Ντόλυ Πάρτον: χιούμορ και φεμινισμός, τότε και τώρα
Από τις κωμωδίες των ’70s στη σύγχρονη κουλτούρα της διαγραφής και την κρίση ταυτότητας της Δύσης
Τη θυμόμασταν κυρίως οι παλαιότεροι, μα πάντα με συμπάθεια, για τον ήπιο δυναμισμό που εξέφραζε μέσα από τις ταινίες και τη δημόσια παρουσία της. Ήπιος δυναμισμός και πρακτικό πνεύμα, στην ουτοπική και ριζοσπαστική δεκαετία του ’70. Σε μια εποχή που ομολογουμένως θύμιζε αρκετά τη σημερινή: γενικευμένη αμφισβήτηση, αποκαθήλωση συμβόλων, κοινωνική αδιαλλαξία, φτωχοποίηση μεσαίας τάξης. Συνεπώς, ο θάνατος της Ντόλυ Πάρτον δεν έφερε στην επιφάνεια μόνο τη δική της διαδρομή, μα και της Αμερικής μετά τον Πόλεμο του Βιετνάμ και τις διαδοχικές πετρελαϊκές κρίσεις.
Δεν ήταν η καταπληκτική φωνή της, να το «9 με 5» που την ανέδειξε στο ευρύ κοινό. Μια κατεξοχήν φεμινιστική ταινία, μα κωμωδία μέσα στα συγκρουσιακά ’70s. Σύμφωνα με την πλοκή, ο κακός άνδρας-αφέντης τελικά εξουδετερώνεται διά της γελοιοποίησης. Καθίσταται αντικείμενο χλεύης, για άνδρες και γυναίκες. Έχουμε λοιπόν cancelling, αλλά όχι σταύρωση, ίσως επειδή η πραγματικότητα δεν είναι άσπρη-μαύρη. Ίσως επειδή όλοι είμαστε ατελείς, κινούμενοι σε μια μονίμως γκρίζα ζώνη. Ίσως λοιπόν είμαστε ανόητοι όταν κρίνουμε απόλυτα.
Αντίστοιχες σημερινές παραγωγές είναι σκοτεινά δράματα, όπου μόνο κάποιοι επίμονοι λειτουργοί νόμου και τάξης μπορούν να δώσουν λύση, άσχετα αν η σημερινή θέση της γυναίκας είναι ασύγκριτα ισχυρότερη, νομικά και ηθικά. Δυστυχώς ζούμε σε εποχή κλάψας για την κλάψα, όπου δεν υπάρχει χώρος για κωμωδίες. Η κωμωδία ισούται με σάτιρα, και σήμερα επιτρέπεται να σατιρίζεται μόνο ο μεσήλικας χριστιανός-εβραίος στρέιτ λευκός άνδρας.
Ωστόσο, είναι γεγονός ότι η θέση της γυναίκας στο επιχειρείν και στην πολιτική δείχνει να έχει πιάσει ταβάνι σε πολλές χώρες, παρά τη θεαματικά αυξημένη μητρική στήριξη και άλλες κοινωνικές παροχές. Με εξαίρεση τις θέσεις δημοσίων υπαλλήλων, ακόμη και στη Σκανδιναβία, οι άνδρες μεσοσταθμικά κερδίζουν περισσότερα, κατέχοντας ισχυρότερες θέσεις ευθύνης. Ενίοτε κερδίζουν περισσότερα ακόμη και στην ίδια ιεραρχική θέση με γυναίκες συναδέλφους τους. Αυτό βέβαια επιτυγχάνεται μετά από προσωπικές διαπραγματεύσεις, καθώς ο νόμος δεν επιτρέπει διακρίσεις.
Για να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο, προωθούνται ποσοστώσεις σε διοικητικές θέσεις, τακτική που έχει υιοθετήσει και η Ελλάδα. Εντούτοις, οι ποσοστώσεις υπονομεύουν την αξιοκρατία, επίσης ζητούμενο σήμερα. Πέραν αυτού, ποτέ δεν τίθεται θέμα ποσοστώσεων για γυναικοκρατούμενα πλέον επαγγέλματα, όπως εκείνα των δικαστών και των εκπαιδευτικών, ή για όσα απαιτούν αυξημένη μυϊκή δύναμη. Πάντως οι γυναίκες όντως υστερούν χρηματικά. Τίθεται λοιπόν το εξής ερώτημα: γιατί να είναι πιο επιτυχημένοι οι άνδρες, όταν διαπραγματεύονται τις αποδοχές και τις προαγωγές τους;
Σύμφωνα με το ισχύον φεμινιστικό αξίωμα, η υπεροχή τους οφείλεται σε αρχαία κοινωνικά στερεότυπα, δηλαδή στην πατριαρχία· οι γυναίκες αντιμετωπίζονται μειονεκτικά, λόγω του φύλου τους και μόνο. Σύμφωνα με την ίδια λογική, έτσι εξηγείται και η γυναικεία υστέρηση σε οργανισμούς διευθυνόμενους από γυναίκες.
Με αυτή την υπεραπλούστευση, παραβλέπεται πλήρως η πιθανότητα να υπάρχουν πολλές γυναίκες που τοποθετούν την επαγγελματική ανέλιξη σε δεύτερη μοίρα. Όση κι αν είναι η συζυγική συνδρομή στα οικογενειακά καθήκοντα, η ίδια η φύση φέρνει κοντύτερα τη γυναίκα με τα παιδιά, και κατ’ επέκταση με τη φωλιά. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το ότι στον -υποτίθεται ανδροκρατούμενο- κόσμο μας, η διαχείριση των οικογενειακών χρημάτων γίνεται κυρίως από γυναίκες. Ενδεχομένως για τον ίδιο λόγο, οι γυναίκες έχουν πολύ περισσότερη ευχέρεια σε καλοπληρωμένα πεδία διοικητικής οργάνωσης και παροχής φροντίδας. Με άλλα λόγια, οι σύγχρονες φεμινίστριες αρνούνται να πιστέψουν πως πολλές γυναίκες δεν χρειάζεται να διευθύνουν επιχειρήσεις και φορείς για να εξασφαλίσουν επιτυχία και πληρότητα.
Άλλωστε η προτεραιοποίηση της ψυχικής υγείας σε σχέση με την οικονομική επιτυχία είναι πια ιδιαίτερα διαδεδομένη και ανάμεσα στους άνδρες, ειδικά αυτούς των τελευταίων γενεών. Αφθονούν πια οι νέοι και των δύο φύλων που επιλέγουν ηρεμία και ελεύθερο χρόνο αντί για περισσότερα χρήματα και αρμοδιότητες. Με άλλα λόγια, η πλήρης εξίσωση ανδρών και γυναικών στην εργασία είναι αναπόφευκτη, υποβοηθούμενη και από τη διάδοση της τεχνητής νοημοσύνης και της ρομποτικής. Εκ των πραγμάτων, μάλλον αναπόφευκτη θα αποδειχθεί και μια -εξωφρενική- αύξηση αποδοχών για τα ανώτατα στελέχη, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας.
Η παραπάνω στάση ζωής των σύγχρονων νέων καταδικάζεται ως εγωιστική και ηδονιστική. Ωστόσο, τούτη είναι η φυσική κατάληξη όταν προάγεται συνεχώς η προσωπική ευκολία και απαξιώνονται οι άλλοτε κραταιές έννοιες της οικογένειας, του έθνους και του πλούτου. Τούτου δοθέντος, και οι Gen Z πάσχουν από ασπρόμαυρη οπτική. Απλώς αυτή αφορά ζητήματα ταυτοτικά ή κοινωνικής συμπεριφοράς.
Εκτός της καριέρας, πολλοί από αυτούς αντιμετωπίζουν ως βάσανο και την ανατροφή παιδιών, στάση που τηρούν και για τη στρατιωτική θητεία και για την ανιδιοτελή συμμετοχή στα κοινά. Επομένως, η διάδοση αυτής της οπτικής νομοτελειακά οδηγεί σε αποδυνάμωση των δυτικών χωρών και σε μείωση του γηγενούς πληθυσμού τους. Νομοτελειακά έρχεται και η σταδιακή αντικατάσταση του εν λόγω πληθυσμού από ηλικιακά νέους μετανάστες. Από άτομα κατά βάση διαπνεόμενα από όσες αρχές είθισται να αποκαλούμε παραδοσιακές, παλιομοδίτικες, ενίοτε προνεωτερικές.
Μπορεί ένα τέτοιο μέλλον να αποφευχθεί; Άγνωστο. Κάτι τέτοιο μάλλον θα προϋπέθετε επιστροφή σε συνήθειες και πρότυπα ριζικά διαφορετικά από τα τωρινά, πιθανότατα εξαιτίας άνωθεν επιβολής από κάποια ψηφιοποιημένη απολυταρχία. Σε έναν τέτοιο κόσμο, τάχα πιο… παλιομοδίτικο, θα υπήρχε χώρος για κωμωδίες σαν τις παλιές; Θα υπήρχαν Ντόλυ Πάρτον, Ρίτσαρντ Πράιορ, Μπλέικ Έντουαρντς, Γούντι Άλεν, Μελ Μπρουκς, ή οι δικοί μας Κώστας Χατζηχρήστος και Θανάσης Βέγγος; Πολύ φοβάμαι πως όχι. Πολύ φοβάμαι ότι όποια κατεύθυνση κι αν πάρουμε ως είδος, θα χρειαστεί να περάσουν πολλές γενιές μέχρι να ξαναβρούμε το χιούμορ και τη μετριοπάθεια που μας διέκριναν μέχρι πριν λίγα μόλις χρόνια.