Η δημοκρατία της αναμονής και η μάχη των διπόλων
Πώς η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα, η δυναμική της Μαρίας Καρυστιανού και η αδυναμία της αντιπολίτευσης αναδιαμορφώνουν το πολιτικό σύστημα και ενισχύουν την κυριαρχία του Κυριάκου Μητσοτάκη
Οι πρώτες δημοσκοπήσεις που επιχειρούν να μετρήσουν ένα πιθανό κόμμα του Αλέξη Τσίπρα και ένα ενδεχόμενο πολιτικό εγχείρημα της Μαρίας Καρυστιανού αποτυπώνουν κάτι βαθύτερο από μια απλή ανακατανομή ποσοστών. Περιγράφουν μια πολιτική συνθήκη διαρκούς αναμονής, η οποία μοιάζει να έχει παγιωθεί εδώ και μήνες στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Η χώρα βρίσκεται σε μια παράδοξη φάση όπου η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από πολιτικούς φορείς που δεν υπάρχουν ακόμη οργανωτικά, αλλά εμφανίζονται ήδη ως δυνητικοί πρωταγωνιστές της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.
Αυτό το φαινόμενο φανερώνει μια κρίση πολιτικής εκπροσώπησης που υπερβαίνει την παραδοσιακή φθορά των κομμάτων. Η αντιπολίτευση δεν μοιάζει να ανασυγκροτείται γύρω από υπαρκτές κομματικές δομές και προγραμματικές συγκρούσεις, αλλά γύρω από πρόσωπα που λειτουργούν ως συμβολικοί φορείς προσδοκίας, οργής ή μνήμης. Ο Αλέξης Τσίπρας εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται από σημαντικό μέρος του αντιδεξιού ακροατηρίου ως ο μόνος πολιτικός που μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες πραγματικής πόλωσης απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η Μαρία Καρυστιανού, από την άλλη πλευρά, εκφράζει ένα εντελώς διαφορετικό ρεύμα, το οποίο δεν έχει ακόμη αποκτήσει σαφή ιδεολογικά χαρακτηριστικά, αλλά αντλεί δύναμη από το συλλογικό τραύμα και τη δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό σύστημα μετά τα Τέμπη.
Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι αυτή η συνθήκη αναμονής δεν αποδυναμώνει απαραίτητα την κυβέρνηση. Αντιθέτως, σε πρώτη φάση την ευνοεί. Όσο η πολιτική συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το ποιος θα ηγηθεί της αντιπολίτευσης και όχι γύρω από μια συγκροτημένη εναλλακτική πρόταση εξουσίας, η Νέα Δημοκρατία διατηρεί το πλεονέκτημα της σταθερότητας και της θεσμικής συνέχειας.
Η κοινωνική γεωγραφία του Τσίπρα και το όριο του ΠΑΣΟΚ
Παρά την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές του 2023, η κοινωνική και γεωγραφική βάση που είχε επιτρέψει στον Αλέξη Τσίπρα να κυριαρχήσει πολιτικά την προηγούμενη δεκαετία δεν φαίνεται να έχει εξαφανιστεί. Οι μεγάλες πόλεις, οι νεότερες ηλικίες, τα πιο μορφωμένα αστικά στρώματα και ένα σημαντικό μέρος της επισφαλούς μεσαίας τάξης εξακολουθούν να εμφανίζουν μεγαλύτερη πολιτική εγγύτητα προς τον Τσίπρα απ’ ό,τι προς το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη.
Αυτό ακριβώς αποτελεί και το στρατηγικό πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ. Παρά τη σχετική εκλογική του ανάκαμψη, δεν κατόρθωσε να μετατραπεί σε φορέα πολιτικής δυναμικής με χαρακτηριστικά εξουσίας. Ενίσχυσε την εικόνα θεσμικής σοβαρότητας και οργανωτικής σταθερότητας, όμως δεν κατάφερε να αποκτήσει ηγεμονική παρουσία στις κοινωνικές κατηγορίες που συνήθως καθορίζουν τη μακροπρόθεσμη πολιτική κυριαρχία. Η σχέση πόλης και υπαίθρου, όπως και η διάκριση ανάμεσα στις δυναμικές ηλικίες και στους μεγαλύτερους ψηφοφόρους, παραμένει σε μεγάλο βαθμό παρόμοια με εκείνη της περιόδου 2012-2019.
Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται ισχυρότερο σε πιο παραδοσιακά και ηλικιακά ώριμα ακροατήρια, διαθέτοντας ανθεκτικότερους μηχανισμούς στην περιφέρεια και στην αυτοδιοίκηση. Ο Τσίπρας, αντίθετα, εξακολουθεί να έχει μεγαλύτερη απήχηση σε πιο ρευστά αλλά πολιτικά επιδραστικά κοινά. Αυτό εξηγεί γιατί ένα πιθανό νέο κόμμα του μπορεί πράγματι να προηγηθεί του ΠΑΣΟΚ, τουλάχιστον σε μια πρώτη φάση υψηλής δημοσιότητας και ισχυρής πόλωσης.
Ωστόσο, το ίδιο στοιχείο που αποτελεί πλεονέκτημα του Τσίπρα κρύβει και τη βασική αδυναμία του. Τα νεότερα και πιο αστικά ακροατήρια είναι εκλογικά πολύ πιο ασταθή. Μετακινούνται εύκολα, απέχουν συχνότερα και παρουσιάζουν χαμηλότερη κομματική πίστη. Το ΠΑΣΟΚ, παρότι λιγότερο ελκυστικό ως φορέας αλλαγής, διαθέτει πιο σταθερή κοινωνική βάση και μικρότερη εκλογική μεταβλητότητα.
Γι’ αυτό η σύγκρουση ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και σε ένα πιθανό κόμμα Τσίπρα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το ποιο δίπολο θα κυριαρχήσει στη δημόσια συζήτηση. Αν επιβληθεί το σχήμα «Μητσοτάκης ή Τσίπρας», τότε ο Τσίπρας αποκτά σαφές πλεονέκτημα μέσα στην αντιπολίτευση, καθώς η πολιτική σύγκρουση μετατρέπεται ξανά σε προσωποκεντρική και πολωτική. Αν, αντίθετα, κυριαρχήσει το δίπολο «ΠΑΣΟΚ ή κόμμα Τσίπρα», τότε το ΠΑΣΟΚ αποκτά συγκριτικό πλεονέκτημα ως ήδη υπάρχων και θεσμικά εδραιωμένος πολιτικός φορέας.
Η Καρυστιανού και η ηθικοποίηση της διαμαρτυρίας
Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού είναι ίσως ακόμη πιο αποκαλυπτική για τη σημερινή κατάσταση του πολιτικού συστήματος. Οι σχετικά υψηλές δημοσκοπικές επιδόσεις ενός κόμματος που δεν υπάρχει ούτε ως οργανωτική δομή ούτε ως ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση δείχνουν ότι ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας αναζητά πλέον μορφές εκπροσώπησης που δεν στηρίζονται πρωτίστως στην ιδεολογία, αλλά στην ηθική νομιμοποίηση.
Σε αντίθεση με άλλες προσωποπαγείς πολιτικές εκφράσεις της τελευταίας δεκαετίας, η Καρυστιανού δεν αντλεί τη δυναμική της από μια συνεκτική πολιτική ταυτότητα. Η δημόσια παρουσία της συνδέεται με το τραύμα των Τεμπών και με την αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να ανταποκριθεί σε θεμελιώδη αιτήματα δικαιοσύνης και λογοδοσίας. Αυτό της επιτρέπει να αποκτά διακομματική απήχηση, προσελκύοντας πολίτες με πολύ διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες.
Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, η μετατροπή αυτής της συναισθηματικής και ηθικής αποδοχής σε σταθερή κομματική ταυτότητα αποτελεί εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία. Η κοινωνική οργή μπορεί να δημιουργήσει υψηλές προσδοκίες σε πρώτη φάση, όμως η συγκρότηση βιώσιμου πολιτικού φορέα απαιτεί σαφή θέση για την οικονομία, τη διακυβέρνηση, τους θεσμούς και τις διεθνείς σχέσεις της χώρας. Η μετάβαση από το ηθικό αίτημα στο πλήρες πολιτικό πρόγραμμα είναι συνήθως το σημείο όπου δοκιμάζονται τέτοιου τύπου εγχειρήματα.
Παρόλα αυτά, η παρουσία της Καρυστιανού επηρεάζει ήδη το πολιτικό σκηνικό, επειδή ενισχύει τη συνολική εικόνα κατακερματισμού και ρευστότητας στην αντιπολίτευση. Αυτό έχει άμεσες συνέπειες και για την κυβέρνηση, η οποία μπορεί ευκολότερα να προβάλλει το επιχείρημα της σταθερότητας απέναντι σε μια αντιπολίτευση που εμφανίζεται αποσπασματική και διαρκώς μεταβαλλόμενη.
Το δίπολο που θα κρίνει τις επόμενες εκλογές
Σε αυτό το περιβάλλον, ο ρόλος του Κυριάκου Μητσοτάκη αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η προσωπική εικόνα του πρωθυπουργού παραμένει πιθανότατα το σημαντικότερο πλεονέκτημα της Νέας Δημοκρατίας, όχι όμως με τον τρόπο που λειτουργούσε το 2019. Τότε εξέφραζε την προσδοκία εκσυγχρονισμού και πολιτικής αλλαγής. Σήμερα εκφράζει κυρίως την ανάγκη αποφυγής της αβεβαιότητας.
Η μετατόπιση αυτή είναι κρίσιμη. Σε συνθήκες όπου η αντιπολίτευση μοιάζει κατακερματισμένη και ασταθής, ένα σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος τείνει να αξιολογεί τον Μητσοτάκη περισσότερο ως παράγοντα προβλεψιμότητας παρά ως φορέα ενθουσιασμού. Αυτό επιτρέπει στη Νέα Δημοκρατία να διατηρεί υψηλή εκλογική αντοχή, ακόμη και σε περιόδους έντονης κοινωνικής φθοράς.
Το κεντρικό ερώτημα για τις επόμενες εκλογές αφορά τελικά το ποιο δίπολο θα καταφέρει να επιβληθεί ως κυρίαρχη πολιτική αφήγηση. Αν κυριαρχήσει το «Μητσοτάκης ή Τσίπρας», τότε το πολιτικό σύστημα θα επανέλθει σε μια σκληρή μορφή πόλωσης, η οποία ευνοεί ταυτόχρονα τον Τσίπρα μέσα στην αντιπολίτευση και τη Νέα Δημοκρατία απέναντι στον φόβο επιστροφής σε μια περίοδο έντονης αβεβαιότητας. Αν κυριαρχήσει το «ΠΑΣΟΚ ή κόμμα Τσίπρα», τότε το ΠΑΣΟΚ θα επιχειρήσει να εμφανιστεί ως η πιο αξιόπιστη και θεσμικά ώριμη εναλλακτική.
Πάνω από όλα αυτά, όμως, πλανάται ένα τρίτο δίπολο που ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστικό. Το «Μητσοτάκης ή χάος» αποτελεί πιθανότατα τον βαθύτερο στρατηγικό στόχο της κυβέρνησης. Όσο η αντιπολίτευση παραμένει κατακερματισμένη και αδυνατεί να διαμορφώσει πειστική προοπτική εξουσίας, η Νέα Δημοκρατία θα επιχειρεί να εμφανίζεται ως ο μοναδικός σταθερός πόλος μέσα σε ένα περιβάλλον πολιτικής ρευστότητας.
Το ερώτημα είναι αν αυτή η στρατηγική αρκεί για να διατηρήσει μακροπρόθεσμα κοινωνική ηγεμονία. Διότι μια πολιτική κυριαρχία που βασίζεται κυρίως στην απουσία αξιόπιστης εναλλακτικής μπορεί να αποδειχθεί εκλογικά ανθεκτική, χωρίς όμως να θεραπεύει την κρίση εκπροσώπησης που διαπερνά πλέον ολόκληρο το πολιτικό σύστημα.