Το σημάδι που μπορεί να αποκαλύψει πρώιμες ενδείξεις Αλτσχάιμερ
Ερευνητές εξετάζουν την ταχύτητα, τον ρυθμό και τις μικρές μεταβολές στη βάδιση, αναζητώντας πρώιμες ενδείξεις της νόσου
Οι αλλαγές στον εγκέφαλο που σχετίζονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ μπορεί να έχουν ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν εμφανιστούν αισθητά προβλήματα μνήμης. Αυτό το «σιωπηλό» διάστημα πριν από την εκδήλωση των συμπτωμάτων προσπαθούν να αξιοποιήσουν οι επιστήμονες, αναζητώντας σημάδια που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πιο έγκαιρο εντοπισμό της νόσου.
Τι αποκαλύπτει ο τρόπος που περπατάμε
Μια ερευνητική ομάδα από το Texas A&M University εξετάζει τώρα έναν απρόσμενο, αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέροντα δείκτη: Τον τρόπο με τον οποίο περπατάμε. Η ερευνήτρια Dr. Jenna Yentes, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Department of Kinesiology and Sport Management, μελετά εάν λεπτομερείς μεταβολές στη βάδιση μπορούν να συνδέονται με πρώιμους βιολογικούς δείκτες της νόσου Αλτσχάιμερ και άλλων μορφών άνοιας, ακόμη και σε ανθρώπους που δεν εμφανίζουν κανένα εμφανές πρόβλημα στη μνήμη ή τη σκέψη.
Η σύνδεση ανάμεσα στη βάδιση και τη γνωστική υγεία δεν αποτελεί καινούργια ιδέα. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο περπατά ένας άνθρωπος μπορεί να σχετίζονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ ή άλλες μορφές άνοιας. Πολλές από αυτές τις έρευνες, ωστόσο, αφορούσαν ανθρώπους που είχαν ήδη παρουσιάσει γνωστική έκπτωση. Η νέα προσέγγιση επιχειρεί να εξετάσει τι μπορεί να συμβαίνει ακόμη νωρίτερα: εάν δηλαδή ο τρόπος βάδισης μπορεί να δώσει ενδείξεις για τη νόσο πριν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα.
Στη μελέτη θα συμμετάσχουν 50 ενήλικες ηλικίας 45 έως 85 ετών, χωρίς διάγνωση άνοιας. Οι συμμετέχοντες θα υποβληθούν σε γνωστικές δοκιμασίες και ερωτηματολόγια υγείας, θα δώσουν δείγματα αίματος, θα πραγματοποιήσουν μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου και θα περάσουν από λεπτομερή αξιολόγηση βάδισης. Οι ερευνητές θα εξετάσουν επίσης τη μεταβλητότητα της βάδισης, δηλαδή τις μικρές διαφορές από βήμα σε βήμα που επιτρέπουν στο σώμα να προσαρμόζεται στις αλλαγές του περιβάλλοντος.
Η «εφεδρεία» της βάδισης
Ένας από τους δείκτες που εξετάζουν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι επιστήμονες είναι η λεγόμενη gait reserve. Πρόκειται για τη διαφορά ανάμεσα στη φυσιολογική ταχύτητα βάδισης ενός ανθρώπου και στη μεγαλύτερη ταχύτητα που μπορεί να διατηρήσει με άνεση. Οι ερευνητές θα καταγράψουν τόσο τη συνηθισμένη όσο και τη μέγιστη άνετη ταχύτητα περπατήματος, χρησιμοποιώντας τεχνολογία καταγραφής κίνησης. Στη συνέχεια, τα δεδομένα αυτά θα συγκριθούν με τις απεικονιστικές εξετάσεις, τους βιοδείκτες στο αίμα και τα αποτελέσματα των γνωστικών τεστ.
Η απόλυτη ομοιομορφία στον ρυθμό κάθε βήματος δεν θεωρείται απαραίτητα ιδανική, όπως δεν θεωρούνται ιδανικές ούτε οι υπερβολικά τυχαίες διακυμάνσεις. Σύμφωνα με τους ερευνητές, και τα δύο άκρα θα μπορούσαν να αντανακλούν μεταβολές στην ικανότητα του οργανισμού να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος.
Γιατί συμμετέχουν άνθρωποι από την ηλικία των 45 ετών
Η επιλογή να συμμετάσχουν στη μελέτη άτομα ακόμη και 45 ετών δεν είναι τυχαία. Οι βιολογικές διεργασίες που σχετίζονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ εκτιμάται ότι μπορεί να ξεκινούν έως και δύο δεκαετίες πριν γίνουν εμφανή τα πρώτα συμπτώματα. Έτσι, ένας άνθρωπος μπορεί να φαίνεται απολύτως λειτουργικός και να μην αντιμετωπίζει προβλήματα μνήμης, ενώ στον εγκέφαλό του έχουν ήδη ξεκινήσει αλλαγές που θα γίνουν αντιληπτές πολύ αργότερα. Το ερώτημα που θέτουν οι ερευνητές είναι εάν, σε ηλικίες 45-55 ετών, μπορούν να εντοπιστούν ανεπαίσθητες αλλαγές στη βάδιση οι οποίες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πρώιμο «καμπανάκι» και να οδηγήσουν σε περαιτέρω έλεγχο.
Θα μπορούσε το περπάτημα να γίνει διαγνωστικό εργαλείο για το μέλλον;
Ο μακροπρόθεσμος στόχος της έρευνας δεν είναι η διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ αποκλειστικά μέσω του περπατήματος. Οι επιστήμονες θέλουν να διαπιστώσουν εάν η βάδιση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένας εύκολος και οικονομικός δείκτης διαλογής, ο οποίος θα υποδεικνύει ποιοι άνθρωποι χρειάζονται περαιτέρω αξιολόγηση. Σήμερα, η διερεύνηση της νόσου περιλαμβάνει γνωστικές εξετάσεις, απεικονιστικό έλεγχο και βιοδείκτες αίματος. Τα εργαλεία αυτά δεν χρησιμοποιούνται συνήθως προληπτικά σε υγιείς ενήλικες. Η ερευνητική ομάδα οραματίζεται ότι στο μέλλον η μέτρηση της βάδισης θα μπορούσε να αποτελέσει ένα απλό τεστ αξιολόγησης, αντίστοιχο με τη μέτρηση της αρτηριακής πίεσης ή των σφυγμών.
Η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο και δεν σημαίνει ότι κάθε αλλαγή στον τρόπο που περπατά ένας άνθρωπος αποτελεί ένδειξη της νόσου Αλτσχάιμερ. Εάν, ωστόσο, επιβεβαιωθεί ότι συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της βάδισης συμβαδίζουν με τους πρώτους βιολογικούς δείκτες της νόσου, ένα τόσο απλό καθημερινό χαρακτηριστικό θα μπορούσε στο μέλλον να προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για την υγεία του εγκεφάλου, αρκετά χρόνια πριν η μνήμη αρχίσει να προειδοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά.