Γιατί θυμήθηκε τώρα το ΠΑΣΟΚ το ιδιωτικό χρέος και το νόμο Κατσέλη;
Η πρόταση για τα δάνεια και η επαναφορά του νόμου Κατσέλη αποκαλύπτουν το άγχος ενός κόμματος που βλέπει τον χώρο της Κεντροαριστεράς να αναδιατάσσεται ξανά
Η πρόσφατη πρόταση του ΠΑΣΟΚ για τα «κόκκινα δάνεια» και η επαναφορά ενός πλαισίου προστασίας που παραπέμπει στον νόμο Κατσέλη δεν χρειάζεται να αξιολογηθεί αποκλειστικά με τεχνοκρατικούς όρους. Η συζήτηση για την πρώτη κατοικία, τα funds και τις τράπεζες διαθέτει ασφαλώς οικονομικές και κοινωνικές διαστάσεις, όμως η χρονική στιγμή κατά την οποία το ΠΑΣΟΚ επιλέγει να επαναφέρει τόσο επιθετικά το ζήτημα αποκαλύπτει κυρίως μια βαθύτερη πολιτική αγωνία. Το κόμμα του Νίκου Ανδρουλάκη μοιάζει να αντιλαμβάνεται ότι το επόμενο διάστημα ενδέχεται να αλλάξει εκ νέου η γεωγραφία της Κεντροαριστεράς και ότι η δική του θέση μέσα σε αυτήν κάθε άλλο παρά διασφαλισμένη είναι.
Η προοπτική ίδρυσης δύο νέων κομμάτων, εκείνου της Μαρίας Καρυστιανού και εκείνου που φέρεται να προετοιμάζει ο Αλέξης Τσίπρας, δημιουργεί ένα περιβάλλον αυξημένης πολιτικής πίεσης για το ΠΑΣΟΚ. Παρότι τα δύο εγχειρήματα διαφέρουν ριζικά ως προς την ιδεολογική συγκρότηση, τη στόχευση και τη φυσιογνωμία τους, έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Και τα δύο απειλούν να αφαιρέσουν από το ΠΑΣΟΚ το προνόμιο να εμφανίζεται ως ο μοναδικός εκφραστής της κοινωνικής δυσαρέσκειας απέναντι στην κυβέρνηση.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επαναφορά μιας ατζέντας κοινωνικής προστασίας με έντονο συμβολικό φορτίο μοιάζει λιγότερο με συγκροτημένη μεταρρυθμιστική πρόταση και περισσότερο με πολιτική προληπτικής άμυνας.
Η επιστροφή του νόμου Κατσέλη ως πολιτικό σύμβολο
Ο νόμος Κατσέλη υπήρξε ίσως η σημαντικότερη κοινωνική νομοθετική παρέμβαση της περιόδου της οικονομικής κρίσης. Για ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας συνδέθηκε με την προστασία της πρώτης κατοικίας και με την αίσθηση ότι το κράτος μπορούσε ακόμη να λειτουργήσει ως ασπίδα απέναντι στην οικονομική κατάρρευση. Ταυτόχρονα όμως συνδέθηκε και με σοβαρές στρεβλώσεις, καθώς το πλαίσιο αξιοποιήθηκε σε αρκετές περιπτώσεις από στρατηγικούς κακοπληρωτές, ενώ η πολυετής εκκρεμότητα χιλιάδων υποθέσεων επιβάρυνε δραματικά το δικαστικό σύστημα και καθυστέρησε την εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών.
Το ΠΑΣΟΚ γνωρίζει πολύ καλά αυτή τη διπλή κληρονομιά. Γνωρίζει επίσης ότι η σημερινή οικονομική πραγματικότητα δεν επιτρέπει την πλήρη επαναφορά ενός τόσο εκτεταμένου καθεστώτος προστασίας. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, η ΕΚΤ και οι αγορές αντιμετωπίζουν πλέον τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ως κρίσιμο δείκτη σταθερότητας για το τραπεζικό σύστημα και οποιαδήποτε πολιτική παρέμβαση που θα θεωρούνταν απειλή για την πιστωτική πειθαρχία θα προκαλούσε σοβαρές αντιδράσεις.
Αυτό σημαίνει ότι το ΠΑΣΟΚ δύσκολα μπορεί να πιστεύει πως μια πλήρης επιστροφή στο μοντέλο της προηγούμενης δεκαετίας είναι εφαρμόσιμη. Η αξία της πρότασης βρίσκεται περισσότερο στο πολιτικό και συναισθηματικό της περιεχόμενο. Η επίκληση του νόμου Κατσέλη λειτουργεί ως μήνυμα προς κοινωνικά στρώματα που αισθάνονται ξανά οικονομικά ευάλωτα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η στεγαστική κρίση, η ακρίβεια και η αίσθηση αδυναμίας απέναντι στα funds δημιουργούν νέο κύκλο ανασφάλειας.
Το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη επιχειρεί έτσι να ανασυνδέσει τον εαυτό του με μια παράδοση κοινωνικού παρεμβατισμού, η οποία είχε αποδυναμωθεί τα προηγούμενα χρόνια των μνημονίων και της οικονομικής κρίσης, όπου το κόμμα εμφανιζόταν ως δύναμη σοβαρότητας και θεσμικής υπευθυνότητας. Αυτή η στρατηγική, αν και επιχείρησε να διαφοροποιηθεί από τον καταγγελτικό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ, δεν κατόρθωσε τελικά να δημιουργήσει ισχυρό κοινωνικό ρεύμα υπέρ του ΠΑΣΟΚ. Αντιθέτως, σε αρκετές περιπτώσεις παρήγαγε την εικόνα ενός κόμματος πολιτικά ουδέτερου και συναισθηματικά άχρωμου.
Η σημερινή στροφή δείχνει ότι η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ θεωρεί πλέον πως η κοινωνική αντιπολίτευση απαιτεί πιο συγκρουσιακή ρητορική και πιο παρεμβατικές εξαγγελίες.
Ο φόβος του Τσίπρα και το φαινόμενο Καρυστιανού
Η επικείμενη επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο παράγοντα πίεσης για το ΠΑΣΟΚ. Ο Ανδρουλάκης είχε επενδύσει πολιτικά στην κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές του 2023 και στην πεποίθηση ότι ο χώρος της Κεντροαριστεράς θα ανασυντασσόταν σταδιακά γύρω από το ΠΑΣΟΚ. Για ένα διάστημα αυτή η στρατηγική φαινόταν να αποδίδει, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ βυθιζόταν σε εσωστρέφεια και διαδοχικές κρίσεις ηγεσίας.
Ωστόσο, η δημιουργία ενός νέου πολιτικού φορέα υπό τον Τσίπρα αλλάζει δραστικά τα δεδομένα. Ο πρώην πρωθυπουργός εξακολουθεί να διαθέτει αναγνωρισιμότητα, πολιτική εμπειρία και σημαντική επιρροή σε τμήματα μιας αντιδεξιάς κοινωνικής βάσης. Αν επιχειρήσει να επιστρέψει με ανανεωμένο αφήγημα, με έμφαση στην κοινωνική προστασία, στις ανισότητες και στην κριτική προς τις οικονομικές ελίτ, τότε το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να βρεθεί ξανά στη θέση του ενδιάμεσου και πολιτικά αμήχανου παίκτη.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού. Παρότι το υπό διαμόρφωση κόμμα της δεν διαθέτει σαφή ιδεολογική ταυτότητα, εκφράζει ένα ισχυρό κοινωνικό συναίσθημα δυσπιστίας απέναντι στο πολιτικό σύστημα συνολικά. Η δυναμική της δεν στηρίζεται τόσο σε προγραμματικές θέσεις όσο σε μια ηθική και συναισθηματική φόρτιση που συνδέεται με την υπόθεση των Τεμπών και με τη γενικότερη αίσθηση ατιμωρησίας και αποξένωσης από τους θεσμούς.
Το ΠΑΣΟΚ αντιλαμβάνεται ότι σε περιόδους κοινωνικής ανασφάλειας τέτοιου τύπου πολιτικές εκφράσεις μπορούν να απορροφήσουν σημαντικό τμήμα διαμαρτυρόμενων ψηφοφόρων, ακόμη και αν δεν διαθέτουν σαφή ιδεολογική συγκρότηση. Γι’ αυτό και επιχειρεί να σκληρύνει τη γλώσσα του απέναντι στις τράπεζες, στα funds και στην κυβέρνηση, ελπίζοντας ότι θα ανακτήσει επαφή με κοινωνικά ακροατήρια που αισθάνονται οικονομικά πιεσμένα και πολιτικά απογοητευμένα.
Η στρατηγική αυτή όμως εμπεριέχει και κινδύνους. Όσο περισσότερο το ΠΑΣΟΚ μετακινείται προς έναν λόγο έντονης κοινωνικής καταγγελίας, τόσο δυσκολότερο γίνεται να διατηρήσει την εικόνα του υπεύθυνου κυβερνητικού κόμματος που επιδιώκει να εκπροσωπήσει έναν προοδευτικό χώρο με μετριοπαθή χαρακτηριστικά. Η ισορροπία ανάμεσα στον κοινωνικό παρεμβατισμό και στην υπερβολή των παροχών είναι εξαιρετικά λεπτή.
Η κρίση ταυτότητας της ελληνικής Κεντροαριστεράς
Η συζήτηση γύρω από τα δάνεια και τον νόμο Κατσέλη φωτίζει τελικά ένα ευρύτερο πρόβλημα που αφορά ολόκληρη την ελληνική Κεντροαριστερά. Εδώ και χρόνια ο χώρος ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες λογικές. Από τη μία υπάρχει η ανάγκη θεσμικής αξιοπιστίας, δημοσιονομικής σοβαρότητας και ευρωπαϊκής κανονικότητας. Από την άλλη υπάρχει η πίεση για πιο συγκρουσιακή κοινωνική εκπροσώπηση απέναντι στις ανισότητες, στην ακρίβεια και στην αίσθηση ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν διαχέεται ισότιμα στην κοινωνία.
Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρουλάκη προσπάθησε αρχικά να κινηθεί κυρίως προς την πρώτη κατεύθυνση. Σήμερα όμως μοιάζει να φοβάται ότι αυτή η στρατηγική δεν αρκεί για να επιβιώσει πολιτικά σε ένα περιβάλλον όπου η κοινωνική δυσαρέσκεια αυξάνεται και νέοι παίκτες επιχειρούν να εκφράσουν πιο επιθετικά το αντισυστημικό συναίσθημα.
Η πρόταση για τα δάνεια επομένως δεν αποτελεί μόνο οικονομική πολιτική. Αποτελεί κυρίως πολιτικό σήμα. Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να δείξει ότι μπορεί να επιστρέψει σε μια πιο λαϊκή και παρεμβατική εκδοχή του εαυτού του πριν χάσει οριστικά την επαφή με κοινωνικά στρώματα που αισθάνονται ότι η μεταμνημονιακή κανονικότητα δεν βελτίωσε ουσιαστικά τη ζωή τους.
Το ερώτημα είναι αν αυτή η μετατόπιση θα αποδειχθεί πειστική ή αν θα εκληφθεί ως συγκυριακή προσαρμογή υπό τον φόβο πολιτικής πίεσης. Και αυτό θα κριθεί όχι μόνο από τη ρητορική του ΠΑΣΟΚ αλλά και από το κατά πόσο θα μπορέσει να παρουσιάσει συνεκτικές και εφαρμόσιμες προτάσεις που να συνδυάζουν κοινωνική προστασία και θεσμική αξιοπιστία.