«Η σχέση ως καθρέφτης των αντοχών μας: Όχι του πόσο αγαπάμε, αλλά του πόσο αντέχουμε»

«Η σχέση ως καθρέφτης των αντοχών μας: Όχι του πόσο αγαπάμε, αλλά του πόσο αντέχουμε»
Unsplash

Στις σχέσεις δεν αποκαλύπτεται τόσο η ικανότητά μας να αγαπάμε, όσο η ικανότητά μας να αντέχουμε τη διάρκεια, την εγγύτητα και την καθημερινή παρουσία του άλλου. Ο έρωτας μπορεί να ξεκινήσει δυνατά ακόμη και μέσα από βαθιά τραύματα, όμως αυτό που δεν αντέχει πάντα είναι η συνέχεια, εκεί όπου η σχέση παύει να είναι υπόσχεση και γίνεται πραγματικότητα, εκεί όπου ο άλλος δεν είναι πια φαντασίωση αλλά άνθρωπος με όρια, ανάγκες και ασυνέπειες.

Το τραύμα σπάνια φαίνεται στην αρχή, γιατί στην αρχή όλοι μπορούμε να είμαστε γενναιόδωροι, παρόντες και δοτικοί. Το τραύμα αποκαλύπτεται στη διάρκεια, στην επανάληψη, στην καθημερινότητα και στις στιγμές που η σχέση ζητά σταθερότητα και όχι ένταση, εμπιστοσύνη και όχι επιβεβαίωση.

Ιδιαίτερα το τραύμα της εγκατάλειψης δεν εκδηλώνεται ως απουσία αγάπης, αλλά ως φόβος που διαπερνά τη σχέση από μέσα και την οργανώνει. Ένας φόβος που δεν λέγεται πάντα με λόγια, αλλά εκφράζεται με συμπεριφορές όπως ο υπερέλεγχος, η προσκόλληση, η εμμονή και η ανάγκη διαρκούς επιβεβαίωσης, με αποτέλεσμα ο άλλος να μην αντιμετωπίζεται πια ως πρόσωπο, αλλά ως απειλή απώλειας.

Και κάπου εκεί αρχίζει να λειτουργεί η αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Ο άνθρωπος που φοβάται ότι θα εγκαταλειφθεί, αρχίζει να συμπεριφέρεται σαν να είναι ήδη εγκαταλελειμμένος, διαβάζοντας τις σιωπές ως απόρριψη και τις αποστάσεις ως προδοσία. Κάθε αλλαγή στον τόνο, κάθε καθυστέρηση, κάθε όριο βιώνεται ως σημάδι επικείμενης απώλειας, και έτσι η σχέση παύει να είναι χώρος συνάντησης και μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο επιτήρησης.

Ο φόβος δεν μένει εσωτερικός, αλλά μετατρέπεται σε πίεση, σε απαιτήσεις, σε συναισθηματική εξάρτηση και σε μεγάλες δηλώσεις αγάπης ή υποσχέσεις αιωνιότητας, οι οποίες όμως δεν αντέχουν τον πρώτο κλυδωνισμό, γιατί όσο πιο μεγάλα είναι τα λόγια τόσο πιο εύθραυστη είναι η βάση τους.

Καθώς ο φόβος μεγαλώνει, η σχέση αρχίζει να γίνεται τοξική, όχι απαραίτητα από κακή πρόθεση, αλλά από αδυναμία συναισθηματικής ρύθμισης. Ο σύντροφος αρχίζει να ασφυκτιά, να νιώθει ότι ό,τι κι αν κάνει δεν είναι αρκετό, ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει την αγάπη του, ενώ η παρουσία του δεν αρκεί ποτέ, γιατί αυτό που ζητείται δεν είναι σχέση αλλά ανακούφιση από το τραύμα.

Σε αυτό το σημείο η δυναμική γίνεται βαριά και για τους δύο, καθώς ο άνθρωπος που φοβάται την εγκατάλειψη βυθίζεται σε άγχος, εμμονή και αυτοακύρωση, ενώ ο άλλος συχνά οδηγείται σε απόσυρση, ενοχή, εξάντληση και, σε αρκετές περιπτώσεις, σε καταθλιπτικές συμπεριφορές. Έτσι, η σχέση παύει να θρέφει και αρχίζει να διαβρώνει.

Και τότε συμβαίνει το παράδοξο: «Φοβάμαι μήπως με αφήσει — και τελικά τον αφήνω εγώ».

Η φυγή εμφανίζεται ως ψευδαίσθηση ελέγχου, ως τρόπος να προληφθεί η εγκατάλειψη και να αποφευχθεί ο πόνος. Αν φύγω πρώτος, δεν θα πονέσω από την απώλεια, αν καταστρέψω εγώ τη σχέση, δεν θα επιβεβαιωθεί ότι δεν με άντεξαν. Η αποχώρηση μοιάζει με δύναμη, αλλά στην πραγματικότητα λειτουργεί ως άμυνα, ως μια προσπάθεια να σωθεί η αυτοεκτίμηση μέσα από την καταστροφή.

Κάτω από όλα αυτά υπάρχει μια βαθύτερη πεποίθηση, συχνά ασυνείδητη, ότι δεν αξίζω μια σταθερή σχέση και ότι δεν αξίζω να με αγαπούν χωρίς όρους.

Αυτή η πεποίθηση δεν δημιουργείται μέσα στη σχέση, αλλά ενεργοποιείται από αυτή, καθώς αποτελεί το αποτύπωμα παλαιότερων εμπειριών όπου η αγάπη υπήρξε ασταθής, απρόβλεπτη ή συνδεδεμένη με φόβο. Έτσι, όταν κάτι καλό εμφανίζεται, το σύστημα δυσκολεύεται να το εμπιστευτεί, γιατί το καλό δεν μοιάζει οικείο και η ηρεμία βιώνεται ως απειλή.

Η αυτοκαταστροφική τάση δεν είναι επιθυμία πόνου, αλλά αδυναμία να αντέξει κανείς κάτι καλύτερο από αυτό που έμαθε. Είναι η δυσκολία να σταθεί σε μια σχέση χωρίς δράμα, χωρίς υπερδιέγερση και χωρίς διαρκή αγωνία.

Γι’ αυτό και η σχέση λειτουργεί τελικά ως καθρέφτης αντοχών, όχι του πόσο έντονα νιώθουμε, αλλά του πόσο μπορούμε να μείνουμε παρόντες χωρίς να διαλυθούμε, να μη φύγουμε όταν φοβόμαστε, να εμπιστευτούμε χωρίς να ελέγχουμε και να δεχτούμε αγάπη χωρίς να την τιμωρούμε. Η θεραπεία, σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν αφορά το να κρατήσεις μια σχέση πάση θυσία, αλλά το να αντέξεις να μείνεις, να μείνεις μέσα στο συναίσθημα χωρίς να το κάνεις όπλο και να μείνεις στη σχέση χωρίς να τη χρησιμοποιείς για να θεραπεύσεις το τραύμα σου.

Γιατί τελικά δεν καταστρέφουμε τις σχέσεις επειδή δεν αγαπάμε, τις καταστρέφουμε επειδή δεν αντέχουμε να αγαπηθούμε.