ΗΠΑ και Ισραήλ στις κάλπες, η Μέση Ανατολή σε αναμονή

Δύο εκλογικές αναμετρήσεις με παγκόσμιο αντίκτυπο, ενώ ο πόλεμος κατά του Ιράν, η ενεργειακή κρίση και οι πολιτικοί υπολογισμοί Τραμπ και Νετανιάχου διαμορφώνουν ένα εξαιρετικά αβέβαιο γεωπολιτικό περιβάλλον

ΗΠΑ και Ισραήλ στις κάλπες, η Μέση Ανατολή σε αναμονή

Οι κάλπες που στήνονται με διαφορά μίας εβδομάδας στο Ισραήλ και στις Ηνωμένες Πολιτείες αποκτούν σημασία πολύ μεγαλύτερη από εκείνη δύο εκλογικών αναμετρήσεων με διαφορετικά εσωτερικά διακυβεύματα. Στις 27 Οκτωβρίου οι Ισραηλινοί εκλέγουν τη νέα Κνεσέτ, ενώ στις 3 Νοεμβρίου οι Αμερικανοί αποφασίζουν τη σύνθεση του Κογκρέσου για το δεύτερο μισό της προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ. Το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις θα επηρεάσει τους πολιτικούς συσχετισμούς σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος εναντίον του Ιράν έχει μεταβάλει τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, έχει διαταράξει τις διεθνείς ενεργειακές αγορές και έχει επαναφέρει το ερώτημα για τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος.

Η ιδιαιτερότητα της συγκυρίας βρίσκεται στο γεγονός ότι οι εκλογές διεξάγονται ενώ οι δύο κυβερνήσεις καλούνται να αποφασίσουν εάν θα συνεχίσουν την πολεμική αναμέτρηση, θα επιδιώξουν μια διαπραγματευτική διέξοδο ή θα επιχειρήσουν μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση. Οι αποφάσεις αυτές επηρεάζονται αναπόφευκτα από την εσωτερική πολιτική κατάσταση, καθώς τόσο ο Τραμπ όσο και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου αντιμετωπίζουν την ανάγκη να εξηγήσουν στους ψηφοφόρους τους το κόστος και τα αποτελέσματα μιας σύγκρουσης που έχει υπερβεί τις αρχικές προσδοκίες.

Η πολιτική επιβίωση του Νετανιάχου και η επόμενη ημέρα στο Ισραήλ

Για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, οι ισραηλινές εκλογές αποτελούν μια κρίσιμη δοκιμασία της πολιτικής του κυριαρχίας. Πρόκειται για την πρώτη εκλογική αναμέτρηση μετά τις επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, οι οποίες ανέτρεψαν το αίσθημα ασφάλειας της ισραηλινής κοινωνίας και έθεσαν υπό αμφισβήτηση βασικές παραδοχές της στρατηγικής αποτροπής που είχε ακολουθήσει η χώρα.

Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός επιχειρεί να μετατοπίσει το κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης από τις ευθύνες για τις αποτυχίες που προηγήθηκαν των επιθέσεων προς τη στρατιωτική αντιμετώπιση του Ιράν και των οργανώσεων που υποστηρίζει στην περιοχή. Η ανάδειξη της ιρανικής απειλής προσφέρει στον Νετανιάχου τη δυνατότητα να επαναφέρει την εθνική ασφάλεια στο επίκεντρο της προεκλογικής συζήτησης, ένα πεδίο στο οποίο έχει οικοδομήσει μεγάλο μέρος της πολιτικής του διαδρομής.

Ωστόσο, η ισραηλινή κοινωνία εμφανίζει βαθιές διαιρέσεις. Πέρα από τον πόλεμο, η συζήτηση αφορά τη λογοδοσία για την 7η Οκτωβρίου, την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία των υπερορθόδοξων Εβραίων, το υψηλό κόστος ζωής και την επιδείνωση της διεθνούς εικόνας της χώρας. Παράλληλα, η συνεχιζόμενη δίκη του Νετανιάχου για υποθέσεις διαφθοράς προσδίδει στην εκλογική αναμέτρηση πρόσθετη προσωπική και θεσμική βαρύτητα.

Η αντιπολίτευση, με σημαντικό πρόσωπο τον πρώην αρχηγό των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ, επιχειρεί να παρουσιάσει μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Οι διαφορές, ωστόσο, δεν είναι πάντοτε τόσο μεγάλες στην εξωτερική πολιτική όσο στην εσωτερική. Η αντιμετώπιση του Ιράν ως στρατηγικής απειλής αποτελεί ευρύτατα αποδεκτή θέση στο ισραηλινό πολιτικό σύστημα, ενώ ακόμη και σημαντικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης απορρίπτουν την άμεση αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους.

Αυτό σημαίνει ότι μια αλλαγή κυβέρνησης δεν θα συνεπαγόταν αυτομάτως αλλαγή του βασικού προσανατολισμού της ισραηλινής πολιτικής. Θα μπορούσε, όμως, να μεταβάλει τον τρόπο διαχείρισης των συγκρούσεων, τις σχέσεις με την Ουάσιγκτον και την προθυμία αναζήτησης διπλωματικών διεξόδων.

Καθοριστικό παραμένει το ζήτημα της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Το κατακερματισμένο κομματικό σύστημα και η ανάγκη εξασφάλισης τουλάχιστον 61 εδρών στην Κνεσέτ των 120 μελών καθιστούν ιδιαίτερα σύνθετες τις μετεκλογικές διαπραγματεύσεις. Επομένως, ακόμη και μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, η κατεύθυνση της επόμενης κυβέρνησης μπορεί να εξαρτηθεί από τους συμβιβασμούς μεταξύ των κομμάτων που θα συμμετάσχουν στον κυβερνητικό συνασπισμό.

Το Ιράν και τα όρια της στρατιωτικής ισχύος

Το σημαντικότερο γεωπολιτικό διακύβευμα των δύο αναμετρήσεων παραμένει η εξέλιξη του πολέμου κατά του Ιράν. Οι αμερικανικές και ισραηλινές επιχειρήσεις που ξεκίνησαν τον Φεβρουάριο προκάλεσαν σοβαρά πλήγματα στις στρατιωτικές δυνατότητες και στην ηγετική δομή της Ισλαμικής Δημοκρατίας, χωρίς ωστόσο να επιτύχουν την ανατροπή του καθεστώτος.

Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει ένα θεμελιώδες στρατηγικό πρόβλημα. Η στρατιωτική υπεροχή επιτρέπει την καταστροφή εγκαταστάσεων, τον περιορισμό οπλικών συστημάτων και την αποδυνάμωση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων ενός αντιπάλου. Δεν εγγυάται, όμως, την πολιτική κατάρρευση ενός καθεστώτος ούτε τη δημιουργία μιας βιώσιμης εναλλακτικής εξουσίας.

Στην περίπτωση του Ιράν, η ανθεκτικότητα των κρατικών και κατασταλτικών μηχανισμών, σε συνδυασμό με την απουσία ενιαίας αντιπολιτευτικής ηγεσίας, περιπλέκει κάθε σχεδιασμό αλλαγής καθεστώτος μέσω εξωτερικής στρατιωτικής πίεσης. Επιπλέον, η εμπειρία προηγούμενων επεμβάσεων στη Μέση Ανατολή έχει καταδείξει ότι η αποδυνάμωση μιας κυβέρνησης μπορεί να δημιουργήσει νέες εστίες αστάθειας αντί να οδηγήσει σε μια προβλέψιμη πολιτική μετάβαση.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών, η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ έχουν επεξεργαστεί σχέδια νέων επιθέσεων μετά τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, με πιθανούς στόχους πυρηνικές εγκαταστάσεις, ενεργειακές υποδομές και συστήματα πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Η ύπαρξη στρατιωτικού σχεδιασμού δεν ισοδυναμεί, ωστόσο, με ειλημμένη πολιτική απόφαση για την πραγματοποίηση επιχειρήσεων.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιος θα ήταν ο επιδιωκόμενος τελικός στόχος μιας νέας επίθεσης. Εάν πρόκειται για τον περαιτέρω περιορισμό των ιρανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων, η επιτυχία μπορεί να αποτιμηθεί με σχετικά συγκεκριμένα κριτήρια. Εάν, αντίθετα, επιδιώκεται η ανατροπή του καθεστώτος, η στρατιωτική επιχείρηση εντάσσεται σε μια πολύ πιο αβέβαιη στρατηγική, με δυνητικά μακροχρόνιες συνέπειες.

Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, επιχειρεί να αντισταθμίσει την αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική υπεροχή αξιοποιώντας τη γεωγραφική της θέση και την ικανότητα διατάραξης των ενεργειακών και εμπορικών ροών. Με αυτόν τον τρόπο μεταφέρει μέρος του κόστους της σύγκρουσης στις οικονομίες των αντιπάλων της, αλλά και σε τρίτες χώρες που εξαρτώνται από την ομαλή λειτουργία των διεθνών θαλάσσιων μεταφορών.

Ο Τραμπ ανάμεσα στις κάλπες και την πολιτική υστεροφημία

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι ενδιάμεσες εκλογές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία επειδή θα καθορίσουν το θεσμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κινηθεί ο Ντόναλντ Τραμπ έως τη λήξη της δεύτερης προεδρικής θητείας του.

Οι Αμερικανοί καλούνται να εκλέξουν το σύνολο των 435 μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων και 35 γερουσιαστές. Μια μεταβολή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών θα μπορούσε να επηρεάσει τις δυνατότητες της κυβέρνησης να προωθεί νομοθετικές πρωτοβουλίες, να εξασφαλίζει χρηματοδότηση και να διαμορφώνει την εξωτερική της πολιτική χωρίς ενισχυμένο κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Η σημασία των εκλογών, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην αριθμητική του Κογκρέσου. Η αμερικανική κοινή γνώμη καλείται να αξιολογήσει μια προεδρία που είχε υποσχεθεί τον περιορισμό των διεθνών συγκρούσεων, αλλά βρέθηκε να διεξάγει έναν πόλεμο με σημαντικές οικονομικές και στρατηγικές επιπτώσεις.

Ο Τραμπ αντιμετωπίζει ένα σύνθετο δίλημμα. Η συνέχιση της στρατιωτικής πίεσης θα μπορούσε να παρουσιαστεί από την κυβέρνησή του ως απόδειξη αποφασιστικότητας απέναντι στο Ιράν. Μια παρατεταμένη σύγκρουση, όμως, αυξάνει το οικονομικό κόστος και ενισχύει τις αμφιβολίες για τη δυνατότητα επίτευξης των αμερικανικών στόχων.

Μετά τις εκλογές, η απουσία άμεσης προσωπικής εκλογικής αναμέτρησης θα μπορούσε να προσφέρει στον Αμερικανό πρόεδρο μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων. Αυτό δεν συνεπάγεται αναγκαστικά κλιμάκωση. Θα μπορούσε εξίσου να επιδιώξει μια συμφωνία που θα του επέτρεπε να παρουσιάσει την ολοκλήρωση της σύγκρουσης ως διπλωματική επιτυχία.

Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική του υστεροφημία συνδέεται πλέον με την ικανότητά του να μετατρέψει τη στρατιωτική ισχύ σε ένα σταθερότερο περιφερειακό περιβάλλον. Η επιτυχία μιας τέτοιας στρατηγικής θα εξαρτηθεί από τη συμπεριφορά του Ιράν, τις επιλογές του Ισραήλ και την προθυμία των περιφερειακών δυνάμεων να συμμετάσχουν σε μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Η ενεργειακή κρίση ως γεωπολιτικός πολλαπλασιαστής

Η σύνδεση των δύο εκλογικών αναμετρήσεων γίνεται ακόμη πιο εμφανής στην οικονομία. Ο πόλεμος έχει επιβαρύνει τις διεθνείς αγορές ενέργειας, με τις διαταραχές στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ να επηρεάζουν τις τιμές του πετρελαίου και το κόστος μεταφορών.

Η στρατηγική σημασία των Στενών υπερβαίνει κατά πολύ τη γεωγραφική τους έκταση. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους μεταφοράς ενεργειακών προϊόντων, γεγονός που επιτρέπει στο Ιράν να ασκεί πίεση ακόμη και όταν υφίσταται σοβαρά στρατιωτικά πλήγματα.

Για την αμερικανική οικονομία, οι υψηλές τιμές καυσίμων αποτελούν άμεσα αντιληπτή επιβάρυνση των νοικοκυριών. Η αύξηση του κόστους μετακινήσεων και παραγωγής τροφοδοτεί πληθωριστικές πιέσεις, επηρεάζοντας την αγοραστική δύναμη και την πολιτική αξιολόγηση της κυβέρνησης.

Η οικονομική διάσταση εξηγεί και γιατί η Τεχεράνη παρακολουθεί με ιδιαίτερη προσοχή το αμερικανικό εκλογικό ημερολόγιο. Η παράταση της αβεβαιότητας στις ενεργειακές αγορές μπορεί να ενισχύσει την εσωτερική πίεση προς την Ουάσιγκτον, χωρίς να απαιτείται αντίστοιχη στρατιωτική ισχύς.

Για την Ευρώπη, οι συνέπειες είναι εξίσου σημαντικές. Μια νέα ενεργειακή αναταραχή θα μπορούσε να επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας, να δυσχεράνει την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και να περιορίσει τα περιθώρια οικονομικής πολιτικής των κυβερνήσεων.

Η Ελλάδα, λόγω της ναυτιλιακής της παρουσίας, της εξάρτησης από τις διεθνείς ενεργειακές αγορές και της γεωγραφικής της θέσης στην Ανατολική Μεσόγειο, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη διατήρηση της περιφερειακής σταθερότητας. Παράλληλα, η στενή στρατηγική συνεργασία της τόσο με τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και με το Ισραήλ καθιστά τις εξελίξεις σημαντικές και για τους ευρύτερους διπλωματικούς σχεδιασμούς της Αθήνας.

Το μέλλον της αμερικανοϊσραηλινής σχέσης

Ένα ακόμη ζήτημα αφορά την εξέλιξη της παραδοσιακής στρατηγικής σχέσης Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ. Παρά τη διαχρονική συνεργασία των δύο χωρών, ο πόλεμος στη Γάζα και η σύγκρουση με το Ιράν έχουν ενισχύσει τις διαφοροποιήσεις στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα.

Στο Δημοκρατικό Κόμμα, ιδιαίτερα στις προοδευτικές του πτέρυγες, ενισχύονται οι φωνές που ζητούν αυστηρότερους όρους για τη στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ. Η κριτική αφορά τόσο τις επιχειρήσεις στα παλαιστινιακά εδάφη όσο και τον κίνδυνο εμπλοκής των Ηνωμένων Πολιτειών σε παρατεταμένες περιφερειακές συγκρούσεις.

Η εξέλιξη αυτή δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη της αμερικανοϊσραηλινής συμμαχίας. Υποδηλώνει, ωστόσο, ότι η υποστήριξη προς το Ισραήλ αποτελεί πλέον αντικείμενο εντονότερης εσωτερικής αντιπαράθεσης, γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει τη μελλοντική άσκηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Εάν οι Δημοκρατικοί ενισχύσουν τη θέση τους στο Κογκρέσο, θα διαθέτουν περισσότερα μέσα κοινοβουλευτικής εποπτείας, διερεύνησης και παρέμβασης στη διαδικασία χρηματοδότησης. Ο πρόεδρος, πάντως, θα εξακολουθήσει να διαθέτει σημαντικές αρμοδιότητες στην εξωτερική πολιτική και τη στρατιωτική διοίκηση, ενώ το δικαίωμα άσκησης βέτο περιορίζει τη δυνατότητα επιβολής πολιτικών αποφάσεων χωρίς ευρύτερες κοινοβουλευτικές συναινέσεις.

Αντίστοιχα, μια αλλαγή ηγεσίας στο Ισραήλ θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει τις προσωπικές σχέσεις με τον Τραμπ, χωρίς να ανατρέψει τον στρατηγικό χαρακτήρα της συνεργασίας. Η σχέση Νετανιάχου και Τραμπ χαρακτηρίζεται από στενή πολιτική συνεννόηση, αλλά και περιοδικές εντάσεις, καθώς οι δύο ηγέτες δεν έχουν πάντοτε ταυτόσημες προτεραιότητες.

Μια νέα περιφερειακή ισορροπία ή παράταση της αστάθειας;

Το βαθύτερο διακύβευμα των εκλογών βρίσκεται στη δυνατότητα διαμόρφωσης μιας βιώσιμης ισορροπίας στη Μέση Ανατολή. Η αποδυνάμωση του Ιράν έχει μεταβάλει τους περιφερειακούς συσχετισμούς, αλλά η στρατιωτική πίεση από μόνη της δεν αρκεί για τη συγκρότηση μιας σταθερής τάξης πραγμάτων.

Οι χώρες του Κόλπου επιδιώκουν την προστασία των ενεργειακών τους εγκαταστάσεων και των οικονομικών τους προγραμμάτων από μια νέα κλιμάκωση. Η Ευρώπη ενδιαφέρεται για την ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών, την ενεργειακή σταθερότητα και την αποτροπή νέων προσφυγικών πιέσεων. Η Ουάσιγκτον καλείται να εξισορροπήσει την υποστήριξη προς το Ισραήλ με την ανάγκη περιορισμού των στρατιωτικών και οικονομικών δεσμεύσεών της.

Στο πλαίσιο αυτό, η επόμενη ημέρα θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα σύνδεσης της στρατιωτικής αποτροπής με συγκεκριμένους διπλωματικούς στόχους. Μια συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, οι εγγυήσεις ασφάλειας για τα κράτη του Κόλπου και η αντιμετώπιση του παλαιστινιακού ζητήματος αποτελούν διαφορετικές, αλλά αλληλένδετες πλευρές της περιφερειακής σταθερότητας.

Οι κάλπες σε Ισραήλ και Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επιλύσουν αυτομάτως αυτές τις αντιφάσεις. Θα διαμορφώσουν, όμως, το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ληφθούν οι επόμενες αποφάσεις. Και σε μια περίοδο κατά την οποία οι στρατιωτικές εξελίξεις μεταφέρονται σχεδόν αμέσως στις ενεργειακές αγορές και στις διεθνείς οικονομίες, οι αποφάσεις αυτές θα έχουν συνέπειες πολύ πέρα από τα σύνορα των δύο χωρών.