Νέα Δημοκρατία: Το στοίχημα της αυτοδυναμίας, η ψήφος διαμαρτυρίας και τα πυρά κατά Τσίπρα
Στην κυβέρνηση αναγνωρίζουν τη δυσαρέσκεια πολιτών για συγκεκριμένα ζητήματα, με κυρίαρχο αυτό της καθημερινότητας, ωστόσο επιχειρούν να αντιπαραβάλουν την εμπειρία του παρελθόντος.
Η διατήρηση της πολιτικής κυριαρχίας και η επίτευξη μιας νέας αυτοδυναμίας στις εκλογές του 2027 παραμένει το πολιτικό στοίχημα για τη Νέα Δημοκρατία.
Παρά τη σαφή δημοσκοπική πρωτιά έναντι των κομμάτων της αντιπολίτευσης, στο κυβερνητικό στρατόπεδο αναγνωρίζουν ότι ο στόχος δεν έχει ακόμη κατακτηθεί και απαιτεί διαρκή πολιτική δουλειά, απτά αποτελέσματα και πειστικό σχέδιο για την επόμενη ημέρα.
Η κυβερνητική ανάγνωση των δημοσκοπήσεων είναι διττή. Από τη μία, επισημαίνεται πως η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί σημαντική απόσταση από το δεύτερο κόμμα, σε μια συγκυρία που η αντιπολίτευση παραμένει κατακερματισμένη και χωρίς σταθερό πολιτικό αντίπαλο. Είτε πρόκειται για το ΠΑΣΟΚ είτε για τα σενάρια γύρω από μια πιθανή νέα πολιτική κίνηση του Αλέξη Τσίπρα, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι πως η κυβερνητική παράταξη εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό πόλο σταθερότητας του πολιτικού συστήματος.
Ωστόσο, στο Μέγαρο Μαξίμου δεν παραγνωρίζουν ότι η σταθερή καταγραφή της ΝΔ στην περιοχή του 30% στις τελευταίες δημοσκοπήσεις υποδηλώνει και μια απόσταση από τον τελικό εκλογικό στόχο της αυτοδυναμίας. Κυβερνητικά στελέχη εκτιμούν ότι η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από την προσήλωση στην υλοποίηση του κυβερνητικού έργου, με περισσότερα μετρήσιμα αποτελέσματα για τους πολίτες και συνεπή εφαρμογή του προγράμματος με το οποίο εξελέγη η κυβέρνηση.
Η στρατηγική που περιγράφεται είναι σαφής: η κυβέρνηση επιδιώκει να κρατήσει η ίδια την πρωτοβουλία των κινήσεων, θέτοντας την πολιτική ατζέντα με βάση τα προβλήματα της κοινωνίας και όχι ακολουθώντας την αντιπολιτευτική πίεση. Στο κυβερνητικό επιτελείο θεωρούν ότι οι πολίτες δεν θα κρίνουν μόνο το παρελθόν αλλά και το κατά πόσο η κυβερνητική πρόταση για την επόμενη τετραετία είναι αξιόπιστη, κοστολογημένη και πολιτικά πειστική.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται και στο φαινόμενο της ψήφου διαμαρτυρίας, το οποίο εξακολουθεί να απασχολεί την κυβέρνηση, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια και το αυξημένο κόστος ζωής συνεχίζουν να πιέζουν τα νοικοκυριά. Στην κυβέρνηση αναγνωρίζουν τη δυσαρέσκεια πολιτών για συγκεκριμένα ζητήματα, με κυρίαρχο αυτό της καθημερινότητας, ωστόσο επιχειρούν να αντιπαραβάλουν την εμπειρία του παρελθόντος.
Το κυβερνητικό αφήγημα είναι πως η χώρα έχει ήδη δοκιμάσει επιλογές που εκφράστηκαν ως ψήφος διαμαρτυρίας και πως η εμπειρία εκείνης της περιόδου λειτούργησε περισσότερο ως προειδοποίηση παρά ως επιτυχημένο μοντέλο διακυβέρνησης. Με αυτή τη λογική, η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να μετατοπίσει τη συζήτηση από τη συγκυριακή δυσαρέσκεια στο δίλημμα της κυβερνητικής αξιοπιστίας.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η κριτική προς τον Αλέξη Τσίπρα, με αφορμή τα σενάρια για πολιτική επανενεργοποίησή του. Από την κυβέρνηση αντιμετωπίζουν χωρίς αιφνιδιασμό τις σχετικές κινήσεις, σημειώνοντας πως κάθε πολιτικός αρχηγός έχει δικαίωμα να διεκδικεί την πρωτιά, αλλά τονίζουν ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχει συγκεκριμένη, κοστολογημένη πολιτική πρόταση που να συνιστά εναλλακτικό κυβερνητικό σχέδιο.
Κυβερνητικά στελέχη εκτιμούν ότι η δημόσια εικόνα του πρώην πρωθυπουργού παραμένει περισσότερο επικοινωνιακή παρά ουσιαστική, ενώ επιχειρούν να επαναφέρουν στη δημόσια συζήτηση τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ως μέτρο σύγκρισης.
Στο πεδίο της οικονομίας, η αντιπαράθεση αποκτά ακόμη πιο αιχμηρά χαρακτηριστικά. Η κυβέρνηση προβάλλει ως βασικό επιχείρημα τη φορολογική της πολιτική, υπενθυμίζοντας τις μειώσεις και καταργήσεις δεκάδων φόρων τα τελευταία χρόνια και αντιπαραβάλλοντάς τες με τη φορολογική πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης.
Το κυβερνητικό επιτελείο θεωρεί πως η οικονομία θα παραμείνει κομβικό πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης μέχρι τις εκλογές και επιδιώκει να διατηρήσει το πλεονέκτημα της αξιοπιστίας στο συγκεκριμένο μέτωπο.