Γυρίσαμε πάλι στην «πολιτική χωρίς πολιτικούς»;

Η έλξη της «καθαρής αρχής» και τα όριά της στην ελληνική περίπτωση.

Γυρίσαμε πάλι στην «πολιτική χωρίς πολιτικούς»;
EUROKINISSI

Τα τελευταία χρόνια επανέρχεται με διαφορετικές μορφές ένα αίτημα που μοιάζει απλό και σχεδόν αυτονόητο, αλλά κρύβει βαθιές αντιφάσεις, καθώς αφορά την ιδέα μιας πολιτικής απαλλαγμένης από το βάρος των επαγγελματιών πολιτικών, ενός πολιτικού χώρου όπου τα πρόσωπα δεν κουβαλούν προηγούμενη θητεία, σφάλματα ή συμβιβασμούς, με την «καθαρή αρχή» να λειτουργεί ως υπόσχεση εξόδου από μια μακρά περίοδο απαξίωσης, δυσπιστίας και κόπωσης.

Όταν αυτό το αίτημα τίθεται εμπειρικά στην κοινωνία, η εικόνα που προκύπτει δεν είναι μονοσήμαντη, καθώς δεν αποτυπώνεται ως μαζική απαίτηση ρήξης, αλλά ως ένα μείγμα επιφυλακτικότητας, περιέργειας και ελεγχόμενης προσδοκίας, με ένα σημαντικό μέρος των πολιτών να μην απορρίπτει εκ προοιμίου την ιδέα ενός κόμματος χωρίς πολιτική εμπειρία, αλλά ταυτόχρονα να μην τη θεωρεί αυτονόητα ελκυστική, γεγονός που εξηγεί γιατί κυριαρχεί η στάση αναμονής.

Αυτό από μόνο του είναι ενδεικτικό, αφού η ελληνική κοινωνία δεν φαίνεται να ζητά την κατάργηση της πολιτικής εμπειρίας ως τέτοιας, αλλά εκφράζεται κάτι πιο σύνθετο και λιγότερο εντυπωσιακό, μια αμφιθυμία απέναντι σε ένα σύστημα που δεν εμπνέει εμπιστοσύνη, χωρίς όμως να έχει διαμορφωθεί μια σαφής εναλλακτική.

Η κοινωνική γεωγραφία αυτής της στάσης έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η μεγαλύτερη δεκτικότητα προς την ιδέα της «καθαρής αρχής» δεν εντοπίζεται στους πιο νέους ούτε στους μεγαλύτερους σε ηλικία, αλλά συγκεντρώνεται κυρίως σε εκείνες τις ηλικιακές ομάδες που βίωσαν την κρίση ως διαρκή κατάσταση, ως αναστολή προσδοκιών και ως εμπειρία ματαίωσης και ανασφάλειας, πρόκειται δηλαδή για ανθρώπους που διαθέτουν επαρκή πολιτική μνήμη ώστε να έχουν απογοητευτεί, αλλά όχι τόσο βαθιά θεσμική ένταξη ώστε να έχουν συμβιβαστεί.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η πολιτική διάσταση, αφού η θετική στάση απέναντι σε ένα κόμμα χωρίς προηγούμενη πολιτική θητεία δεν ανθεί στους ιδεολογικά συγκροτημένους χώρους, αλλά εμφανίζεται εντονότερα σε όσους δεν αυτοτοποθετούνται πολιτικά, σε εκείνους που δηλώνουν «πουθενά», όπου η απόσταση από το πολιτικό σύστημα συνδυάζεται με χαμηλές προσδοκίες και με μια γενικευμένη αίσθηση ότι η πολιτική, όπως ασκείται, δεν τους αφορά.

Το εύρημα αυτό είναι καθοριστικό για να κατανοηθεί τι πραγματικά σημαίνει η έλξη της «πολιτικής χωρίς πολιτικούς», καθώς δεν πρόκειται για ιδεολογικό αίτημα ούτε συγκροτεί εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο, αλλά συνιστά σύμπτωμα αποσύνδεσης και ταυτόχρονα προοίμιο μιας μεσιανικής προσδοκίας, της ελπίδας δηλαδή ότι ένα πρόσωπο ή ένα άφθαρτο σχήμα θα επιφέρει κάθαρση εκεί όπου οι θεσμοί απέτυχαν.

Σε αυτό το έδαφος αναδύονται και τα πρόσωπα που επιχειρούν να ενσαρκώσουν τη «καθαρή αρχή» και στη σημερινή συγκυρία κεντρική θέση κατέχει η Μαρία Καρυστιανού, η οποία, αντλώντας από μια βαθιά τραυματική συλλογική εμπειρία, επιχειρεί να μετατρέψει την ηθική αυθεντία του πόνου σε πολιτικό κεφάλαιο μέσω της δημιουργίας νέου κόμματος, με το εγχείρημα αυτό να μην περιορίζεται στην κριτική των υπαρκτών αδυναμιών του κράτους, αλλά να τείνει να δομείται πάνω σε μια μανιχαϊκή διάκριση ανάμεσα στους «καθαρούς» και στους «διεφθαρμένους», όπου η προσωπική τραγωδία μετατρέπεται σε πηγή πολιτικής νομιμοποίησης, συνιστώντας χαρακτηριστική εκδοχή λαϊκισμού της κάθαρσης, στον οποίο η ηθική υπεροχή υποκαθιστά το πρόγραμμα και η αγανάκτηση αναγορεύεται σε πολιτική πρόταση.

Δεν πρόκειται για πρωτόγνωρο φαινόμενο, καθώς στην Ελλάδα της κρίσης αντίστοιχο αφήγημα είχε αρθρωθεί επικοινωνιακά από τον Θάνο Τζήμερο, ενώ πιο πρόσφατα επανεμφανίστηκε σε προσωποποιημένη, σχεδόν lifestyle εκδοχή από τον Στέφανο Κασσελάκη, με την υπόσχεση υπέρβασης του «παλιού συστήματος» να μην κατορθώνει και στις δύο περιπτώσεις να μετασχηματιστεί σε βιώσιμο πολιτικό σχέδιο, επιβεβαιώνοντας ότι η απόρριψη της πολιτικής εμπειρίας δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με πολιτική ανανέωση.

Από την κρίση εκπροσώπησης στη γοητεία της αδιαμεσολάβητης πολιτικής

Η σύγχρονη δημοκρατία στηρίζεται στην ιδέα της αντιπροσώπευσης, όχι επειδή οι πολίτες αδυνατούν να σκέφτονται ή να αποφασίζουν, αλλά επειδή οι κοινωνίες είναι σύνθετες, αντιφατικές και εσωτερικά διαιρεμένες, με την πολιτική να λειτουργεί ως μηχανισμός διαμεσολάβησης αυτών των συγκρούσεων.

Όταν αυτή η διαμεσολάβηση αποδυναμώνεται και τα κόμματα χάνουν την ικανότητά τους να εκφράζουν κοινωνικές εμπειρίες και να παράγουν πειστικά συλλογικά σχέδια, τότε η ίδια η ιδέα της πολιτικής αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα, με την απαξίωση να μην περιορίζεται στα πρόσωπα αλλά να επεκτείνεται στους θεσμούς, στη διαδικασία και στη σύγκρουση ως αναγκαίο στοιχείο της δημοκρατίας.

Σε αυτό το περιβάλλον, η απουσία πολιτικής εμπειρίας μετατρέπεται από μειονέκτημα σε ηθικό πλεονέκτημα, με τον «μη πολιτικό» να εμφανίζεται ως αυθεντικός και αμόλυντος, ελεύθερος από συμφέροντα και συμβιβασμούς, ενώ η εμπειρία, αντί να εκλαμβάνεται ως γνώση, φορτίζεται αρνητικά ως συνενοχή.

Η πολιτική θεωρία έχει περιγράψει αυτή τη μετάβαση ως μετατόπιση προς μια δημοκρατία της καχυποψίας και της απόρριψης, όπου οι πολίτες κινητοποιούνται λιγότερο για να επιλέξουν μεταξύ διαφορετικών πολιτικών σχεδίων και περισσότερο για να απονομιμοποιήσουν το υπάρχον, με την αρνητικότητα να καθίσταται η κυρίαρχη πολιτική πράξη.

Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στην κριτική, αλλά στην απουσία θετικής σύνθεσης, καθώς εκεί ακριβώς παρεμβαίνει η δημαγωγία, προσφέροντας απλές απαντήσεις σε σύνθετα ερωτήματα και μετατρέποντας την κοινωνική αγανάκτηση σε πολιτικό υποκατάστατο.

Όταν το αίτημα παραμένει συγκεκριμένο, απόδοση ευθυνών, αλλαγή κανόνων και θεσμική ανασυγκρότηση, λειτουργεί εντός της δημοκρατικής δυναμικής, όταν όμως μετατρέπεται σε συνολική ηθική καταδίκη του «συστήματος» και σε εξιδανίκευση της αδιαμεσολάβητης πολιτικής, τότε το πεδίο μετατοπίζεται επικίνδυνα, καθώς η πολιτική παύει να είναι χώρος σύγκρουσης σχεδίων και καθίσταται χώρος συναισθηματικής ταύτισης, όπου κυριαρχεί ο πιο πειστικός αφηγητής.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η λεπτή γραμμή ανάμεσα στον κινηματισμό και τη δημαγωγία, όχι στο συναίσθημα καθαυτό, αλλά στη μετατροπή του σε αυθεντία, αφού όταν ο πόνος, η αγανάκτηση ή η αποστροφή προς το παλιό παρουσιάζονται ως επαρκές θεμέλιο πολιτικής εκπροσώπησης, η δημοκρατική λογοδοσία υποχωρεί και η αντιπολιτική αποκτά κανονιστικό χαρακτήρα.

Τα κοινωνικά δεδομένα δείχνουν ότι η ελληνική κοινωνία δεν έχει απορρίψει την ανάγκη για πολιτική επάρκεια και εμπειρία, αλλά έχει απορρίψει τη μορφή με την οποία αυτή εκδηλώθηκε τα προηγούμενα χρόνια, με το κενό εμπιστοσύνης που δημιουργείται να γεννά την έλξη της «καθαρής αρχής» και ταυτόχρονα να ευνοεί μεσσιανικές και δημαγωγικές προσδοκίες.

Η ιστορική εμπειρία είναι σαφής, καθώς κάθε φορά που επιχειρήθηκε η παράκαμψη της πολιτικής διαμεσολάβησης, αυτή αντικαταστάθηκε από πρόσωπα και αφηγήματα λιγότερο ελέγξιμα, όχι περισσότερο δημοκρατικά, με την αδιαμεσολάβητη πολιτική να μην οδηγεί σε συμμετοχή, αλλά να καταλήγει στην ενίσχυση του ηγέτη που θα μιλά πιο πειστικά στο όνομα όλων.

Το πραγματικό διακύβευμα, λοιπόν, δεν αφορά το αν απαιτείται πολιτική χωρίς πολιτικούς, αλλά το αν μπορεί να ξαναδοθεί νόημα στην πολιτική εκπροσώπηση, πριν η κοινωνική κόπωση μεταφραστεί σε προσδοκία σωτηρίας χωρίς θεσμούς, αφού η δημοκρατία αντέχει την αμφισβήτηση, δυσκολεύεται όμως να επιβιώσει όταν αυτή μετατρέπεται σε απόσυρση από τη σύγκρουση και όταν η ανάγκη για αλλαγή βρίσκει διέξοδο σε αφηγήματα κάθαρσης αντί σε συλλογικά σχέδια.