Πότε ένα βιβλίο είναι καλό;
Όταν το λένε οι λίστες ή όταν σου αφήνει κάτι, έστω και λίγο;
Πότε ένα βιβλίο είναι καλό; Όταν το τελειώνεις γρήγορα; Όταν γίνεται ανάρτηση; Όταν το προτείνουν όλοι ή όταν το βλέπεις ξανά και ξανά σε στοίβες και βιτρίνες; Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή όσο θα θέλαμε. Γιατί το «καλό βιβλίο» δεν είναι μέγεθος αντικειμενικό. Δεν μετριέται σε σελίδες, βραβεία ή πωλήσεις. Μετριέται σε κάτι πολύ πιο ήσυχο.
Ένα βιβλίο είναι καλό όταν βρίσκει τον αναγνώστη του τη σωστή στιγμή. Το ίδιο βιβλίο μπορεί να σε αφήσει αδιάφορο στα είκοσι και να σε συγκλονίσει στα σαράντα. Μπορεί να το κλείσεις απότομα μια πρώτη φορά και να το ανοίξεις χρόνια μετά σαν να σε περίμενε. Δεν αλλάζει το κείμενο. Αλλάζει αυτός που το κρατά. Κι αυτό από μόνο του λέει πολλά για τη φύση της ανάγνωσης.
Δεν είναι όλα τα καλά βιβλία εντυπωσιακά. Κάποια δεν φωνάζουν. Δεν έχουν μεγάλες ανατροπές ούτε φράσεις που υπογραμμίζονται εύκολα. Κάνουν όμως κάτι πιο δύσκολο. Σε συνοδεύουν. Μπαίνουν αθόρυβα στην καθημερινότητα και μένουν. Σε κάνουν να σκέφτεσαι λίγο διαφορετικά χωρίς να σου εξηγούν πώς. Σε ακολουθούν χωρίς να το καταλαβαίνεις.
Ένα βιβλίο είναι καλό όταν δεν προσπαθεί να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι. Όταν δεν γράφτηκε για να πουλήσει, να εντυπωσιάσει ή να χωρέσει σε τάση. Όταν έχει ειλικρίνεια. Όταν ο συγγραφέας του φαίνεται πως είχε κάτι να πει και όχι απλώς κάτι να γεμίσει σελίδες. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα ευπώλητα δεν μπορούν να είναι καλά βιβλία. Σημαίνει ότι η αξία τους δεν τελειώνει στην επιτυχία τους.
Υπάρχουν βιβλία που σε κάνουν να σταματήσεις για λίγο. Να κλείσεις τη σελίδα και να κοιτάξεις αλλού. Όχι γιατί κουράστηκες αλλά γιατί κάτι ακούμπησε μέσα σου. Μια σκέψη, μια φράση, μια εικόνα. Αυτές οι παύσεις είναι ίσως το πιο καθαρό σημάδι ότι κρατάς κάτι που αξίζει.
Και υπάρχουν και τα βιβλία που δεν σου άρεσαν αλλά σου έμειναν. Που σε ενόχλησαν. Που σε έφεραν σε αμηχανία. Που δεν συμφώνησες μαζί τους αλλά σε ανάγκασαν να πάρεις θέση. Κι αυτά είναι καλά βιβλία. Γιατί δεν γράφτηκαν για να σε βολέψουν αλλά για να σε ταράξουν λίγο.
Πολλοί από εμάς διαβάζουμε με τον δικό μας τρόπο και στον δικό μας χρόνο. Άλλοι λίγο κάθε μέρα, άλλοι αποσπασματικά, άλλοι μόνο όταν το έχουν πραγματικά ανάγκη. Δεν υπάρχουν κανόνες ούτε σωστός ρυθμός.
Διαβάζεις όταν βρίσκεις χρόνο ή όταν θέλεις να σταματήσει για λίγο ο θόρυβος;
Και τελικά τι είναι αυτό που σε κάνει να επιστρέφεις σε μια ιστορία;
Ίσως εκεί να κρύβεται η απάντηση στο πότε ένα βιβλίο είναι πραγματικά καλό.
Ίσως τελικά ένα βιβλίο είναι καλό όταν δεν τελειώνει στη σελίδα της τελευταίας λέξης. Όταν συνεχίζει μέσα σου. Όταν γίνεται σκέψη, συζήτηση, επιστροφή. Όταν κάποια στιγμή λες «το θυμάσαι εκείνο το βιβλίο;» και καταλαβαίνεις ότι δεν μιλάς απλώς για μια ιστορία αλλά για μια εμπειρία.
Δεν χρειάζεται να μετράς πόσοι το έχουν διαβάσει, σε πόσα post το έχεις δει ούτε να νιώθεις μειονεκτικά αν δεν το ξέρουν οι φίλοι σου .
Το καλό βιβλίο δεν χρειάζεται να αρέσει σε όλους. Χρειάζεται να βρει κάποιον. Κι όταν αυτό συμβεί, δεν έχει σημασία αν είναι κλασικό, σύγχρονο, μικρό ή πολυσέλιδο. Σημασία έχει ότι έκανε αυτό που μόνο τα βιβλία μπορούν να κάνουν. Να σου κρατήσουν συντροφιά με τον πιο σιωπηλό και ουσιαστικό τρόπο.
Την επόμενη φορά που θα αναρωτηθείς αν ένα βιβλίο «αξίζει», μην κοιτάξεις μόνο τις κριτικές. Κοίτα πώς σε κάνει να νιώθεις. Και αν θες βοήθεια για να το βρεις, κάνε μια στάση στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς σου. Εκεί που τα βιβλία δεν κρίνονται με αστέρια και βαθμολογίες αλλά με κουβέντα και αγάπη.