Το μετάλλιο της ματαιοδοξίας
Το πρωτοφανές, το γελοίο και το επικίνδυνο μιας χειρονομίας που δοκιμάζει τα όρια της δημοκρατίας.
Υπάρχουν στιγμές στη διεθνή πολιτική που δεν είναι απλώς αμήχανες, αλλά αποκαλυπτικές. Στιγμές που συμπυκνώνουν σε μία εικόνα τη σύγκρουση ανάμεσα στους θεσμούς και στα πρόσωπα, ανάμεσα στη δημοκρατική τάξη και στη ναρκισσιστική της διαστρέβλωση. Η απόφαση της Μαρίας Κορίνα Ματσάδο να προσφέρει στον Ντόναλντ Τραμπ το μετάλλιο του Νόμπελ Ειρήνης ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Είναι πρωτοφανής, επειδή θολώνει τα όρια ανάμεσα στον θεσμό και στο σύμβολο. Είναι γελοία, με την πολιτική έννοια του όρου, επειδή προϋποθέτει ότι ένα αντικείμενο μπορεί να υποκαταστήσει μια συλλογική κρίση. Και είναι επικίνδυνη, όχι επειδή αλλάζει την πραγματικότητα, αλλά επειδή υπονομεύει τον τρόπο με τον οποίο την αντιλαμβανόμαστε.
Το Νόμπελ Ειρήνης δεν είναι αναμνηστικό, ούτε έπαθλο που κυκλοφορεί ελεύθερα στον διεθνή στίβο. Είναι ένας θεσμός φορτισμένος με ιστορικό βάρος, ο οποίος λειτουργεί ακριβώς επειδή διατηρεί απόσταση από την προσωπική πολιτική σκοπιμότητα. Η απονομή του αφορά πράξεις και συμβολίζει αξίες που υπερβαίνουν το εκάστοτε πρόσωπο. Όταν το μετάλλιο αποσπάται από αυτό το πλαίσιο και προσφέρεται ως χειρονομία ευγνωμοσύνης σε έναν εν ενεργεία πρόεδρο, η πράξη αποκτά χαρακτήρα πολιτικής συναλλαγής, έστω και αν παρουσιάζεται ως συμβολική.
Η Ματσάδο πιθανότατα αντιλαμβάνεται την κίνηση ως επένδυση. Σε έναν κόσμο όπου η τύχη της Βενεζουέλας εξαρτάται από τις ισορροπίες ισχύος και τη στάση της Ουάσιγκτον, η προσωποποίηση της αμερικανικής πολιτικής στο πρόσωπο του Τραμπ καθιστά δελεαστική κάθε χειρονομία που ενισχύει τη μεταξύ τους σχέση. Ωστόσο, αυτή η επιλογή αναδεικνύει και ένα βαθύτερο πρόβλημα της δημοκρατικής σκέψης υπό πίεση. Όταν η δημοκρατία αισθάνεται ότι χρειάζεται έναν ισχυρό άνδρα για να επιβιώσει, κινδυνεύει να μιμηθεί τη λογική της προσωπολατρίας που υποτίθεται ότι απορρίπτει.
Η ματαιοδοξία ως πολιτικό εργαλείο και τα πραγματικά της όρια
Για τον Τραμπ, η χειρονομία αυτή λειτουργεί ως ιδανική επιβεβαίωση της αυτοεικόνας του. Ο ναρκισσιστής ηγέτης δεν ενδιαφέρεται πρωτίστως για τη θεσμική αναγνώριση, αλλά για τη συμβολική επικύρωση του αφηγήματος ότι η Ιστορία τον δικαιώνει ακόμη κι όταν οι θεσμοί διστάζουν. Το μετάλλιο, απογυμνωμένο από τη διαδικασία που το συνοδεύει, μετατρέπεται σε φετίχ ισχύος, σε υλικό τεκμήριο μιας υποτιθέμενης υπεροχής απέναντι στους κανόνες.
Το γελοίο στοιχείο της υπόθεσης προκύπτει από το γεγονός ότι αυτή η υπεροχή είναι φαντασιακή. Όλοι γνωρίζουν ότι ο τίτλος του Νομπελίστα δεν μεταβιβάζεται, ότι η Επιτροπή δεν αναγνωρίζει καμία αλλαγή, ότι καμία διεθνής συνθήκη δεν επηρεάζεται από το ποιος κρατά το μετάλλιο σε μια φωτογραφία. Κι όμως, στη λογική της πολιτικής του θεάματος, η εικόνα αρκεί. Το σύμβολο προηγείται της ουσίας και συχνά τη συγκαλύπτει.
Το επικίνδυνο, όμως, στοιχείο δεν βρίσκεται στην αυταπάτη του ίδιου του Τραμπ, αλλά στη διάχυση αυτής της λογικής στο διεθνές περιβάλλον. Όταν τέτοιες χειρονομίες παρουσιάζονται ως πολιτικά σημαντικές, καλλιεργείται η ιδέα ότι η διεθνής νομιμοποίηση μπορεί να αντληθεί έξω από θεσμούς και διαδικασίες, μέσα από προσωπικές ανταμοιβές και συμβολικές στεφάνες. Πρόκειται για μια λογική βαθιά αντιδημοκρατική, ακόμη κι αν υιοθετείται περιστασιακά από δρώντες που αυτοπροσδιορίζονται ως δημοκρατικοί.
Η ιστορική μνήμη προσφέρει ενοχλητικές αναλογίες. Ο Κνουτ Χάμσουν, προσφέροντας το μετάλλιο του Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Γκέμπελς, δεν νομιμοποίησε τον ναζισμό, αλλά εξέθεσε τον εαυτό του και τη σύγχυση ανάμεσα στο αντικείμενο και στον θεσμό. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και εδώ, σε διαφορετικό βέβαια πλαίσιο. Η χειρονομία δεν αλλάζει την ουσία της αμερικανικής πολιτικής, αλλά αποκαλύπτει πόσο εύκολα η δημοκρατική αγωνία μπορεί να διολισθήσει σε εκδηλώσεις πολιτικού κιτς.
Κι όμως, όσο ισχυρό κι αν φαίνεται το συμβολικό φορτίο, υπάρχουν όρια που δεν καθορίζονται μόνο από την άμυνα των θεσμών, αλλά και από τους μεγάλους game changers των διεθνών σχέσεων. Ο Τραμπ αντλεί δύναμη από απλοποιημένα αφηγήματα και από κρίσεις που μπορούν να παρουσιαστούν ως προσωπικές νίκες. Αντίθετα, αποδυναμώνεται όταν η διεθνής πραγματικότητα γίνεται σύνθετη και απείθαρχη. Μια σοβαρή κλιμάκωση στην Ουκρανία, μια περαιτέρω αποσταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή, ή μια κρίση στην Ασία που διαταράσσει τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, επιβάλλουν διαδικασίες, συντονισμό και τεχνική συνέχεια. Εκεί, το θέαμα υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη διαχείρισης.
Παράλληλα, η διεθνής οικονομία λειτουργεί ως σιωπηλός περιοριστής. Οι αγορές, οι επενδυτές και τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα που στηρίζουν τον Τραμπ δεν συμμερίζονται τη ματαιοδοξία του όταν αυτή μεταφράζεται σε κόστος. Εμπορικοί πόλεμοι, νομισματική αστάθεια ή ρήξεις με βασικούς εταίρους δημιουργούν πιέσεις που δεν εξουδετερώνονται με συμβολικές χειρονομίες. Ο συναλλακτικός χαρακτήρας του Τραμπ τον καθιστά ευάλωτο ακριβώς σε αυτές τις πιέσεις.
Σημαντικό ρόλο παίζουν και οι σύμμαχοι των ΗΠΑ, όχι μέσα από ανοιχτή σύγκρουση, αλλά μέσω μιας στρατηγικής απομυθοποίησης. Η ευγενική αποστασιοποίηση, η μεταφορά κρίσιμων αποφάσεων σε τεχνικό επίπεδο και η αποφυγή προσωπικών χειρονομιών περιορίζουν το επικοινωνιακό κεφάλαιο που τροφοδοτεί τη ναρκισσιστική πολιτική. Υπό αυτό το πρίσμα, η υπόθεση του Νομπέλ ξεχωρίζει ακριβώς επειδή αποτελεί εξαίρεση και ως τέτοια εκτίθεται.
Τέλος, υπάρχει ο χρονικός φραγμός των ενδιάμεσων εκλογών. Μέχρι τον Νοέμβριο, κάθε σοβαρή εξωτερική πρωτοβουλία αξιολογείται με εσωτερικά πολιτικά κριτήρια. Οι μεγάλοι τυχοδιωκτισμοί δεν προσφέρονται για άμεση εκλογική απόδοση και συχνά εγκυμονούν κινδύνους. Αυτό επιβάλλει έναν ιδιότυπο αυτοπεριορισμό, όχι λόγω θεσμικής ευλάβειας, αλλά λόγω πολιτικού υπολογισμού.
Η εικόνα του μεταλλίου συνοψίζει τελικά μια βαθύτερη αντίφαση, μιας χειρονομίας που φιλοδοξεί να αποδώσει ιστορικό μεγαλείο και καταλήγει να αποκαλύπτει την ανασφάλεια που τη γεννά. Ένας ηγέτης που εμφανίζεται ως υπεράνω θεσμών, αποζητά συμβολικές επιβεβαιώσεις ακριβώς επειδή δεν τις απέκτησε θεσμικά. Και μια δημοκρατική αγωνίστρια, στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει στήριξη, φλερτάρει με τον εξευτελισμό στη λογική της προσωπολατρίας.
Το Νόμπελ Ειρήνης δεν υποβαθμίστηκε επειδή άλλαξε χέρια ως αντικείμενο. Υποβαθμίστηκε στιγμιαία ως σύμβολο, μόνο και μόνο για να υπενθυμίσει ότι η πραγματική του ισχύς βρίσκεται στην άρνησή του να λειτουργήσει ως προσωπικό αξεσουάρ εξουσίας. Και αυτή η άρνηση, όσο κι αν αγνοείται σε μια φωτογραφία, παραμένει το πιο σταθερό επιχείρημα υπέρ της δημοκρατίας σε έναν κόσμο που δοκιμάζεται διαρκώς από τη ματαιοδοξία των ηγετών του.