Και πάλι τα φώτα στην Μαρία Καρυστιανού; Η πολιτική της κάθαρσης και ο αντιδραστικός ριζοσπαστισμός της εποχής
Πώς το πένθος, η εναλλακτική γνώση και η καχυποψία προς τη νεωτερικότητα συγκροτούν ένα νέο εθνολαϊκιστικό υβρίδιο
Στη Μαρία Καρυστιανού συγκροτείται κάτι περισσότερο από ένα πρόσωπο δημόσιας αναφοράς. Βρίσκει έκφραση ένα πολιτικό υβρίδιο εθνολαϊκιστικού συγκρητισμού, στο οποίο συναντώνται ετερόκλητα, αλλά βαθιά συγγενή ρεύματα της εποχής. Από τη μία πλευρά, η αριστερή κινηματική κινητοποίηση και κυρίως ο κόσμος που της έφεραν πρόθυμα τα κόμματα της αντιπολίτευσης που την έβαλαν στην επικαιρότητα και επιχειρώντας εξαρχής να την εντάξουν σε ένα γνώριμο σχήμα πολιτικής καταγγελίας. Από την άλλη, μια ρητορική κάθαρσης που αντλεί από το ρεπερτόριο της Δεξιάς και της ακροδεξιάς, με επίκληση μοναστηριών, ηγουμένων και πνευματικών, μετατοπίζοντας το πολιτικό νόημα από το θεσμικό στο μεταφυσικό επίπεδο. Η σύνθεση αυτή μοιάζει αντιφατική μόνο αν ιδωθεί με όρους παραδοσιακών ιδεολογικών διαιρέσεων. Ως ακόμα ένα σύμπτωμα της εποχής, η σύνδεση γίνεται παραπάνω από εμφανής.
Η Μαρία Καρυστιανού ενσαρκώνει, με τρόπο σχεδόν υποδειγματικό, τη φιγούρα της εναλλακτικής σε μια περίοδο όπου οι ταυτότητες αποδομούνται και ανασυντίθενται διαρκώς. Ολιστική γιατρός, φορέας μιας γνώσης που κινείται έξω από τον στενό κανόνα του θεσμικού ορθολογισμού, εντάσσεται φυσικά σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον όπου η αναζήτηση απαντήσεων μετατοπίζεται πέρα από το προφανές. Εκεί όπου η καχυποψία προς τους θεσμούς συναντά τη συνωμοσιολογία, ο μεσσιανισμός συναντά την ηθική βεβαιότητα και το πένθος μετατρέπεται σταδιακά σε αποστολή. Το αποτέλεσμα είναι ένα κράμα τιμωρητικού συναισθήματος, στο οποίο η πολιτική δεν ζητά απλώς ευθύνες, αλλά απλά νέμεση.
Το προσωπικό τραύμα, όσο αδιαμφισβήτητο και αν είναι, λειτουργεί στη σύγχρονη δημόσια σφαίρα ως το πλέον ισχυρό ηθικό κεφάλαιο. Παράγει μια μορφή ασυλίας, καθιστά τον λόγο δύσκολα αμφισβητήσιμο και μετατρέπει τη βιωμένη εμπειρία σε πηγή πολιτικής νομιμοποίησης. Σταδιακά, το αίτημα για δικαιοσύνη μετατοπίζεται από τη διερεύνηση στην ηθική καταδίκη. Η πολυπλοκότητα εκλαμβάνεται ως υπεκφυγή και η αμφιβολία ως συγκατάθεση. Έτσι, η πολιτική παύει να λειτουργεί ως πεδίο θεσμικών διαδικασιών και μετατρέπεται σε σκηνή αποκάλυψης.
Σε αυτό το σημείο, η έννοια της κάθαρσης αποκτά κεντρική σημασία. Η επίκληση θρησκευτικών μορφών και πνευματικών αυθεντιών δεν αποτελεί απλώς επικοινωνιακή υπερβολή, αλλά ένδειξη βαθύτερης μετατόπισης. Όταν η δικαιοσύνη νοείται ως ηθική λύτρωση, τότε η θεσμική της εκδοχή φαντάζει ανεπαρκής. Το κράτος δικαίου, με τους αργούς ρυθμούς, τις εγγυήσεις και τις διαδικασίες του, δυσκολεύεται να ανταποκριθεί σε μια απαίτηση που δεν αναζητά απόφαση αλλά εξιλέωση. Σε αυτή τη συνθήκη, η τιμωρία αποκτά σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα, από μια σαφώς αντιπολιτική θέση.
Σε αυτή τη μετατόπιση δεν είναι αμελητέος ο ρόλος του περιβάλλοντος που συγκροτείται γύρω από την Καρυστιανού. Οι συνεργάτες που πλαισιώνουν δημόσια τον λόγο της λειτουργούν ως πολιτικοί και ιδεολογικοί πολλαπλασιαστές, μεταφέροντας το αίτημα από το επίπεδο της ηθικής διαμαρτυρίας σε πιο σαφείς πολιτικές συντεταγμένες. Η παρουσία της δικηγόρου και πρώην πολιτεύτριας της Νίκης Μαρίας Γρατσία, με το σαφές ιδεολογικό φορτίο που φέρει, δεν αποτελεί τυχαία λεπτομέρεια. Αντιθέτως, εντάσσεται οργανικά στη σύζευξη πένθους, δικανικού λόγου και εθνοθρησκευτικού αντισυστημισμού, υποδεικνύοντας ότι το φαινόμενο δεν εξελίσσεται στο κενό, αλλά αποκτά πολιτικές γέφυρες και σημεία επαφής με συγκεκριμένους χώρους.
Η ιδιότητα της Καρυστιανού ως ολιστικής γιατρού αποκτά εδώ ιδιαίτερη βαρύτητα, όχι ως βιογραφική λεπτομέρεια, αλλά ως συμβολικό στοιχείο. Η ολιστική προσέγγιση εντάσσεται στον ευρύτερο χώρο της εναλλακτικής γνώσης, όπου η δυσπιστία προς τους ειδικούς και τις επίσημες αλήθειες συνυπάρχει με την αναζήτηση νοήματος πέρα από τον τεχνοκρατικό ορθολογισμό. Πρόκειται για μια αντι-ορθολογική στάση που διαπερνά σήμερα μεγάλο μέρος της δημόσιας σφαίρας, χωρίς να αυτοαντιλαμβάνεται ως ανορθολογική. Η αλήθεια βιώνεται ως κάτι που αποκαλύπτεται βιωματικά και όχι ως αποτέλεσμα συλλογικών διαδικασιών επαλήθευσης.
Αυτό ακριβώς το πολιτισμικό υπόστρωμα συνέδεσε, τα τελευταία χρόνια, μια σειρά από κινήματα που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν ασύνδετα. Ο αντι-εμβολιασμός πριν και κυρίως κατά την πανδημία δεν περιορίστηκε σε επιφυλάξεις απέναντι σε συγκεκριμένες πρακτικές. Το σώμα μετατράπηκε σε πεδίο πολιτικής σύγκρουσης και σε τελευταίο οχυρό ατομικής κυριαρχίας απέναντι σε μια κρατική επιβολή που βιώθηκε ως απειλή. Όταν η επιστήμη εκλαμβάνεται ως εντολή και όχι ως γνώση, η αντίδραση οργανώνεται με όρους πίστης.
Παρόμοια λογική διέτρεξε και την αντίρρηση απέναντι στις νέες αστυνομικές ταυτότητες, οι οποίες επενδύθηκαν με φόβους ψηφιακής επιτήρησης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με θρησκευτική και εσχατολογική σημειολογία. Η τεχνολογία αντιμετωπίστηκε ως σύμπτωμα ενός κόσμου που αποξενώνεται από τον άνθρωπο. Στο ίδιο πλαίσιο εντάχθηκαν οι αντιδράσεις απέναντι στα μεταλλαγμένα τρόφιμα και την αιολική ενέργεια, όχι τόσο με βάση επιστημονικά δεδομένα όσο ως άρνηση της τεχνοκρατικής παρέμβασης στη φύση, η οποία αναγορεύεται σε ηθικό καταφύγιο.
Η στήριξη των αγροτικών μπλόκων λειτούργησε ως κρίκος που συνέδεσε αυτά τα ρεύματα με μια ευρύτερη αντι-παγκοσμιοποιητική αφήγηση. Ο αγρότης αναδείχθηκε σε συμβολικό φορέα αυθεντικότητας, αντιπαρατιθέμενος σε έναν απρόσωπο κόσμο αγορών, Βρυξελλών και τεχνοκρατών. Τα υπαρκτά αιτήματα επενδύθηκαν ιδεολογικά με μια αφήγηση ηθικής ανωτερότητας απέναντι σε ένα σύστημα που παρουσιάζεται συλλήβδην ως διεφθαρμένο.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν υπήρξε η γενεσιουργός αιτία αυτών των ρευμάτων. Βρέθηκε, όμως, σε μια στιγμή κατά την οποία αναζητούσαν νέο σημείο συμπύκνωσης. Και εκείνα, με τη σειρά τους, βρήκαν στο πρόσωπό της μια φιγούρα ηθικά νομιμοποιημένη, συναισθηματικά φορτισμένη και πολιτικά δύσκολα αμφισβητήσιμη. Έτσι, η πολιτική μετατοπίζεται από τη διεκδίκηση στην τιμωρία και από τη διαδικασία στην αποκάλυψη.
Το ερώτημα που αναδύεται, μετά από όλη αυτή την προσωπική περιπέτεια της Καρυστιανού και την πολυετή περιπλάνηση των δυνητικών αντισυστημικών ψηφοφόρων της δεξιά και αριστερά, αφορά το αν ο χώρος του αντισυστημισμού, που αλλού στην Δύση εκφράζεται από την ακροδεξιά, βρήκε de facto την ιδιάζουσα εκφράστριά του. Όχι μέσα από συγκροτημένο πολιτικό σχέδιο ή κομματική πρόταση, αλλά μέσα από τη συνάντηση πένθους, ηθικής νομιμοποίησης και μιας εποχής που αναζητά απαντήσεις έξω από τους καθιερωμένους θεσμούς και τις διαδικασίες που περνούν κρίση νομιμοποίησης.
Το αν και κατά πόσο αυτή η σύμπτωση θα παγιωθεί σε σταθερό πολιτικό φαινόμενο ή αν θα αποδειχθεί μια ακόμη στιγμή συναισθηματικής υπερχείλισης σε μια περίοδο γενικευμένης δυσπιστίας παραμένει για την ώρα, ανοιχτό. Ο χρόνος θα δείξει…