Ο Εμανουέλ Μακρόν και το ανολοκλήρωτο σχέδιο της ευρωπαϊκής ισχύος

Μια δεκαετία φιλοδοξιών, αντιφάσεων και μερικών τομών που άλλαξαν τη γλώσσα της Ευρώπης χωρίς να αλλάξουν πλήρως την πραγματικότητά της

Ο Εμανουέλ Μακρόν και το ανολοκλήρωτο σχέδιο της ευρωπαϊκής ισχύος
ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα, είναι μια ευκαιρία να γίνει και μια αποτίμηση της συνολικής του συνεισφοράς στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτικής στις διεθνείς σχέσεις. Η παρουσία του Εμανουέλ Μακρόν στην κορυφή της γαλλικής πολιτικής ζωής υπήρξε από την αρχή συνδεδεμένη με μια υπόσχεση υπέρβασης. Όχι μόνο της γαλλικής πολιτικής ακινησίας, αλλά και της ευρωπαϊκής στασιμότητας που είχε παγιωθεί μετά την κρίση του ευρώ.

Από το 2017 και μετά, επιχείρησε να τοποθετήσει την Ευρώπη σε ένα νέο πλαίσιο σκέψης, όπου η Ένωση δεν θα λειτουργούσε αποκλειστικά ως ρυθμιστής της αγοράς, αλλά ως φορέας ισχύος σε έναν κόσμο που μεταβαλλόταν ταχύτατα. Στο τέλος της δεύτερης θητείας του, η αποτίμηση του εγχειρήματος αυτού δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη. Το αποτύπωμά του είναι ταυτόχρονα βαθύ και ατελές, καθώς επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη μιλά για τον εαυτό της, χωρίς να καταφέρει να μετατρέψει πλήρως αυτή τη νέα γλώσσα σε συνεκτική πολιτική πράξη.

Η σύλληψη της ευρωπαϊκής κυριαρχίας, ως μείζον πολιτικό σχέδιο

Η κεντρική ιδέα που διέτρεξε το σύνολο της ευρωπαϊκής του πολιτικής ήταν η έννοια της ευρωπαϊκής κυριαρχίας. Πρόκειται για μια έννοια που, ενώ αντλεί από την παράδοση του γαλλικού κρατισμού, επαναδιατυπώθηκε με όρους υπερεθνικούς. Ο Μακρόν δεν επιδίωξε απλώς μια ισχυρή Γαλλία μέσα στην Ευρώπη, αλλά μια Ευρώπη ικανή να λειτουργεί ως ενιαία γεωπολιτική οντότητα, η οποία θα μπορούσε να προστατεύει τα συμφέροντά της σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου ανταγωνισμού.

Η σύλληψη αυτή περιλάμβανε μια σειρά από αλληλένδετες στοχεύσεις. Στον οικονομικό τομέα, προώθησε την ιδέα ότι η ευρωπαϊκή αγορά δεν μπορεί να παραμένει πλήρως ανοιχτή όταν οι βασικοί ανταγωνιστές της λειτουργούν με όρους κρατικής ενίσχυσης και στρατηγικού σχεδιασμού. Στον τομέα της άμυνας, υποστήριξε ότι η εξάρτηση από εξωτερικές εγγυήσεις ασφαλείας περιορίζει την πολιτική αυτονομία της Ένωσης. Στο επίπεδο των θεσμών, έθεσε το ζήτημα της εμβάθυνσης της ολοκλήρωσης ως προϋπόθεση για την αποτελεσματική διαχείριση κρίσεων.

Αυτό το πλέγμα ιδεών δεν ήταν αποκομμένο από τις διεθνείς εξελίξεις. Η άνοδος της Κίνας, η επιστροφή της γεωπολιτικής ισχύος ως καθοριστικού παράγοντα στις διεθνείς σχέσεις, καθώς και η αμφισβήτηση της διατλαντικής σχέσης από την αμερικανική πολιτική, δημιούργησαν ένα περιβάλλον στο οποίο η ευρωπαϊκή αδυναμία φαινόταν όλο και πιο εμφανής. Ο Μακρόν διέγνωσε εγκαίρως ότι η Ευρώπη κινδύνευε να μετατραπεί σε αντικείμενο ανταγωνισμού τρίτων δυνάμεων, αν δεν αποκτούσε τα εργαλεία να λειτουργεί ως αυτόνομος δρών.

Ωστόσο, η σύλληψη της ευρωπαϊκής κυριαρχίας περιείχε εξαρχής μια ένταση. Από τη μία πλευρά, προϋπέθετε βαθύτερη ενοποίηση. Από την άλλη, απαιτούσε πολιτική βούληση από κράτη που διατηρούν διαφορετικές αντιλήψεις για το τι σημαίνει Ευρώπη. Αυτή η αντίφαση επρόκειτο να συνοδεύσει όλη την προεδρία του.

Οι συγκυρίες που διαμόρφωσαν και περιόρισαν το μακρονικό σχέδιο για την Ευρώπη

Η πορεία του Μακρόν στην ευρωπαϊκή σκηνή δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς να ληφθεί υπόψη το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινήθηκε. Οι εξωτερικές και εσωτερικές συγκυρίες δεν λειτούργησαν απλώς ως εμπόδια. Σε πολλές περιπτώσεις, επιβεβαίωσαν την ορθότητα των διαγνώσεών του, αλλά ταυτόχρονα κατέστησαν δυσκολότερη την εφαρμογή των προτάσεών του.

Η περίοδος της προεδρίας του Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες ανέδειξε τα όρια της διατλαντικής σχέσης όπως είχε διαμορφωθεί μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Η αμφισβήτηση της πολυμερούς τάξης και η έμφαση σε μια περισσότερο συναλλακτική εξωτερική πολιτική ενίσχυσαν το επιχείρημα ότι η Ευρώπη πρέπει να αναπτύξει μεγαλύτερη αυτονομία. Παρά ταύτα, η ίδια αυτή αβεβαιότητα οδήγησε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες στο να ενισχύσουν τους δεσμούς τους με την Ουάσινγκτον, αντί να επενδύσουν σε εναλλακτικές δομές ασφάλειας.

Το Brexit αποτέλεσε ένα ακόμη σημείο καμπής. Η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου μετατόπισε τις ισορροπίες εντός της Ένωσης, ενισχύοντας τη σχετική θέση της Γαλλίας, αλλά ταυτόχρονα αφαίρεσε έναν σημαντικό εταίρο σε ζητήματα άμυνας και εξωτερικής πολιτικής. Η Ευρώπη βρέθηκε πιο ομοιογενής θεσμικά, αλλά λιγότερο ισχυρή στρατηγικά.

Καθοριστική υπήρξε και η εξέλιξη του γαλλογερμανικού άξονα. Η συνεργασία με τη γερμανική ηγεσία δεν απέκτησε ποτέ τον βαθμό συνοχής που θα απαιτούνταν για την προώθηση φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων. Οι διαφορές στην οικονομική φιλοσοφία, ιδίως ως προς τη δημοσιονομική πολιτική και τον ρόλο του κράτους στην οικονομία, περιόρισαν τις δυνατότητες σύγκλισης. Η αλλαγές ηγεσίας στη Γερμανία δεν συνοδεύτηκαν από μια σαφή στρατηγική κατεύθυνση, γεγονός που ενίσχυσε την αίσθηση ασυμμετρίας στον πυρήνα της Ένωσης.

Επίσης διεθνή γεγονότα, η πανδημία, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η νέα θητεία Τραμπ και ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ανέτρεψαν τις προτεραιότητες. Η κοινή ευρωπαϊκή αντίδραση στην υγειονομική κρίση, με τη δημιουργία ενός πρωτοφανούς χρηματοδοτικού εργαλείου, έδειξε ότι η ενοποίηση μπορεί να προχωρήσει υπό πίεση. Με την επιστροφή της στρατιωτικής σύγκρουσης στην ευρωπαϊκή ήπειρο και την ένταση στη Μέση Ανατολή, ήρθαν σε κρίση οι σχέσεις στο ΝΑΤΟ και ειδικά απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, αναθερμαίνοντας τον χώρο για μια ανεξάρτητη ευρωπαϊκή στρατηγική.

Οι συγκυρίες αυτές λειτούργησαν με έναν τρόπο σχεδόν ειρωνικό. Κάθε κρίση επιβεβαίωνε την ανάγκη για μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συνοχή και αυτονομία, αλλά ταυτόχρονα αναδείκνυε τις θεσμικές αδυναμίες και τα δομικά προβλήματα που καθιστούν δύσκολη την υλοποίησή τους.

Το αποτύπωμα και τα όρια μιας φιλόδοξης ιδέας

Αν επιχειρήσει κανείς να αποτιμήσει το συνολικό αποτέλεσμα της δεκαετίας Μακρόν, θα διαπιστώσει ότι η επιρροή του υπήρξε πιο ισχυρή στο επίπεδο των ιδεών παρά στο επίπεδο των θεσμών. Κατάφερε να μεταφέρει τη συζήτηση για την Ευρώπη από μια τεχνοκρατική διαχείριση σε μια πιο πολιτική και στρατηγική διάσταση. Όροι όπως στρατηγική αυτονομία, βιομηχανική πολιτική και γεωπολιτική Ευρώπη εντάχθηκαν στον δημόσιο λόγο και απέκτησαν ευρύτερη αποδοχή, ειδικά σε τομείς αιχμής, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και οι στρατιωτικοί εξοπλισμοί.

Στο πεδίο της οικονομίας, η Ένωση εμφανίζεται σήμερα πιο πρόθυμη να παρεμβαίνει για την προστασία κρίσιμων τομέων. Η εμπειρία της πανδημίας, καθώς και ο ανταγωνισμός με άλλες μεγάλες οικονομίες, οδήγησαν σε μια σταδιακή απομάκρυνση από την αυστηρή προσήλωση σε κανόνες που χαρακτήριζαν την προηγούμενη περίοδο. Παρά ταύτα, η μετάβαση αυτή παραμένει αποσπασματική και συχνά εξαρτάται από συγκυριακές ισορροπίες.

Στον τομέα της άμυνας, έγιναν βήματα προς την ενίσχυση της συνεργασίας, χωρίς όμως να διαμορφωθεί μια πραγματικά ενιαία στρατηγική. Οι εθνικές προτεραιότητες εξακολουθούν να υπερισχύουν, ενώ η εμπιστοσύνη σε κοινές δομές δεν έχει εδραιωθεί σε βαθμό που θα επέτρεπε την ουσιαστική αυτονόμηση από το ΝΑΤΟ.

Σε επίπεδο θεσμών, οι φιλοδοξίες για βαθύτερη ολοκλήρωση συνάντησαν ισχυρές αντιστάσεις. Η απουσία μιας κοινής πολιτικής κουλτούρας και η επιμονή στην εθνική κυριαρχία σε κρίσιμους τομείς καθιστούν δύσκολη την προώθηση μεταρρυθμίσεων που θα άλλαζαν τη φύση της Ένωσης.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο η αποχώρηση του Μακρόν από την εξουσία θα αφήσει ένα κενό. Η απάντηση δεν αφορά μόνο τις πολιτικές που προώθησε, αλλά κυρίως το είδος της ηγεσίας που ενσάρκωσε. Σε μια περίοδο όπου η ευρωπαϊκή πολιτική συχνά χαρακτηρίζεται από διαχείριση και όχι από όραμα, η παρουσία ενός ηγέτη που επιχείρησε να διατυπώσει μια συνεκτική αφήγηση για το μέλλον της Ένωσης είχε ιδιαίτερη σημασία.

Η Ευρώπη πιθανότατα δεν θα βρεθεί αντιμέτωπη με άμεση θεσμική υποχώρηση μετά την αποχώρησή του. Ωστόσο, υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί η δυναμική μιας συζήτησης που, παρά τις αδυναμίες της, άνοιξε τον δρόμο για μια διαφορετική προσέγγιση. Το αν αυτή η δυναμική θα συνεχιστεί εξαρτάται από το αν θα υπάρξουν ηγεσίες πρόθυμες να αναλάβουν το κόστος της εμβάθυνσης, σε ένα περιβάλλον που εξακολουθεί να ευνοεί την επιφυλακτικότητα.

Στο τέλος της διαδρομής του, ο Μακρόν δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε αποτυχημένος ούτε πλήρως επιτυχημένος. Το έργο του μοιάζει περισσότερο με ένα ενδιάμεσο στάδιο σε μια διαδικασία που υπερβαίνει τη διάρκεια μιας προεδρίας. Κατάφερε να θέσει τα ερωτήματα με σαφήνεια και να μετατοπίσει το πλαίσιο της συζήτησης, αλλά δεν διέθετε ούτε τα πολιτικά μέσα ούτε τις ιστορικές συνθήκες για να δώσει οριστικές απαντήσεις.

Αυτό που μένει είναι μια Ευρώπη που έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της με διαφορετικούς όρους, χωρίς όμως να έχει ακόμη αποφασίσει μέχρι πού θέλει να φτάσει. Σε αυτή την αμφιθυμία αντανακλάται και η κληρονομιά του Μακρόν, η οποία δεν ολοκληρώνεται με την αποχώρησή του, αλλά συνεχίζει να διαμορφώνει τα διλήμματα της επόμενης περιόδου.