δεν χτίζει για όσους δεν έχουν. Το πρόγραμμα κράτησε δεκαετίες, με τις γνωστές παθογένειες του ελληνικού κράτους -πελατειακές λίστες, παράλογες καθυστερήσεις, κουραστική γραφειοκρατία- αλλά προσέφερε ανακούφιση. Προσέφερε πολύτιμο αίσθημα δικαιοσύνης.
Η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας μετά το 2010 είναι γνωστή. Το ΑΕΠ μειώθηκε περισσότερο από όσο στα χρόνια της Κατοχής, με όσα αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική συνοχή. Τουλάχιστον μια γενιά έμεινε χωρίς αποταμίευση, χωρίς κεφάλαιο εκκίνησης νέων προσπαθειών, χωρίς την πρόσβαση των γονέων της σε δανεισμό. Ωστόσο το κράτος, μπροστά σε μια καταστροφή συγκρίσιμη με εκείνη του Β’ΠΠ, δεν παραδειγματίζεται από τότε. Αντίθετα, περιορίζεται σε βοήθημα ενοικίου και επιδότηση αναλογικά ελαχίστων στεγαστικών δανείων: ευπρόσδεκτες μορφές ενίσχυσης που κυρίως ανεβάζουν τις τιμές και δυστυχώς δεν επιλύουν το πρόβλημα.
Θα μπορούσε να επαναληφθεί σήμερα κάτι αντίστοιχο με τα παλιά προγράμματα εργατικής κατοικίας, υπό τους σημερινούς όρους; Όχι στην ίδια έκταση. Ελεύθερη κρατική γη δεν υπάρχει σε αφθονία: πολύ μεγάλο μέρος της δεσμεύτηκε το 2016 για 99 χρόνια. Τούτου λεχθέντος, Ένοπλες Δυνάμεις, ασφαλιστικά ταμεία και δήμοι εξακολουθούν να διαθέτουν αναξιοποίητα αστικά οικόπεδα, άρα κάτι μπορεί να ξεκινήσει από αυτά. Επιπλέον, όσα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα διακρατούν κατοικίες χαμηλής ζήτησης, ίσως θα ήταν πρόθυμες να τις μεταβιβάσουν στο Δημόσιο έναντι λογικού τιμήματος.
Και από που θα βρίσκονταν τα αναγκαία χρήματα; Μέρος των κεφαλαίων του Ταμείου Ανάκαμψης θα μπορούσε να είχε στραφεί εκεί αντί σε προγράμματα αμφίβολης επιδραστικότητας. Αυτή η δυνατότητα δεν υπάρχει πια, συνεπώς οι πόροι θα πρέπει να προέλθουν από το επόμενο ΕΣΠΑ, το εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και το Πράσινο Ταμείο. Πάντως είναι σαφώς προτιμότερο να κατευθύνονται χρήματα στη στέγαση, αντί στην ανακατασκευή πεζοδρομίων και πλατειών. Πέραν αυτού, σημαντικό μέρος του κόστους θα καλύπτεται από τους νέους ιδιοκτήτες, με χαμηλή δόση σε βάθος πολλών ετών· με μηνιαία επιβάρυνση κάπως μικρότερη από ενοίκιο, θα αποκτούν περιουσία.
Η κατοικία δεν είναι αμιγώς επενδυτικό προϊόν. Σε μεγάλο βαθμό είναι υποδομή, όπως ο δρόμος, το νοσοκομείο και το σχολείο. Αυτή η πραγματικότητα παραγνωρίζεται επί τουλάχιστον τριάντα χρόνια. Επιβάλλεται η επανεκτίμηση χρήσιμων πρακτικών του χθες.