Βαφτίσαμε την αντίθετη άποψη τοξικότητα και το αυτονόητο…επανάσταση!

Είναι τουλάχιστον αφελές να θεωρούμε ότι η πολιτική πριν τα social media ήταν πιο «σοβαρή» ή «βαθιά».

Βαφτίσαμε την αντίθετη άποψη τοξικότητα και το αυτονόητο…επανάσταση!
UNSPLASH

Τον τελευταίο καιρό ακούμε διαρκώς για αυτή την περιβόητη «ρητορική μίσους» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την «τοξικότητα» που διέπει τον πολιτικό διάλογο της χώρας, κατά βάση από μία συγκεκριμένη μερίδα ανθρώπων.

Ομολογουμένως, υπάρχει μια λογική, αλλά και μια αξιοσημείωτη ειρωνεία: χρησιμοποιείται ένας δημοφιλής όρος που και αυτός αναπτύχθηκε ως μόδα στα social media, για να καταδικάσει τα ίδια τα social media. Η ίδια η έκφραση «τοξικότητα» έχει γίνει πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης και έχουν γραφτεί δεκάδες αναλύσεις για την αύξησή της στις πλατφόρμες. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σύμφωνα με πόρισμα του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου Ψηφιακών Μέσων (European Digital Media Observatory) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας εντόπισε επίμονη «τοξικότητα» σε σχόλια κατά μειονοτήτων, γυναικών και προσφύγων, με τους δείκτες να παραμένουν σε ανησυχητικά επίπεδα.

Ωστόσο, εδώ ακριβώς είναι που πρέπει να σταθούμε πιο κριτικά: η χρήση της λέξης «τοξικότητα» ως αυτόματης απορριπτικής ετικέτας για κάθε αντίθετη άποψη είναι, στη δική μου ματιά, περισσότερο μέρος ενός δηλωμένου πολιτικού λεξιλογίου παρά μιας ψύχραιμης αξιολόγησης. Ο όρος έγινε viral ακριβώς επειδή περιγράφει πραγματικά φαινόμενα, αλλά όχι κάθε αντιπαράθεση. Το να μετατρέπεις τη λαϊκή οργή ή την αυθόρμητη συμμετοχή σε καθαρή «τοξικότητα» είναι σαν να βαφτίζεις κάθε βροντή καταιγίδα και κάθε πολιτικό διάλογο σεισμό.

Δεν αρνούμαι ότι υπάρχουν ακραίες, εξτρεμιστικές και απειλητικές θέσεις στο διαδίκτυο, αυτό δεν είναι θεωρία συνωμοσίας. Η ιστορία των social media τα τελευταία χρόνια δείχνει ότι η ρητορική μίσους και η παρενόχληση επεκτείνονται σε περιπτώσεις όπως η στοχοποίηση γυναικών πολιτικών, με χιλιάδες απανωμένα τοξικά σχόλια που περιλαμβάνουν απειλές και ακραίες εκφράσεις, συχνά χωρίς να διαγράφονται από τις πλατφόρμες. Αυτό τουλάχιστον δείχνει νέα έρευνα του Κέντρου για την Καταπολέμηση του Ψηφιακού Μίσους. Αυτές οι περιπτώσεις είναι σοβαρές και χρειάζονται αντιμετώπιση, ταυτόχρονα όμως δεν εκπροσωπούν και το σύνολο του πολιτικού λόγου.

Η βασική ένσταση μου βρίσκεται ακριβώς εδώ: τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν γέννησαν τη συγκίνηση, την οργή ή την ένταση. Απλώς τα καθρέφτισαν.

Όπως και να το κάνουμε, ο κόσμος σήμερα έχει πρόσβαση σε περισσότερη πληροφόρηση, περισσότερες γνώμες και περισσότερους τρόπους να εκφράσει την αντίδρασή του.

Σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο (Social Media Survey 2025), τα κοινωνικά δίκτυα έχουν καταστεί η κυρίαρχη πηγή ενημέρωσης για μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων πολιτών – ειδικά των νέων – με σημαντικό ποσοστό να παρακολουθεί τις πολιτικές εξελίξεις και γενικότερα να ενημερώνεται μέσα από σύντομα posts και βίντεο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η οργή των πολιτών, η αίσθηση αδικίας ή η ανάγκη για συμμετοχή είναι «τοξικότητα». Είναι μέρος μιας αλλαγής στην πολιτική επικοινωνία.

Ακριβώς, λοιπόν, επειδή η λέξη «τοξικότητα» έγινε μόδα, χρησιμοποιείται τακτικά, και δυστυχώς συχνά αδιακρίτως, για να περιγράψει κάθε αντίδραση που δεν συμφωνεί με ένα επίσημο αφήγημα.

Παράλληλα, η λογική «εσείς κι εμείς» που κατηγορείται στα social media, καμιά φορά επαναλαμβάνεται στο πολιτικό λεξιλόγιο συγκεκριμένης μερίδας, όταν η αντίθεση παρουσιάζεται ως «αθέμιτη» και όχι ως πολιτική επιλογή. Αυτή η στρατηγική δεν είναι μόνο επικοινωνιακή. Έχει και πολιτικές συνέπειες. Όταν ο διάλογος περιορίζεται σε λέξεις-κλειδιά, όπως η «τοξικότητα», αντί για τα επιχειρήματα που κρύβονται πίσω από μια αντίθετη άποψη, χάνουμε την ευκαιρία να κατανοήσουμε τι πραγματικά κινητοποιεί τους πολίτες.

Μπορεί να αντιτάξει κανείς ότι «το να χρησιμοποιείς τα social media για πολιτική είναι απλώς θόρυβος» και σε πολλές περιπτώσεις αυτή η κριτική είναι σωστή. Όμως αυτός ο ίδιος θόρυβος αντανακλά πραγματικά αισθήματα, πραγματικές ανησυχίες και εν τέλει μία πραγματική ανάγκη για συμμετοχή. Είναι τουλάχιστον αφελές να θεωρούμε ότι η πολιτική πριν τα social media ήταν πιο «σοβαρή» ή «βαθιά». Από τον Τραμπ που μετέτρεψε τα tweets σε πολιτικό εργαλείο μέχρι τις κινητοποιήσεις που ξεπηδούν σε απρόσμενες διαδικτυακές κοινότητες μετά ένα τραγικό γεγονός, η πολιτική επικοινωνία έχει αλλάξει, όχι μόνο λόγω των πλατφορμών, αλλά λόγω του κόσμου που τη χρησιμοποιεί.

Αν θέλουμε να κατανοήσουμε την κατάσταση, χρειάζεται να αφιερώσουμε την ίδια προσπάθεια στο να καταλάβουμε τι λέει ο κόσμος και γιατί, αντί να βιάζουμε να εκτοξεύσουμε ετικέτες. Η ίδια η λέξη «τοξικότητα» κινδυνεύει να καταστεί εργαλείο που απορρίπτει κάθε αντίθετη άποψη χωρίς να εξετάζει τη ρίζα της.

Την ίδια στιγμή, η ίδια η κυβερνώσα παράταξη επενδύει συστηματικά σε μια επικοινωνιακή «καμπάνια» στα social media για να προβάλει το έργο της, σε μορφή βίντεο, stories, infographics και συνθημάτων.

Δεν είναι κακό αυτό καθαυτό. Είναι όμως αποκαλυπτικό. Γιατί όταν το ίδιο το κράτος χρησιμοποιεί τον ίδιο μηχανισμό που κατηγορεί ως φορέα τοξικότητας, για να παρουσιάσει ως επιτεύγματα πράγματα που σε μια δημοκρατία είναι αυτονόητα, δηλαδή η τήρηση του νόμου, η στοιχειώδη λειτουργία των θεσμών, οι βασικές υποδομές και η στοιχειώδης ασφάλεια, τότε η συζήτηση μετατοπίζεται από το «τι οφείλει να κάνει ο κρατικός μηχανισμός» στο «πόσο καλά το επικοινωνεί». Και κάπου εκεί γεννιέται το επικίνδυνο ερώτημα: «αν όχι αυτός, τότε ποιος;». Ένα ερώτημα που δεν είναι επιχείρημα, αλλά παραδοχή χαμηλών προσδοκιών. Είναι η λογική του μονόφθαλμου ανάμεσα στους τυφλούς. Όταν αποδεχόμαστε ότι το αυτονόητο βαφτίζεται επιτυχία και η απουσία εναλλακτικής παρουσιάζεται ως επιχείρημα, τότε η κριτική εύκολα χαρακτηρίζεται «τοξικότητα» και η απαίτηση για κάτι καλύτερο εμφανίζεται σχεδόν ως αχαριστία.

Η παραπάνω τακτική συνοψίζεται στην πάρα πολύ εύστοχη παρατήρηση ενός καλού φίλου και στενού συνεργάτη, που δανείζομαι καταχρηστικά:

Η επανάσταση του αυτονόητου!