Αστικός σχεδιασμός: Οι γειτονιές μας δικαιούνται μια φρέσκια ματιά
Από την Ανάληψη ως τη Νέα Κρήνη, από την Αθήνα ως τη Θεσσαλονίκη: η ανάγκη για λελογισμένη αστική πυκνότητα και επαναξιολόγηση των παλαιών συνοικιών.
Το Τμήμα Χωροταξίας και Ανάπτυξης του ΑΠΘ δεν αρκέστηκε να μας υπενθυμίσει πόσο απέχει η Ανάληψη από τη Νέα Κρήνη. Μεταξύ άλλων, σε ειδική εκδήλωσή του, ανέδειξε ουσιώδεις διαφορές αλλά και ομοιότητες ανάμεσα στις δύο γειτονιές. Πιο συγκεκριμένα, ανέδειξε όσα αφορούν την ευκολία των κατοίκων να περπατούν εκεί, και το πώς αυτή επηρεάζει τις μετακινήσεις τους συνολικά.
Ενημερωθήκαμε λοιπόν ότι ο πληθυσμός των εν λόγω περιοχών συχνά αποφεύγει τα μέσα μαζικής μεταφοράς ή την πεζοπορία, διότι βρίσκει δύσκολη τη διάνυση μεγάλων αποστάσεων ή τη μετάβαση μέχρι μια στάση του ΟΑΣΘ ή του μετρό. Είναι εντυπωσιακό το πόσο άδικα έχουμε σχεδιάσει και οργανώσει τις πόλεις μας: σκοτεινά σοκάκια όπου τα αυτοκίνητα κινούνται οριακά σε ζώνες με εξαιρετικά υψηλή πυκνότητα κατοίκησης, δενδροσκεπείς οδοί με πλάτος λεωφόρου ανάμεσα σε χαμηλές πανομοιότυπες μεζονέτες με πρασιές, και παντού δυσκολία μετακίνησης σε -σχετικά- μακρινούς προορισμούς. Αν μάλιστα διαβάσουμε ανάμεσα στις γραμμές, η εγγύτητα της Ανάληψης στο ιστορικό κέντρο θα την καθιστούσε προτιμητέα επιλογή, εφόσον άλλαζαν κάποια δεδομένα.
Προσπαθώντας να υπερβούμε σφάλματα του παρελθόντος, προχωράμε σε ακρότητες. Εκδιώκουμε τα αυτοκίνητα από κλασικές ζώνες κατοικίας, παραβλέποντας ότι οι χώροι εργασίας συχνά βρίσκονται 20, 30, 40, ακόμη και 80 χιλιόμετρα μακριά, δίχως άνετη εξυπηρέτηση από ΜΜΜ. Διαμορφώνουμε αδικαιολόγητα φαρδείς δρόμους σε προαστιακά σημεία μικρής κίνησης οχημάτων, ενθαρρύνοντας τις επικίνδυνα υψηλές ταχύτητες. Επιδιώκοντας να αποφύγουμε τα μη βιώσιμα καταστήματα σε κτίρια κατοικιών, στερούμε από τους κατοίκους ορισμένες στοιχειώδεις δραστηριότητες, όπως παντοπωλεία, φούρνους, καθαριστήρια, ταχυφαγεία και καφέ. Δίχως δυνατότητα φιλοξενίας βασικών υπηρεσιών και συνάθροισης ανθρώπων, οι νέες γειτονιές είναι ψυχρές και απόμακρες. Οι παλιές ήταν ομολογουμένως ασφυκτικές, μα παραδόξως πιο ανθρώπινες.
Οι περισσότερες επιστημονικές έρευνες κατατείνουν στην -παραγνωρισμένη- αξία των συνεχών πόλεων. Άλλοτε επιπόλαια αφορισμένη, η λελογισμένη αστική πυκνότητα προκρίνεται σήμερα ως ιδανική για υγιή συνδυασμό εργασίας και διαβίωσης. Σε γενικές γραμμές, αυτό σημαίνει φωτεινότητα, άνετα πεζοδρόμια, πράσινο, και συνύπαρξη σπιτιών με γραφεία, καταστήματα και εργαστήρια. Με άλλα λόγια, κάτι πολύ διαφορετικό από ό,τι έχουμε υιοθετήσει.
Η Ελλάδα διαθέτει ένα τεράστιο απόθεμα παλαιών πολυώροφων κτιρίων υπό συνεχή απαξίωση, σε περιοχές με πλήρεις υποδομές. Οι μηχανικοί, η ακαδημαϊκή κοινότητα, οι ΟΤΑ και το κεντρικό κράτος δεν επιτρέπεται να το αντιμετωπίζουν με αδιαφορία, ενθαρρύνοντας περαιτέρω τσιμέντωμα των περιαστικών εκτάσεων. Η Ανάληψη, η Κυψέλη και οι -πάμπολλες- όμοιες τους συνοικίες δικαιούνται μια φρέσκια ματιά.