Η νομιμότητα των υπογραφών για το δημοψήφισμα της ΔΕΘ
Η απόφαση με την οποία προκηρύσσεται ένα τοπικό δημοψήφισμα δεν έχει τα στοιχεία της κυβερνητικής πράξης, αλλά είναι διοικητική πράξη και μάλιστα ελέγξιμη ως προς τη νομιμότητά της.
Σε προηγούμενο σημείωμά μου είχα γράψει ότι, κατά τη γνώμη μου, το ερώτημα του δημοψηφίσματος για τη ΔΕΘ ήταν παράνομο, επειδή αφορούσε ζήτημα σχετικό με το περιβάλλον, που περιλαμβάνεται στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα (και άρα δεν μπορούσε να προκηρυχθεί δημοψήφισμα για το θέμα αυτό, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 133 του ν. 4555/2018). Πλέον, μετά την κατάθεση των υπογραφών, ο γενικός γραμματέας και οι υπηρεσίες του Δήμου Θεσσαλονίκης απάντησαν ότι δεν μπορούν να προχωρήσουν στον έλεγχο των υπογραφών. Σε αυτό, απάντησαν οι τρεις νομικοί της οργανωτικής επιτροπής του δημοψηφίσματος, επιχειρηματολογώντας ότι το αίτημα για δημοψήφισμα δεν συνιστά αίτημα για την έκδοση διοικητικής πράξης, φέρνοντας ως παράδειγμα το δημοψήφισμα του 2015, και ότι σε κάθε περίπτωση δεν ήταν απαραίτητη η υπογραφή (ψηφιακή ή φυσική) των αιτούντων, εφόσον προκύπτει η ταυτότητά τους και η σοβαρότητα της βούλησής τους. Νομίζω ότι η οξύτητα της απάντησής αυτής αδικεί τους υπαλλήλους του Δήμου και εύχομαι να μη δυσκολέψει μια νηφάλια συζήτηση στη συνέχεια. Σε κάθε περίπτωση, καθαρά από επαγγελματική διαστροφή, θέλω να παρατηρήσω τα εξής:
α) Οι υπηρεσίες του Δήμου επισημαίνουν ότι, εφόσον δεν καθορίζεται ειδικός τύπος για την υποβολή του αιτήματος για το τοπικό δημοψήφισμα, ακολουθούνται οι γενικές διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας που ρυθμίζουν τις αιτήσεις των διοικουμένων προς τη Διοίκηση για την έκδοση διοικητικής πράξης. Οι νομικοί του δημοψηφίσματος προβάλλουν ότι οι υπηρεσίες του Δήμου κάνουν λάθος, επειδή το δημοψήφισμα δεν είναι διοικητική πράξη και επικαλούνται την απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας για το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 (ΟλΣτΕ 2787/2015). Η απόφαση εκείνη είχε κρίνει ότι το προεδρικό διάταγμα με το οποίο προκηρύχθηκε το δημοψήφισμα ήταν κυβερνητική πράξη και αναγόταν σε διαχείριση της πολιτικής εξουσίας. Συνεπώς, ως τέτοιο δεν μπορούσε να ελεγχθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 45 του π.δ. 18/1989. Όμως η απόφαση αυτή αφορούσε δημοψήφισμα που προκηρύχθηκε με βάση το άρθρο 44 παρ. 2 του Συντάγματος και όχι τοπικό δημοψήφισμα, το οποίο έχει εντελώς διαφορετικό νομικό έρεισμα.
Το τοπικό δημοψήφισμα δεν προβλέπεται στο Σύνταγμα, αλλά σε κοινό, τυπικό νόμο – η απόφαση για την προκήρυξή του εκδίδεται βάσει των άρθρων 133 έως 137 του ν. 4555/2018. Το δημοτικό συμβούλιο λαμβάνει την απόφαση για την προκήρυξη δημοψηφίσματος μετά από πρωτοβουλία του 10% των εγγεγραμμένων εκλογέων «εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις». Περαιτέρω, το άρθρο 137 του ν. 4555/2018 προβλέπει έλεγχο νομιμότητας της απόφασης για την προκήρυξη δημοψηφίσματος τόσο από τον Επόπτη ΟΤΑ που μπορεί να ακυρώσει τη σχετική απόφαση (παρ. 2), όσο και από τα δικαστήρια (παρ. 5). Επομένως, η απόφαση με την οποία προκηρύσσεται ένα τοπικό δημοψήφισμα δεν έχει τα στοιχεία της κυβερνητικής πράξης, αλλά είναι διοικητική πράξη και μάλιστα ελέγξιμη ως προς τη νομιμότητά της. Για τον λόγο αυτό, η αίτηση για την προκήρυξη δημοψηφίσματος είναι αίτηση για την έκδοση διοικητικής πράξης και, άρα, ορθώς εφαρμόζεται το άρθρο 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.
β) Οι υπηρεσίες του Δήμου, προκειμένου να διαπιστώσουν τη βούληση των αιτούντων, αξιώνουν να υπάρχει η υπογραφή τους στην αίτηση, ψηφιακή ή χειρόγραφη. Οι νομικοί της οργανωτικής επιτροπής επικαλούνται μία απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 2524/2003) που εκδόθηκε με το εξής ιστορικό: υποβλήθηκε μία αίτηση στο ΑΣΕΠ για συμμετοχή σε διαγωνισμό και η αίτηση αυτή συνοδεύθηκε από όλα τα δικαιολογητικά που απαιτούσε η σχετική προκήρυξη, αλλά η αίτηση είχε υποβληθεί ανυπόγραφη. Ο αιτών, όμως, είχε συνυποβάλει με τα άλλα δικαιολογητικά και αίτηση του ν. 1599/1986, όπου δήλωνε ότι δέχεται να υπηρετήσει για 10 έτη στην προκηρυσσόμενη θέση, την οποία είχε υπογράψει. Το ΣτΕ, αφού ανέφερε ότι κατ’ αρχήν είναι απαραίτητη η υπογραφή για να είναι έγκυρη οποιαδήποτε αίτηση, δέχθηκε ότι κατ’ εξαίρεση η έλλειψη υπογραφής μπορεί να καλυφθεί, όταν από τα υπόλοιπα στοιχεία του φακέλου προκύπτει η ταυτότητα του αιτούντος και η σοβαρότητα της δήλωσής τους. Άρα, με την απόφαση αυτή το ΣτΕ δέχθηκε κατ’ εξαίρεση μία ανυπόγραφη αίτηση, σε μία περίπτωση όμως όπου τα δικαιολογητικά που συνόδευαν την αίτηση περιελάμβαναν και μία ενυπόγραφη υπεύθυνη δήλωση του ίδιου του αιτούντος απολύτως σχετιζόμενη με την αίτηση – έτσι το ΣτΕ συμπέρανε ότι η υπογραφή στην καθ’ αυτήν αίτηση δεν είχε τεθεί «εκ προφανούς παραδρομής».
Έχουμε ανάλογη περίπτωση εδώ; Υπάρχει κάποιο στοιχείο στην ιστοσελίδα parkodeth.gr που να επιτρέπει να ταυτοποιηθεί το πρόσωπο που συμπλήρωσε τα στοιχεία του αιτούντος; Υπάρχει κάποιο στοιχείο επικοινωνίας, το οποίο θα επέτρεπε την επαλήθευση του προσώπου που υπέβαλε το ηλεκτρονικό αίτημα, έστω και εκ των υστέρων; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι αρνητική. Έτσι, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για κάποια κατ’ εξαίρεση περίπτωση που θα δικαιολογούσε την έλλειψη υπογραφής, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης 2524/2003.
Για τον λόγο αυτό, το σκεπτικό που παρουσιάζουν οι υπηρεσίες του Δήμου δεν είναι εκτός του νόμου. Αν δεν βρεθεί τρόπος να ταυτοποιηθούν οι αιτούντες, δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν πληρούται η βασική προϋπόθεση που θέτει ο νόμος, δηλαδή η υποβολή αιτήματος από το 10% των εγγεγραμμένων, προκειμένου το Δημοτικό Συμβούλιο Θεσσαλονίκης να προχωρήσει στην προκήρυξη του δημοψηφίσματος σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 134 του ν. 4555/2018.