Ένας χρόνος Τραμπ και η στρατηγική μοναξιά της Ευρώπης

Η κρίση της Δύσης, το ΝΑΤΟ υπό αίρεση και το δύσκολο ελληνικό ισοζύγιο ανάμεσα στις ΗΠΑ, το διεθνές δίκαιο και την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη

Ένας χρόνος Τραμπ και η στρατηγική μοναξιά της Ευρώπης
EPA/BONNIE CASH / POOL

Ένας χρόνος μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία, η διεθνής τάξη εμφανίζεται λιγότερο σταθερή, λιγότερο προβλέψιμη και κυρίως λιγότερο δυτική με την έννοια που καθιερώθηκε μετά το 1945. Η επανεκλογή του δεν σηματοδότησε απλώς μια αλλαγή ύφους στην Ουάσινγκτον, αλλά επιτάχυνε μια βαθύτερη μετατόπιση, όπου οι συμμαχίες αντιμετωπίζονται ως προσωρινά εργαλεία και όχι ως θεσμικές δεσμεύσεις. Η έρευνα του European Council on Foreign Relations αποτυπώνει αυτή τη μεταβολή όχι μόνο ως πολιτική επιλογή των ΗΠΑ, αλλά ως αλλαγή αντίληψης σε παγκόσμιο επίπεδο, με την Κίνα να εμφανίζεται ενισχυμένη και την Ευρώπη να βρίσκεται σε μια κατάσταση στρατηγικής αμηχανίας.

Η βασική παραδοχή της έκθεσης είναι ότι ο κόσμος έχει ήδη εισέλθει σε μια πολυπολική φάση, όπου η αμερικανική ηγεμονία δεν θεωρείται δεδομένη και η κινεζική ισχύς αντιμετωπίζεται ως σταθερός παράγοντας του μέλλοντος. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία, ωστόσο, είναι ότι η ενίσχυση της εικόνας της Κίνας δεν προκύπτει μόνο από τις δικές της επιλογές, αλλά και από τη συνειδητή απόσυρση των Ηνωμένων Πολιτειών από τον ρόλο του εγγυητή της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης. Η πολιτική Τραμπ, με τον έντονα συναλλακτικό χαρακτήρα της, μετατρέπει τη διεθνή πολιτική σε πεδίο άμεσων ανταλλαγών ισχύος, όπου οι αξίες, οι κανόνες και οι πολυμερείς δεσμεύσεις αποκτούν δευτερεύοντα ρόλο.

Αυτό έχει άμεσες συνέπειες στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ΕΕ δεν αντιμετωπίζεται ως στρατηγικός εταίρος, αλλά ως οικονομικός ανταγωνιστής και γεωπολιτικός επιβάτης ασφαλείας. Η αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής συνεισφοράς στο ΝΑΤΟ, η εμμονή στην οικονομική επιβάρυνση των συμμάχων και η γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς υπονομεύουν την ίδια την ιδέα μιας κοινής Δύσης. Στο συλλογικό φαντασιακό των ευρωπαϊκών κοινωνιών, όπως αποτυπώνεται στην έρευνα της ECFR, οι ΗΠΑ παύουν να θεωρούνται αξιόπιστος εγγυητής ασφάλειας και μετατρέπονται σε έναν απρόβλεπτο παίκτη, του οποίου οι επιλογές δεν ευθυγραμμίζονται απαραίτητα με τα ευρωπαϊκά συμφέροντα.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό πεδίο αυτής της απόκλισης. Για την Ευρώπη, η ουκρανική αντίσταση συνδέεται άμεσα με τη δική της ασφάλεια, καθώς μια ρωσική επικράτηση ή μια επιβεβλημένη λύση εις βάρος του Κιέβου θα άνοιγε τον δρόμο για μια γενικευμένη αποσταθεροποίηση της ανατολικής πτέρυγας. Για τις ΗΠΑ του Τραμπ, η Ουκρανία εντάσσεται σε έναν ευρύτερο υπολογισμό κόστους και οφέλους, όπου η στρατιωτική και οικονομική στήριξη αξιολογείται με βάση την άμεση απόδοση για τα αμερικανικά συμφέροντα. Αυτή η διαφοροποίηση παράγει ένα στρατηγικό κενό, στο οποίο η Ευρώπη καλείται να επενδύσει περισσότερους πόρους και πολιτικό κεφάλαιο, χωρίς την πλήρη βεβαιότητα της αμερικανικής κάλυψης.

Η Γροιλανδία και το ΝΑΤΟ ως συμπτώματα μιας μετασυμμαχικής εποχής

Η επαναφορά της Γροιλανδίας στον αμερικανικό στρατηγικό λόγο φωτίζει ακόμη περισσότερο τη μεταβολή αυτή. Η αντιμετώπισή της ως ζήτημα αμερικανικού εθνικού συμφέροντος, ανεξάρτητα από τη δανική κυριαρχία και τη θεσμική συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η λογική ισχύος υπερισχύει πλέον της συμμαχικής αλληλεγγύης. Το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος της ΕΕ μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπο με πιέσεις από τον βασικό του σύμμαχο, χωρίς αποτελεσματικούς μηχανισμούς συλλογικής αντίδρασης, αποκαλύπτει τις αδυναμίες τόσο της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας όσο και του ίδιου του ΝΑΤΟ.

Η Βορειοατλαντική Συμμαχία, σε αυτό το περιβάλλον, εμφανίζεται ως ένας θεσμός υπό διαρκή διαπραγμάτευση. Η συλλογική άμυνα εξακολουθεί να υφίσταται τυπικά, αλλά η πολιτική βούληση που την καθιστά αξιόπιστη αποδυναμώνεται όταν τίθεται υπό όρους. Η αμφισημία γύρω από το Άρθρο 5 και η συνεχής επαναφορά της οικονομικής διάστασης της ασφάλειας δημιουργούν ένα κλίμα αβεβαιότητας, το οποίο υπονομεύει την αποτρεπτική λειτουργία της Συμμαχίας. Για χώρες που βρίσκονται στα σύνορα της γεωπολιτικής αστάθειας, αυτή η αβεβαιότητα έχει άμεσες και πρακτικές συνέπειες.

Σε αυτό το σύνθετο πλαίσιο, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ιδιαίτερα απαιτητικό εγχείρημα. Η ελληνοαμερικανική σχέση έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια χαρακτηριστικά ειδικής στρατηγικής συνεργασίας, με έμφαση στην άμυνα, την ενέργεια και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα έχει επενδύσει συστηματικά στο διεθνές δίκαιο ως βασικό εργαλείο προάσπισης των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, καθώς και στην ευρωπαϊκή αλληλεγγύη ως πολλαπλασιαστή ισχύος. Η ανάγκη διατήρησης αυτών των ισορροπιών, την οποία έχει επισημάνει και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, δεν αποτελεί απλή διπλωματική ρητορική, αλλά στρατηγική αναγκαιότητα.

Η υπερβολική προσκόλληση σε μια μονοδιάστατη αντίληψη της σχέσης με τις ΗΠΑ θα μπορούσε να αποδυναμώσει τη συνεκτικότητα της ελληνικής θέσης απέναντι στον αναθεωρητισμό της Τουρκίας, ιδίως σε ένα περιβάλλον όπου η Ουάσινγκτον επιδεικνύει μεγαλύτερη ανοχή σε πολιτικές ίσων αποστάσεων. Από την άλλη πλευρά, η αποστασιοποίηση από την αμερικανική στρατηγική θα περιόριζε την αποτρεπτική ισχύ της χώρας και θα υπονόμευε τον ρόλο της ως πυλώνα σταθερότητας στο νοτιοανατολικό άκρο του ΝΑΤΟ. Η ελληνική διπλωματία καλείται έτσι να κινηθεί σε ένα στενό πεδίο, όπου η προσήλωση στους κανόνες πρέπει να συνδυάζεται με ρεαλιστική ανάγνωση των συσχετισμών ισχύος.

Η ευρύτερη εικόνα που αναδύεται από την πρώτη χρονιά της δεύτερης θητείας Τραμπ δεν παραπέμπει σε μια άμεση γεωπολιτική μετατόπιση της Ευρώπης προς την Κίνα, αλλά σε μια κατάσταση στρατηγικής μοναξιάς. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες δεν εκφράζουν αυξημένη εμπιστοσύνη στο Πεκίνο, αλλά προσαρμόζονται στην ιδέα ότι ο παραδοσιακός σύμμαχος δεν αποτελεί πλέον σταθερό σημείο αναφοράς. Σε αυτό το κενό, η Κίνα κερδίζει έδαφος όχι επειδή πείθει ιδεολογικά, αλλά επειδή προσφέρει προβλεψιμότητα σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες υποχωρούν.

Η πρόκληση για την Ευρώπη και για χώρες όπως η Ελλάδα είναι διπλή. Αφενός, απαιτείται ενίσχυση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, όχι ως υποκατάστατο των συμμαχιών, αλλά ως εγγύηση ότι αυτές δεν θα εξαρτώνται από τις εκλογικές μεταβολές στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Αφετέρου, χρειάζεται μια ψύχραιμη επαναξιολόγηση της σχέσης με τις ΗΠΑ, με στόχο τη διατήρηση της συνεργασίας χωρίς αυταπάτες. Η εποχή της αυτόματης ευθυγράμμισης έχει παρέλθει, αλλά η εποχή της πλήρους αποδέσμευσης δεν είναι ρεαλιστική.

Έναν χρόνο μετά, το αποτύπωμα του Τραμπ στη διεθνή πολιτική είναι σαφές. Η Δύση, ως ενιαίο πολιτικό και αξιακό σύνολο, βρίσκεται σε κρίση συνοχής. Το ερώτημα που τίθεται δεν αφορά μόνο το ποιος κερδίζει σε όρους ισχύος, αλλά ποιος μπορεί να προσφέρει ένα σταθερό πλαίσιο κανόνων σε έναν κόσμο που απομακρύνεται από τη βεβαιότητα. Για την Ευρώπη και για την Ελλάδα, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει τη θέση τους σε μια εποχή όπου η γεωπολιτική επιστρέφει, όχι ως θεωρία, αλλά ως καθημερινή πραγματικότητα.