Πότε αποφασίσαμε να αφήσουμε την ανθρωπιά μας να «πεθάνει» στον διάδρομο ενός νοσοκομείου;

Όταν μιλάμε για τη δημόσια υγεία ξαφνικά χανόμαστε μεταξύ κωδικών ονομασιών νομοσχεδίων και εκατομμυρίων ευρώ που μόνο ακούμε, αλλά ποτέ δεν βλέπουμε.

Πότε αποφασίσαμε να αφήσουμε την ανθρωπιά μας να «πεθάνει» στον διάδρομο ενός νοσοκομείου;

Βρισκόμαστε λίγες μόλις μέρες αφού υποδεχτήκαμε με μπόλικη Εθνική υπερηφάνεια τη φρεγάτα Belharra. Και αυτό την ίδια στιγμή που το σύστημα υγείας συνεχίζει να καταρρέει.

Σαφώς, θα βρεθούν εκείνοι που θα τονίσουν ότι το ένα δεν έχει καμία σχέση με το άλλο. Έχουν δίκιο, μέχρι σε ένα σημείο.

Αυτές οι γραμμές δεν γράφονται μετά από εκτενές ρεπορτάζ. Δεν κάλεσα κανέναν ιθύνοντα για να μου δώσει καμία θεσμική απάντηση.

Αυτό ως disclaimer για όσους θελήσουν να διαβάσουν αυτά που έχω να πω παρακάτω…

Κάθε φορά, λοιπόν, που τυγχάνει να με ζορίζει μια κατάσταση τείνω να γκρινιάζω. Σε κάθε μικρή μου γκρίνια η γιαγιά μου πάντα μου λέει την – κλισέ θα έλεγε κανείς – φράση: «την υγεία μας να έχουμε». Κι εγώ ουκ ολίγες φορές της έχω αποκριθεί: «την έχω την υγεία μου αλλά τυραννιέμαι», κι εκείνη απτόητη θα μου απαντήσει «θα περάσει. Όλα περνάνε. Να έχεις τσαγανό», ενώ σφίγγει τη γροθιά της.

Είναι θλιβερή η διαπίστωση ότι στην Ελλάδα του 2026 πράγματι έχουμε εναποθέσει όλες τις ελπίδες μας στην τύχη. Μη μας βρει καμιά αρρώστια, κανένα διάστρεμμα, γιατί τι θα γίνει; Θα περιμένουμε το κατ’ ελάχιστο έξι ώρες σε μια αίθουσα αναμονής ή ακόμα χειρότερα σε ένα φορείο, σε έναν διάδρομο, στοιβαγμένοι δίπλα σε άλλους ασθενείς πάνω σε φορεία στον ίδιο διάδρομο. Τοποθετημένοι με γεωμετρική ακρίβεια για να χωρέσουν όλα τα «τουβλάκια» του ανθρώπινου Tetris που παίζουμε στα γενικά νοσοκομεία.

Ακόμα πιο θλιβερή είναι η διαπίστωση ότι φάνηκε να είναι πιο εύκολο να αποκτήσουμε άμεσα μια πολυτελή και υπερσύγχρονη φρεγάτα ενώ στα 50 και πλέον χρόνια της μεταπολίτευσης δεν καταφέραμε να βελτιώσουμε το σύστημα δημόσιας υγείας.

Είμαστε έτοιμοι να πολεμήσουμε μια άλλη χώρα αλλά στη σκληρή πραγματικότητα, το μέρος που μοιάζει περισσότερο με εμπόλεμη ζώνη είναι τα δημόσια νοσοκομεία. Εκεί είναι το πεδίο της ανεπάρκειάς μας και οι «παράπλευρες απώλειες» είναι οι άνθρωποί μας.

Άνθρωποι που δούλεψαν λιγότερο ή περισσότερο γι’ αυτό το κράτος και σήμερα είναι κυριολεκτικά γυμνοί, ημισκεπασμένοι με ένα σεντόνι ή στην καλύτερη με μία κουβέρτα, σχεδόν ξεχασμένοι σε έναν διάδρομο νοσοκομείου. Αλλά και οι οικογένειες των ασθενών, που ταλαιπωρημένοι, γεμάτοι άγχος περιμένουν σε μία καρέκλα ή όρθιοι σε μία γεμάτη αίθουσα αναμονής, να μένουν για ώρες να κοιτούν την τηλεόραση που παίζει στις ειδήσεις, και κάθε κουστουμάτο υπουργό ή βουλευτή να ξεδιπλώνει περήφανα το προσωπικό του αφήγημα. «Παράπλευρη απώλεια» είναι ακόμα και οι εργαζόμενοι που με όση δύναμη τους έχει απομείνει, θα βρουν έναν λόγο για να σου χαμογελάσουν, να συζητήσουν μαζί σου, να κρατήσουν το χέρι ενός ασθενή, να τον κάνουν να νιώσει μία στιγμιαία σιγουριά ότι όλα θα πάνε καλά.

Πώς όμως θα πάνε καλά σε μία χώρα που στέκει αδιάφορη στην απανθρωπιά;

Όταν μιλάμε για τη δημόσια υγεία ξαφνικά χανόμαστε μεταξύ κωδικών ονομασιών νομοσχεδίων και εκατομμυρίων ευρώ που μόνο ακούμε, αλλά ποτέ δεν βλέπουμε.

Δεν ξέρω πότε αποφασίσαμε ότι ο εξοπλισμός για έναν ενδεχόμενο πόλεμο είναι πιο σημαντικός από τους ασθενείς που υπάρχουν και ταλαιπωρούνται.

Για την ακρίβεια, δεν ξέρω – και μάλλον δεν θα μάθω κιόλας – πότε αποφασίσαμε να αφήσουμε την ανθρωπιά μας να πεθάνει στον διάδρομο ενός νοσοκομείου.

Υ.Γ. Κύριε Γεωργιάδη, ως μια 27χρονη φορολογούμενη πολίτης, καθισμένη σε ένα παγκάκι στο προαύλιο ενός ασφυκτικά γεμάτου νοσοκομείου, σας λέω με όλη την ειλικρίνεια και καλή διάθεση, ότι στην Ελλάδα του 2026, στην Ελλάδα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, το επαναστατικό βραχιολάκι σας, μοιάζει περισσότερο με τα βραχιολάκια που μας δίνουν στα φεστιβάλ, για να μας θυμίζουν ότι ήμασταν κι εμείς εκεί.