Όταν η τραγωδία μετατρέπεται σε κατηγορητήριο απέναντι στο θύμα
Ο θάνατος της 19χρονης Μυρτώς στο Αργοστόλι και η κοινωνία που σπεύδει να δικαιολογήσει τον εαυτό της πριν καν αποδώσει ευθύνη
Θα περίμενε κανείς πως ο θάνατος της 19χρονης Μυρτώς στο Αργοστόλι θα έπρεπε να παγώνει τον δημόσιο λόγο. Να επιβάλλει στοιχειώδη σοβαρότητα, συστολή και επιμονή σε ένα και μόνο ερώτημα. Πώς γίνεται ένας νέος άνθρωπος να φτάνει στο σημείο να αφεθεί να πεθάνει, ενώ αυτοί που οδήγησαν τα πράγματα σε αυτή τη τραγική κατάληξη θα μπορούσαν να παρέμβουν για να σώσουν μια ζωή; Αντί γι’ αυτό, ιδιαίτερα στα κοινωνικά δίκτυα τις τελευταίες ημέρες η συζήτηση εκτροχιάστηκε με μια ταχύτητα που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Πριν ακόμη αποσαφηνιστούν τα κρίσιμα γεγονότα, πριν καν κατανοηθεί πλήρως τι συνέβη, ξεκίνησε μια άτυπη δίκη του ίδιου του θύματος.
Οι όροι αυτής της δίκης είναι γνώριμοι. Πού βρισκόταν, με ποιους, τι έκανε, πώς ζούσε. Η τραγωδία μετατρέπεται σε αφήγημα ηθικής αξιολόγησης και το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από την εγκατάλειψη ενός ανθρώπου σε κίνδυνο προς την εξέταση της «καταλληλότητάς» του να τύχει συμπόνιας. Η διαδικασία αυτή δεν μπορεί σε καμία των περιπτώσεων να θεωρηθεί ουδέτερη. Καθώς λειτουργεί ως τρόπος με τον οποίο η κοινωνία ανακουφίζει τον εαυτό της, μεταφέροντας το βάρος εκεί όπου δεν υπάρχει πια φωνή για να απαντήσει.
Αναδεικνύεται έτσι μια στρέβλωση του δημόσιου λόγου που συνδέεται με μια βαθιά ανάγκη διατήρησης μιας αίσθησης τάξης, ακόμη κι όταν αυτό οδηγεί σε διάχυση της ευθύνης μέχρι σημείου εξαφάνισής της.
Η ανάγκη να φταίει το θύμα και η επιλεκτική έννοια της ευθύνης
Κάθε τέτοια υπόθεση φέρνει την κοινωνία αντιμέτωπη με κάτι που δύσκολα αντέχεται. Την πιθανότητα ότι η ζωή μπορεί να ανατραπεί βίαια και απρόβλεπτα και ότι η ασφάλεια δεν είναι εγγυημένη. Μπροστά σε αυτή τη πρωτόγονη συνθήκη, ενεργοποιείται ένας μηχανισμός άμυνας που αναζητεί ένα σφάλμα ικανό να επαναφέρει την αίσθηση τάξης.
Η πιο εύκολη διαδρομή οδηγεί στον εντοπισμό αυτού του σφάλματος στο ίδιο το θύμα. Αν η Μυρτώ «επέλεξε», αν «ρίσκαρε», αν «παραβίασε κανόνες», τότε ο κόσμος αποκτά ξανά συνοχή και η τραγωδία μοιάζει να εντάσσεται σε μια κανονικοποιημένη, κατανοητή αλληλουχία. Αυτή η ερμηνεία προσφέρει ανακούφιση, καθώς υπονοεί ότι η αποφυγή συγκεκριμένων επιλογών αρκεί για να διασφαλιστεί η προστασία από αυτό που συνέβη στη 19χρονη κοπέλα.
Εδώ, ωστόσο, εμφανίζεται μια έντονη αντίφαση. Η έννοια της ατομικής ευθύνης εφαρμόζεται επιλεκτικά. Ενεργοποιείται με αυστηρότητα για μια νεαρή νεκρή γυναίκα που δεν μπορεί να απαντήσει, ενώ ατονεί αισθητά όταν αφορά εκείνους που είχαν ενεργό ρόλο στα γεγονότα, αν δεν αποτελούν τους δράστες του εγκλήματος της θανατηφόρου έκθεσης. Η επίκληση της ενηλικότητας της Μυρτώς χρησιμοποιείται ως επαρκής βάση για τη μεταφορά του βάρους πάνω της. Την ίδια στιγμή, η ενηλικότητα όσων φέρονται να την άφησαν αβοήθητη δεν συνοδεύεται από ανάλογη αυστηρότητα.
Η ασυμμετρία αυτή αποκαλύπτει ότι η ευθύνη δεν λειτουργεί ως σταθερή αρχή, αλλά ως εργαλείο που ενεργοποιείται εκεί όπου το κόστος είναι χαμηλό. Όταν η απόδοσή της απαιτεί σύγκρουση με πραγματικά πρόσωπα και κοινωνικές σχέσεις, η έντασή της μειώνεται αισθητά.
Παράλληλα, η επίκληση της ενηλικότητας αποκρύπτει μια κρίσιμη παράμετρο. Η ηλικία των 19 ετών ανήκει σε μια μεταβατική φάση, όπου η εμπειρία παραμένει περιορισμένη και η έκθεση σε επιρροές αυξημένη. Σε ώριμα κοινωνικά πλαίσια, αυτή η συνθήκη συνοδεύεται από αυξημένες απαιτήσεις ευθύνης για όσους βρίσκονται γύρω από νέους ανθρώπους. Η αντιστροφή αυτής της λογικής οδηγεί σε αποσύνδεση της έννοιας της ευθύνης από το περιεχόμενό της.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση απομακρύνεται από το κρίσιμο σημείο. Ένας άνθρωπος βρέθηκε σε κατάσταση ανάγκης και δεν έλαβε έγκαιρη βοήθεια. Αυτό το γεγονός παραμένει αμετάβλητο, ανεξάρτητα από τα αφηγήματα που το περιβάλλουν.
Η υποκριτική ηθικολογία, ο σεξισμός και η διάρρηξη ακόμα και της γυναικείας αλληλεγγύης
Η ηθικολογία λειτουργεί ως μηχανισμός πειθαρχίας που εντείνεται όταν το θύμα είναι γυναίκα. Η ζωή της 19χρονης τίθεται υπό εξέταση με όρους που υπερβαίνουν την ανάγκη κατανόησης των γεγονότων. Η παρουσία της σε έναν συγκεκριμένο χώρο, οι επιλογές της, οι σχέσεις της αποκτούν ηθικό πρόσημο και εντάσσονται άμεσα σε ένα σχήμα αξιολόγησης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι αυτή η διαδικασία τροφοδοτείται και από γυναίκες. Το στοιχείο αυτό φανερώνει τον βαθμό στον οποίο έχουν εσωτερικευθεί τα πρότυπα ελέγχου της γυναικείας συμπεριφοράς. Η διάκριση ανάμεσα σε «σωστές» και «λανθασμένες» γυναικείες συμπεριφορές λειτουργεί ως μηχανισμός αυτοπροστασίας, μέσα από τον οποίο παράγεται μια αίσθηση απόστασης από τον κίνδυνο.
Για να διατηρηθεί αυτή η απόσταση, απαιτείται η τοποθέτηση κάποιων γυναικών στην «άλλη» κατηγορία. Το θύμα εντάσσεται εκεί και η ενσυναίσθηση υποχωρεί. Η διαφοροποίηση αποκτά προτεραιότητα έναντι της ταύτισης και η τραγωδία μετατρέπεται σε επιβεβαίωση ενός ήδη υπάρχοντος σχήματος, που έχει ήδη αποδοθεί η ευθύνη.
Η στάση αυτή συνδέεται με έναν βαθύτερο φόβο, την παραδοχή ότι καμία συμπεριφορά δεν εγγυάται ασφάλεια διαταράσσει την αίσθηση ελέγχου. Η αποστασιοποίηση από το θύμα λειτουργεί ως τρόπος διαχείρισης αυτής της διατάραξης.
Με τον τρόπο αυτό, η γυναικεία αλληλεγγύη υπονομεύεται εκ των έσω, καθώς υπερισχύουν μηχανισμοί που επιβραβεύουν την απόσταση και αποθαρρύνουν την ταύτιση.
Ο ρόλος της τοπικής κοινωνίας, η οικειότητα και η σιωπηρή μετατόπιση της ευθύνης
Η δυναμική της τοπικής κοινωνίας προσθέτει μια ακόμη καθοριστική διάσταση. Σε μικρότερες κοινότητες, όπου οι κοινωνικές σχέσεις είναι πυκνές και οι διασυνδέσεις ισχυρές, η απόδοση ευθύνης αγγίζει άμεσα πρόσωπα και θίγει ισορροπίες.
Σε αυτό το πλαίσιο, διαμορφώνεται συχνά μια τάση προστασίας των «οικείων». Οι εμπλεκόμενοι δράστες δεν εμφανίζονται ως αφηρημένες φιγούρες, αλλά ως πρόσωπα με κοινωνική παρουσία. Η αυστηρή απόδοση ευθύνης συνεπάγεται κοινωνικό κόστος και αυτό το στοιχείο επηρεάζει τη δημόσια στάση.
Όταν το κόστος αυτό γίνεται αισθητό, παρατηρείται μετατόπιση της συζήτησης. Το βάρος μεταφέρεται προς εκείνον που βρίσκεται εκτός των δικτύων οικειότητας ή προς εκείνον που δεν μπορεί να απαντήσει. Στην προκειμένη περίπτωση, το θύμα συγκεντρώνει το φορτίο της ερμηνείας.
Δεν απαιτείται οργανωμένη συγκάλυψη για να προκύψει αυτό το αποτέλεσμα. Αρκεί μια γενικευμένη επιφυλακτικότητα, μια τάση μετριασμού της οργής και μια προθυμία για ερμηνείες που μειώνουν την ένταση της ευθύνης. Εκφράσεις που αποδίδουν τη συμπεριφορά σε φόβο ή σύγχυση λειτουργούν ως μηχανισμοί εξομάλυνσης.
Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή κανονικοποίηση μιας πράξης που κανονικά φέρει βαρύ ηθικό και νομικό φορτίο. Η εγκατάλειψη ενός ανθρώπου σε κατάσταση ανάγκης εντάσσεται σε ένα πλαίσιο που μετριάζει την απαξία της πράξης, αντί να την αναδεικνύει.
Ο δημόσιος λόγος ως επιτάχυνση της σκληρότητας
Τα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα ενισχύουν αυτή τη δυναμική. Η επιλογή των στοιχείων που προβάλλονται διαμορφώνει το πλαίσιο ερμηνείας. Όταν η προσοχή στρέφεται σε πτυχές της ζωής του θύματος, η ηθική αξιολόγηση εισάγεται σχεδόν αυτόματα στη συζήτηση.
Στα κοινωνικά δίκτυα, η σκληρότητα αποκτά ορατότητα και απήχηση. Ο κυνισμός παρουσιάζεται ως ένδειξη ρεαλισμού και η απόσταση ως ωριμότητα. Ιδιαίτερα έντονη είναι η παρουσία ενός επιδεικτικού κυνισμού, ο οποίος συχνά εκφράζεται και από γυναίκες και συμβάλλει στην εδραίωση της ενοχοποίησης ως «θεμιτής» στάσης.
Η τραγωδία μετατρέπεται σε περιεχόμενο και το περιεχόμενο σε μέσο αυτοεπιβεβαίωσης. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, η ουσία υποχωρεί και η συζήτηση απομακρύνεται από το κρίσιμο γεγονός.
Το όριο της ενσυναίσθησης και η ευθύνη που αποφεύγεται
Στο τέλος, αναδύεται ένα ερώτημα που αφορά τα όρια της ενσυναίσθησης. Η δημόσια στάση δείχνει ότι η συμπόνια συχνά εξαρτάται από τη συμμόρφωση σε συγκεκριμένα πρότυπα. Όταν αυτά δεν τηρούνται, η ενσυναίσθηση περιορίζεται και αντικαθίσταται από ερμηνευτικά σχήματα που οδηγούν σε ενοχοποίηση.
Με τον τρόπο αυτό, η αξία της ζωής μετατρέπεται σε αντικείμενο αξιολόγησης. Η υπόθεση της 19χρονης Μυρτώς αναδεικνύει αυτή τη συνθήκη με ιδιαίτερη ένταση, καθώς αποκαλύπτει την ευκολία με την οποία μετατίθεται το βάρος από την πράξη στην ερμηνεία.
Ανεξάρτητα από τις συνθήκες και τις επιλογές της, μια νεαρή κοπέλα βρέθηκε σε κατάσταση ανάγκης και εγκαταλείφθηκε απάνθρωπα από αυτούς που βρίσκονταν μαζί της. Το γεγονός αυτό παραμένει αμετακίνητο και απαιτεί σαφή τοποθέτηση ως προς την ευθύνη. Όταν η κοινωνία επιλέγει να εστιάσει αλλού, όταν λειτουργεί με διαφορετικά κριτήρια αυστηροποιώντας την κρίση προς το θύμα και ταυτόχρονα μειώνει την ένταση της κρίσης προς τους δράστες, αποκαλύπτει και τα όριά της.