Το «Συμβούλιο Ειρήνης» του Τραμπ και τα όρια της παράκαμψης του διεθνούς συστήματος
Γιατί οι χώρες που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία Τραμπ, αυτές που απέχουν αλλά και όσες επιφυλάσσονται αποκαλύπτουν περισσότερα από όσα υπόσχεται η ίδια η πρωτοβουλία
Η ανακοίνωση της δημιουργίας ενός λεγόμενου «Συμβουλίου Ειρήνης» υπό την αιγίδα του Ντόναλντ Τραμπ δεν αποτελεί απλώς ακόμη ένα επεισόδιο στον μακρύ κατάλογο των εναλλακτικών πολυμερών σχημάτων που κατά καιρούς προτείνονται ως αντίβαρο στον ΟΗΕ. Αποτελεί κυρίως ένα πολιτικό γεγονός με βαρύ συμβολισμό, καθώς συμπυκνώνει την επιθυμία μιας συγκεκριμένης εκδοχής αμερικανικής ισχύος να μεταφέρει το κέντρο βάρους της διεθνούς διαμεσολάβησης από τους θεσμούς σε προσωποπαγή δίκτυα, από τη νομιμοποίηση των κανόνων στη διαπραγμάτευση ισχύος, από τη συλλογική διαδικασία στην απευθείας συμφωνία μεταξύ ηγετών.
Η πρωτοβουλία παρουσιάστηκε ως πλατφόρμα προώθησης της ειρήνης, με αφετηρία τη μεταπολεμική διαχείριση της Γάζας και με φιλοδοξία να επεκταθεί σε ευρύτερες εστίες αστάθειας. Στην πράξη, πρόκειται για έναν χαλαρό σχηματισμό κρατών, χωρίς σαφή θεσμική αρχιτεκτονική, χωρίς ενσωμάτωση στο διεθνές δίκαιο και χωρίς μηχανισμούς λογοδοσίας. Η λειτουργία του στηρίζεται σε πολιτικές δεσμεύσεις, σε οικονομικές εισφορές και, κυρίως, στην προσωπική επιρροή του ίδιου του Τραμπ, ο οποίος εμφανίζεται ως κεντρικός συντονιστής και τελικός διαμεσολαβητής.
Αυτή ακριβώς η προσωποκεντρική διάσταση εξηγεί και το γιατί η πρωτοβουλία προκαλεί τόσο έντονη δυσπιστία στην Ευρώπη. Η ΕΕ, με όλα τα γνωστά της ελλείμματα, παραμένει προσανατολισμένη σε μια αντίληψη διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες, σε πολυμερείς διαδικασίες και σε θεσμική συνέχεια. Ένα σχήμα που συγκροτείται γύρω από τη βούληση ενός ηγέτη, ακόμη κι αν αυτός εκπροσωπεί την ισχυρότερη χώρα του πλανήτη, δύσκολα μπορεί να ενσωματωθεί σε αυτή τη λογική. Η ανησυχία αφορά τόσο τη δημιουργία παράλληλων δομών απέναντι στον ΟΗΕ όσο και τον κίνδυνο αποσπασματικών παρεμβάσεων, οι οποίες ενδέχεται να επιλύουν προσωρινά κρίσεις, αφήνοντας όμως πίσω τους βαθύτερα θεσμικά κενά.
Δεν είναι τυχαίο ότι, από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μοναδική σαφής εξαίρεση αποτέλεσε η Ουγγαρία του Βίκτορ Ορμπάν, η οποία εδώ και χρόνια ακολουθεί μια αυτόνομη εξωτερική πολιτική, συχνά σε απόκλιση από τις κοινές ευρωπαϊκές θέσεις. Η συμμετοχή της Βουλγαρίας σε πρώιμο στάδιο είχε περισσότερο τεχνικό χαρακτήρα και δεν συνοδεύτηκε από πολιτική κινητοποίηση αντίστοιχη της Βουδαπέστης. Οι μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, από το Παρίσι μέχρι το Βερολίνο, επέλεξαν να τηρήσουν αποστάσεις, επισημαίνοντας την ανάγκη σεβασμού των υφιστάμενων διεθνών μηχανισμών και αποφεύγοντας να νομιμοποιήσουν ένα εγχείρημα με ασαφή ορίζοντα.
Από τη “συμμαχία των προθύμων” στη γεωπολιτική των προσώπων
Η εικόνα θυμίζει αναπόφευκτα προηγούμενες προσπάθειες συγκρότησης ad hoc συνασπισμών, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη «συμμαχία των προθύμων» του 2003. Τότε, όπως και τώρα, το κεντρικό επιχείρημα ήταν η ανάγκη ταχείας δράσης, μακριά από τις χρονοβόρες διαδικασίες του ΟΗΕ. Το αποτέλεσμα υπήρξε μια στρατιωτική επέμβαση με περιορισμένη διεθνή νομιμοποίηση και μακροχρόνιες συνέπειες για την περιφερειακή σταθερότητα. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι τέτοιου τύπου σχηματισμοί διαθέτουν ισχυρή εκκίνηση, αλλά περιορισμένη αντοχή στον χρόνο, ακριβώς επειδή εξαρτώνται από συγκυριακές συγκλίσεις και από την προσωπική ισχύ των πρωταγωνιστών τους.
Στην περίπτωση του Συμβουλίου Ειρήνης, το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο λόγω της ετερογένειας των συμμετεχόντων. Χώρες με αντικρουόμενα συμφέροντα, διαφορετικές αντιλήψεις για το διεθνές δίκαιο και αποκλίνουσες περιφερειακές στρατηγικές καλούνται να συνυπάρξουν σε ένα φόρουμ χωρίς σαφείς κανόνες. Η πρόσκληση προς κράτη όπως η Τουρκία, αλλά και η ανοιχτή συζήτηση για συμμετοχή δυνάμεων που βρίσκονται σε ενεργές αντιπαραθέσεις, δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η έννοια της ειρήνης μετατρέπεται σε διαπραγματεύσιμο προϊόν, περισσότερο παρά σε συλλογικό στόχο.
Σε αυτό το πλαίσιο εγγράφεται και η ελληνική στάση. Η Αθήνα επέλεξε μια προσεκτική ενδιάμεση θέση, δηλώνοντας ότι θα κινηθεί σε συντονισμό με την Ευρωπαϊκή Ένωση και αποφεύγοντας μια μονομερή ένταξη. Η επιλογή αυτή αντανακλά τρεις παράλληλες παραμέτρους. Πρώτον, την πάγια ελληνική προσήλωση στην ευρωπαϊκή συνοχή, ιδίως σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής όπου η συλλογική στάση προσφέρει πολλαπλάσια διαπραγματευτική ισχύ. Δεύτερον, τις θεσμικές επιφυλάξεις απέναντι σε ένα σχήμα που λειτουργεί εκτός του πλαισίου του ΟΗΕ. Τρίτον, και ίσως πιο ουσιαστικά, την παρουσία της Τουρκίας στην ίδια πρωτοβουλία.
Η συμμετοχή της Άγκυρας δημιουργεί ένα περίπλοκο πλέγμα συμβολισμών. Από τη μία πλευρά, η Τουρκία επιχειρεί να αναβαθμίσει τον ρόλο της ως περιφερειακού μεσολαβητή, αξιοποιώντας κάθε διεθνές φόρουμ για να προβάλλει εικόνα αναντικατάστατου παίκτη. Από την άλλη, για την Ελλάδα, η συνύπαρξη σε ένα άτυπο συμβούλιο χωρίς σαφείς εγγυήσεις ισοτιμίας και χωρίς ρητές αναφορές στο διεθνές δίκαιο της θάλασσας εγκυμονεί κινδύνους συμβολικής εξίσωσης, ιδίως όταν εκκρεμούν κρίσιμα ζητήματα κυριαρχίας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η ελληνική διπλωματία, έχοντας επενδύσει τα τελευταία χρόνια στη στρατηγική της θεσμικής ενσωμάτωσης των διαφορών, δύσκολα θα αποδεχόταν ένα πλαίσιο όπου οι κανόνες υποχωρούν μπροστά στη διαπραγμάτευση ισχύος.
Σε τελική ανάλυση, το Συμβούλιο Ειρήνης του Τραμπ αποτυπώνει μια ευρύτερη μετατόπιση προς μια διεθνή πολιτική που ευνοεί τις προσωποπαγείς πρωτοβουλίες και τις ευέλικτες συμμαχίες, συχνά εις βάρος της θεσμικής συνέχειας. Μπορεί να λειτουργήσει ως βραχυπρόθεσμο εργαλείο συντονισμού για συγκεκριμένες κρίσεις και ως πλατφόρμα πολιτικής επιρροής για τις ΗΠΑ και τους εταίρους τους. Ωστόσο, τα δομικά του όρια παραμένουν εμφανή. Χωρίς καθολική συμμετοχή, χωρίς νομική κατοχύρωση και χωρίς μηχανισμούς εφαρμογής αποφάσεων, δύσκολα μπορεί να εξελιχθεί σε πυλώνα της παγκόσμιας διακυβέρνησης.
Για την Ευρώπη και για την Ελλάδα ειδικότερα, το διακύβευμα υπερβαίνει τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία. Αφορά το αν η διεθνής τάξη θα συνεχίσει να οργανώνεται γύρω από κανόνες και θεσμούς ή αν θα διολισθήσει προς ένα μωσαϊκό προσωρινών συμφωνιών, όπου η ειρήνη εξαρτάται από τη συγκυρία και την προσωπική χημεία των ηγετών. Η μέχρι τώρα ευρωπαϊκή επιφυλακτικότητα και η ελληνική ενδιάμεση στάση δείχνουν ότι, τουλάχιστον προς το παρόν, η απάντηση γέρνει προς την πρώτη κατεύθυνση. Και αυτό, σε έναν κόσμο αυξανόμενων εντάσεων, ίσως αποδειχθεί η πιο ρεαλιστική μορφή στρατηγικής σύνεσης.