Anna Unfiltered: Τα βατραχάκια στο αφρόγαλα

Το πηχτό υγρό με κάθε κίνησή τους έμοιαζε να τους καταπίνει και να μην δίνει καμία απολύτως ευκαιρία στα μικρά αμφίβια να ξεφύγουν.

Anna Unfiltered: Τα βατραχάκια στο αφρόγαλα
UNSPLASH

Ήταν ένα από τα βιβλία, που έχω διαβάσει σε διάφορες περιόδους της ζωής μου. Βέβαια, η πρώτη ήταν η πιο σκοτεινή – ή τουλάχιστον, έτσι πίστευα τότε. Θυμάμαι Απρίλης, καλή ώρα ήταν, το μακρινό 2008 και είδα τη μητέρα μου να κρατάει δύο πολύχρωμα βιβλία και να μου τα χαρίζει, χωρίς πολλά λόγια, αλλά με εκείνο το ζεστό καστανό βλέμμα, που μέσα του έκρυβε όλη την αγάπη και το νοιάξιμο, που μόνο μια μάνα για το παιδί της μπορεί να έχει. Κι εγώ, που έψαχνα απελπισμένα να βρω κάπου να πιαστώ, τα πήρα στα χέρια μου και μακριά από όλους ξεκίνησα να τα διαβάζω.

Το πρώτο είχε τίτλο ‘’Να σου πω μια ιστορία’’ και ο μέχρι τότε άγνωστος για ‘μένα συγγραφέας, Jorge Bucay, έμελλε να γίνει συνοδοιπόρος σε κάθε δύσκολη, ως επί το πλείστον, στιγμή της ζωής μου. Ενίοτε και στις ευχάριστες. Σπανιότερα, όμως. Διότι οι άνθρωποι έχουμε την αφόρητη συνήθεια να υιοθετούμε ασμένως την εικόνα του ανήμπορου ικέτη, όταν γύρω μας όλα καταρρέουν, αλλά ελάχιστα εννοούμε να απευθυνόμαστε εκτός του γαλατικού χωριού μας, όταν τα πάντα καλώς βαίνουν.

Μια από εκείνες τις μέρες, λοιπόν, που η ενσωματωμένη μου αντίσταση στη χαρά χτύπησε κόκκινο, πήρα το (my precious, όπως αποδείχτηκε σύντομα) βιβλίο στα χέρια και αυτόματα θαρρείς, οι σελίδες του άρχισαν να στροβιλίζουν τις σκέψεις μου, που προσιδίαζαν τρικυμία εν κρανίω, και να τις γαληνεύουν, να τις κατευνάζουν, ακόμα και να τις παρατάσσουν: αρχή, μέση, τέλος. Κάθε μικρή παραβολή του Bucay έκανε τα μάτια μου να τρέχουν και ήμουν απόλυτα σίγουρη, με όλη την αυτοαναφορικότητα και το δράμα, που με χαρακτηρίζουν πάντα, ότι το βιβλίο γράφτηκε για ‘μένα προσωπικά και για κανέναν άλλο.

Έπρεπε να περάσουν μήνες – και αργότερα χρόνια – για να κατανοήσω ή να παραδεχτώ, ότι όλοι οι άνθρωποι, μόλο που ακούγεται ισοπεδωτικό, έχουμε τα ίδια προβλήματα, στη βάση της ψυχής μας. Και κάπου εκεί έρχονται τα βατραχάκια στο αφρόγαλα. Λοιπόν, να σου πω μια ιστορία;

Ήταν κάποτε δυο βατραχάκια, που η μοίρα το ‘φερε να πέσουν σε ένα φλυτζάνι με αφρόγαλα. Το πηχτό υγρό με κάθε κίνησή τους έμοιαζε να τους καταπίνει και να μην δίνει καμία απολύτως ευκαιρία στα μικρά αμφίβια να ξεφύγουν. Μάταια κουνούσαν τα ποδαράκια τους για να βγουν στην επιφάνεια. Τόσο μάταια, που το ένα από τα δυο, αποκαμωμένο από τις απέλπιδες προσπάθειες, είπε: « Τι νόημα έχει όλο αυτό; Ό,τι και να κάνω αυτό το υγρό θα με καταπιεί. Ας τελειώνει το μαρτύριο μια ώρα αρχύτερα». Και λέγοντας αυτό το τελευταίο, σταμάτησε να κουνάει τα κουρασμένα ποδαράκια του και …βούλιαξε στον ιδιόμορφο λευκό τάφο του. Το άλλο βατραχάκι, βλέποντας και το τέλος του φίλου του, σκέφτηκε φωναχτά: «Ναι, ίσως δεν υπάρχει πιθανότητα να βγω από ‘δω μέσα. Αλλά όσο αντέχω, θα προσπαθώ». Και λέγοντας αυτό το τελευταίο, συνέχισε να χτυπά τα μικρά του πόδια με όση δύναμη και κουράγιο του απέμεναν. Τα χτυπούσε για ώρες και μάλιστα τόσο πολύ, που στο τέλος το αφρόγαλα έγινε βούτυρο. Και το βατραχάκι έδωσε μια…γλίστρησε εκεί πάνω και έφυγε.

Χριστός Ανέστη! Για εμάς που πιστεύουμε, σήμερα είναι η πρώτη ημέρα της καινούριας αναστημένης ζωής μας. Και για ‘κείνους, που δεν πιστεύουν, στενοχωριέμαι αληθινά, που δεν έχουν κάποιον να κουβαλήσει το αβάσταχτο βαρίδι της μάταιης ζωής τους. Μακάρι να αντέχουν.