Όταν η Τέχνη παίρνει θέση
Από την έκθεση στο ΜΙΕΤ και τον Άμλετ του Α. Φλουράκη μέχρι το Χόλιγουντ της… αντίστασης στον Τραμπ.
Στην πλούσια και επιστημονικά τεκμηριωμένη έκθεση του ΜΙΕΤ «Ζωή – Τέχνη – Προπαγάνδα» (Παράρτημα ΜΙΕΤ Θεσσαλονίκης Βίλα Καπαντζή, Λεωφόρος Βασιλίσσης Όλγας 108), ο επισκέπτης δεν περιηγείται απλώς σε αρχειακό υλικό. Ανιχνεύει μια σταθερή, άλλοτε υπόγεια και άλλοτε απολύτως ορατή γραμμή που διατρέχει σε μία συγκεκριμένη ιστορική φάση, αυτήν των χρόνων της Δικτατορίας, τη σχέση της Τέχνης με την Πολιτική. Τη Δημιουργία όχι ως αισθητικό καταφύγιο, αλλά ως πεδίο ευθύνης και αντίστασης.
Υπήρξε μια εποχή όπου μιλούσαμε χωρίς αμηχανία για τους «πνευματικούς ανθρώπους» ενός τόπου και το καθήκον τους να αρθρώνουν λόγο. Να παίρνουν θέση απέναντι στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Να μην υποχωρούν μπροστά στον φόβο της σύγκρουσης — είτε αυτή αφορά την εξουσία είτε ένα μέρος του ίδιου τους του κοινού. Τον φόβο του να γίνουν λιγότερο αρεστοί, λιγότερο δημοφιλείς, του εμπορικού κόστους.
Σήμερα, ο όρος ακούγεται παρωχημένος και βαρύγδoυπος. Προκαλεί ειρωνεία ή θυμηδία. Κι όμως, η ανάγκη που περιέγραφε δεν έχει εκλείψει. Αντιθέτως. Η Τέχνη εξακολουθεί να αποτελεί τον φυσικό χώρο όπου μπορούν να αναδυθούν τα ερωτήματα που η δημόσια σφαίρα συχνά αποφεύγει.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο TheOpinion, ο θεατρικός συγγραφέας Ανδρέας Φλουράκης αναφέρθηκε στη δυνατότητα της Τέχνης να προσφέρει «δικαίωση», έστω στη συνείδηση, ακόμη και σε περιπτώσεις που ο θεσμός της Δικαιοσύνης δεν φαίνεται να μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη. Να λειτουργεί ως υπενθύμιση, ως μηχανισμός εγρήγορσης απέναντι στη λήθη. Μια θέση που αποκτά ιδιαίτερο βάρος αν τη διαβάσει κανείς σε συνάρτηση με τη διασκευή του Άμλετ που υπογράφει: έναν Άμλετ λιγότερο υπαρξιακό και περισσότερο πολιτικό. Έναν ήρωα που δεν βασανίζεται απλώς από την πράξη, αλλά από το κόστος της στάσης απέναντι στην συγκάλυψη και την συνενοχή σε ένα έγκλημα.
Αν στρέψει κανείς το βλέμμα εκτός συνόρων, στην Αμερική της εποχής Τραμπ, θα αντικρύσει μια άλλη εικόνα. Όλο και περισσότεροι σταρ του Χόλιγουντ χρησιμοποιούν τις δημόσιες εμφανίσεις τους για να τοποθετηθούν πολιτικά. Οι δηλώσεις πληθαίνουν, οι τόνοι ανεβαίνουν, το πάθος είναι εμφανές. Κι όμως, το φόντο του κόκκινου χαλιού —η υπερβολική λάμψη, τα πανάκριβα κοσμήματα, το θέαμα— δημιουργεί μια αναπόφευκτη σύγκρουση. Όχι επειδή ακυρώνει, υποχρεωτικά, την ειλικρίνεια της πρόθεσης των καλλιτεχνών, αλλά επειδή την εντάσσει σε ένα περιβάλλον εκ προοιμίου ασφαλές και προνομιούχο. Το ερώτημα που τίθεται, λοιπόν, είναι τι νόημα έχει -αν έχει- το να μιλάς πολιτικά όταν η θέση σου είναι, εκ προοιμίου, προστατευμένη;
Η Τέχνη έχει τη δύναμη να φωτίζει κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που συχνά μένουν θολές ή αμφιλεγόμενες, να προκαλεί σκέψη, να πυροδοτεί αντιπαραθέσεις στον δημόσιο διάλογο. Σιωπώντας, ο δημιουργός μπορεί να δώσει σιωπηρή συναίνεση σε αδικίες ή άλλα κακώς κείμενα.
Εκείνη η κριτική στάση που ενεργοποιεί τη συνείδηση είναι, λοιπόν, το διαρκές ζητούμενο. Η φωνή του καλλιτέχνη έχει εύρος και βεληνεκές που λίγοι άλλοι διαθέτουν — και ακριβώς γι’ αυτό η ενεργή συμμετοχή του στην κοινωνία και την πολιτική δεν είναι μόνο χρήσιμη, αλλά αναγκαία. Αρκεί να μη μετατρέψει τον λόγο του σε μέρος του θεάματος…