Γιατί είναι παράνομο το δημοψήφισμα για τη Δ.Ε.Θ. και πώς θα μπορούσε να είναι νόμιμο

Αρθρογραφεί στο TheOpinion o Aθανάσιος Τσιούρας, δικηγόρος, τέως Γ.Γ. Δημόσιας Περιουσίας

Γιατί είναι παράνομο το δημοψήφισμα για τη Δ.Ε.Θ. και πώς θα μπορούσε να είναι νόμιμο
EUROKINISSI

Αρθρογραφεί στο TheOpinion o Aθανάσιος Τσιούρας, δικηγόρος, τέως Γ.Γ. Δημόσιας Περιουσίας

Είσαι κάτοικος της Σίνδου. Μια μέρα ξυπνάς και βλέπεις ότι κοντά σ’ εσένα έχει αναπτυχθεί ένα εκθεσιακό κέντρο. Ορισμένες μέρες τον χρόνο η κυκλοφορία στη σχετικά ήρεμη κωμόπολή σου γίνεται ανυπόφορη. Θόρυβος και ρύποι από οχήματα που έρχονται από όλη την Ελλάδα κατακλύζουν την περιοχή σου. Ένας χώρος που θα μπορούσε να διαμορφωθεί με χίλιους άλλους τρόπους, από ένα δημόσιο πάρκο μέχρι τη δημιουργία κατοικιών, που θα συνέβαλλαν λίγο στην κρίση ακριβής στέγης, δεσμεύεται για μία εμπορική έκθεση.

Θίγεται κάποιο δικαίωμά σου; Και μάλιστα κατοχυρωμένο από το Σύνταγμα; Ασφαλώς. Θίγεται το δικαίωμά σου στο περιβάλλον, το οποίο καταγράφεται στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, στο Δεύτερο Μέρος του Συντάγματος. Θίγεται και στον βαθμό που η σχετική απόφαση έχει ληφθεί χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια τεχνική μελέτη: από γενική στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση μέχρι κυκλοφοριακή μελέτη. Θίγεται, δηλαδή, το δικαίωμά σου, που κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα, να ζεις σε μία περιοχή, της οποίας ο χωροταξικός και πολεοδομικός χάρτης διαμορφώνεται μετά από επιστημονικές σταθμίσεις.

Αυτό το τελευταίο, δηλαδή η απόφαση για μετατροπή του χώρου που σήμερα καλύπτει η Δ.Ε.Θ. σε μητροπολιτικό πάρκο χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια εκτίμηση των περιβαλλοντικών αλλά και αναπτυξιακών επιπτώσεων, θίγει και τον κάτοικο της Θεσσαλονίκης. Συχνά ξεχνάμε ότι το δικαίωμα στο περιβάλλον, όπως προστατεύεται στο Σύνταγμα, επιβάλλει στην Πολιτεία να καταλήγει σε αποφάσεις χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού μόνο στη βάση των κανόνων της επιστήμης – γι’ αυτό και ο αποφάσεις αυτές ακυρώνονται από τα δικαστήρια, όταν η επιστημονική τεκμηρίωση είναι ανύπαρκτη ή ελλιπής. Για τον λόγο αυτό, ακόμα κι αν η Πολιτεία επιλέξει μια ηπιότερη χρήση σε μία περιοχή (και, ας πούμε, προκρίνει το μητροπολιτικό πάρκο στην περιοχή της Δ.Ε.Θ., σε σχέση με το σημερινό κτιριακό σύμπλεγμα και τις εκθεσιακές χρήσεις), η επιλογή αυτή δεν θα είναι αυτομάτως η «ορθή», αλλά θα ακυρωθεί από τα δικαστήρια, αν δεν είναι πλήρως τεκμηριωμένη επιστημονικά.

Τα παραπάνω δεν έχουν μόνο πολιτική σημασία, αλλά και νομική, από τη στιγμή που προχωρά η συλλογή υπογραφών για δημοψήφισμα με αντικείμενο τη μετατροπή του χώρου της Δ.Ε.Θ. σε μητροπολιτικό πάρκο και τη μεταφορά των περισσότερων δραστηριοτήτων στη Σίνδο – νομική σημασία, επειδή ο νόμος για τα τοπικά δημοψηφίσματα ορίζει ότι δεν επιτρέπεται η προκήρυξη τοπικού δημοψηφίσματος για ζητήματα σχετικά με τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα. Όμως το ερώτημα του προτεινόμενου δημοψηφίσματος, η μετατροπή του χώρου της Δ.Ε.Θ. σε μητροπολιτικό πάρκο με διατήρηση κάποιων κατασκευών (και φιλοξενία ήπιων εκθεσιακών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων) και η μεταφορά των μεγάλων εκθέσεων σε νέες εγκαταστάσεις που θα οικοδομηθούν στη Σίνδο, θίγει το δικαίωμα στο περιβάλλον και τον ορθολογικό χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό που προστατεύεται ως θεμελιώδες ατομικό και κοινωνικό δικαίωμα από το Σύνταγμα. Ειδικά αν είσαι κάτοικος της Σίνδου, δεν θίγεται απλώς ένα θεωρητικό δικαίωμά σου, αλλά την υλοποίηση μιας τέτοιας πρότασης θα την νιώσεις στο πετσί σου – και δεν σου δίνεται, στο δημοψήφισμα αυτό, και λόγος. Σύμφωνα με τον νόμο, επομένως, το ερώτημα του δημοψηφίσματος είναι παράνομο, επειδή με αυτό θίγεται ένα θεμελιώδες δικαίωμα, το δικαίωμα στο περιβάλλον.

Αν όμως το δημοψήφισμα για περιβαλλοντικά θέματα δεν επιτρέπεται, τότε πώς θα εκφράζει η κοινωνία την άποψή της για τέτοια ζητήματα που την αφορούν; Πρέπει οι κάτοικοι να μένουν αμέτοχοι σε αποφάσεις που αφορούν το περιβάλλον στο οποίο ζουν και να αποφασίζουν γι’ αυτούς, χωρίς αυτούς, κάποιοι επιστήμονες; Δηλαδή: καλή η επιστημονική τεκμηρίωση, αλλά δεν έχει δικαίωμα η κοινωνία να εκφράσει την άποψή της;

Ασφαλώς και έχει δικαίωμα – και μάλιστα δικαίωμα κατοχυρωμένο από το διεθνές δίκαιο (Συνθήκη του Aarhus) και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει μεταφερθεί στην ελληνική νομοθεσία. Κάθε φορά που εγκρίνεται ένα χωροταξικό ή πολεοδομικό σχέδιο, κάθε φορά που χορηγείται μία «βαριά» περιβαλλοντική άδεια, υποχρεωτικά προηγείται η διαδικασία της δημόσιας διαβούλευσης – μια διαδικασία όπου κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να εκφράσει την άποψή του. Και μάλιστα δεν εκφράζεται απλώς η άποψη, αλλά καταγράφεται και στη συνέχεια πρέπει να απαντηθεί, για να προχωρήσει η έγκριση του σχεδίου ή η έκδοση της άδειας. Αν δεν ακολουθηθεί η διαδικασία αυτή, τότε το σχέδιο ή η άδεια ακυρώνονται από τα δικαστήρια. Αλλά αυτή η δημόσια διαβούλευση δεν γίνεται εν κενώ. Γίνεται αφού έχει κατατεθεί η περιβαλλοντική μελέτη και τα σχόλια γίνονται πάνω σ’ αυτήν. Η περιβαλλοντική μελέτη, όπως προβλέπει ο νόμος, είναι δημόσια προσβάσιμη και πρέπει να παρουσιάζει την περιβαλλοντική τεκμηρίωση του σχεδίου ή του έργου αλλά, υποχρεωτικά, και τις εναλλακτικές λύσεις. Εκτός από τη μελέτη, όποιος ενδιαφέρεται έχει πρόσβαση και σε όλες τις απόψεις των αρμόδιων υπηρεσιών, των περιβαλλοντικών αλλά και της δασικής υπηρεσίας, της αρχαιολογίας, της υπηρεσίας για τη βιοποικιλότητα (όταν η πρόταση αφορά ευαίσθητο οικοσύστημα) κ.λπ. Και στη δημόσια διαβούλευση μπορεί να συμμετέχει κάθε ενδιαφερόμενος άμεσα και προσωπικά, αλλά πάντα καλούνται να συνεισφέρουν και τα θεσμικά όργανα που εκπροσωπούν την τοπική κοινωνία και την αυτοδιοίκηση (δημοτικό και περιφερειακό συμβούλιο) και η γνώμη τους λαμβάνεται και είναι μέρος του φακέλου.

Επομένως, η κοινωνική συμμετοχή στη λήψη περιβαλλοντικών αποφάσεων όχι μόνο ενθαρρύνεται, αλλά επιβάλλεται νομοθετικά. Όχι όμως σε γενικό επίπεδο διακηρύξεων ή οραμάτων, αλλά μετά από ενημέρωση, αφού έχουν τεθεί στη διάθεσή των ενδιαφερομένων (ατόμων, περιβαλλοντικών και άλλων οργανώσεων) οι περισσότερες δυνατές πληροφορίες. Γίνεται με συζήτηση οργανωμένη επί συγκεκριμένης πρότασης, με συγκέντρωση απόψεων που μπορούν να είναι τεκμηριωμένες, με εναλλακτικές λύσεις, με γνώση και όλων των παρατηρήσεων όλων των υπηρεσιών. Μόνο έτσι έχει αποτέλεσμα και μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην εύρεση μιας λύσης που είναι κοινωνικά αποδεκτή και περιβαλλοντικά επωφελής.

ΥΓ. Όλα τα παραπάνω, πάντως, δεν σημαίνουν ότι αποκλείεται εντελώς η κοινωνία της Θεσσαλονίκης να ζητήσει από την Πολιτεία να εξετάσει το αίτημά της για τη δημιουργία μητροπολιτικού πάρκου με δημοψήφισμα. Όμως το αίτημα πρέπει να περιορίζεται μόνο στην εκκίνηση της διαδικασίας, όχι στην κατάληξή της, να αφορά μόνο με την εδαφική περιφέρεια του Δήμου Θεσσαλονίκης (δηλαδή τον χώρο της Δ.Ε.Θ.) και όχι την εδαφική περιφέρεια του Δήμου Δέλτα (Σίνδος), στην έναρξη της διαδικασίας, δηλαδή την εκπόνηση σχεδίου και περιβαλλοντικής μελέτης προς την κατεύθυνση που επιλέγουν όσοι έχουν αναλάβει την πρωτοβουλία, και όχι στο τελικό αποτέλεσμα.

Σύμφωνα με τον νόμο, ο Δήμος Θεσσαλονίκης έχει την αρμοδιότητα να αναλάβει την πρωτοβουλία για να ξεκινήσει η εκπόνηση ειδικού πολεοδομικού σχεδίου. Την τελική αρμοδιότητα την έχει η Πολιτεία, αφού ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπει να εκπονηθεί η επιστημονική μελέτη και αυτή να τεθεί υπό δημόσια διαβούλευση, όπως αναφέρθηκε παραπάνω). Ένα δημοψήφισμα θα μπορούσε να υποχρεώσει τον Δήμο να ασκήσει την αρμοδιότητά του να ξεκινήσει τις διαδικασίες για την εκπόνηση ειδικού πολεοδομικού σχεδίου (στην προκειμένη περίπτωση σε αντικατάσταση του υφισταμένου) και, επειδή ακριβώς αφορά άσκηση αρμοδιότητας του Δήμου Θεσσαλονίκης, το δημοψήφισμα θα είχε δεσμευτικό χαρακτήρα για τον Δήμο, όχι απλώς συμβουλευτικό (όπως το προτεινόμενο). Επειδή θα αφορούσε την έναρξη της διαδικασίας και όχι το τελικό αποτέλεσμα αυτής, δεν θα έθιγε και το δικαίωμα κανενός στο περιβάλλον. Το ερώτημα θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: «Συμφωνείτε να εκκινήσει ο Δήμος Θεσσαλονίκης τη διαδικασία για την εκπόνηση ειδικού πολεοδομικού σχεδίου για τον χώρο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, με σκοπό να αποδοθεί στο μεγαλύτερο μέρος του χώρου χρήση ελεύθερων χώρων αστικού πρασίνου – μητροπολιτικού πάρκου;».