Όταν ο γιατρός «συναντά» την τεχνητή νοημοσύνη – Πώς το AI αλλάζει τον τρόπο που αναζητούμε υγεία και θεραπείες
Έρευνα της EY σε 7.500 καταναλωτές από 10 αγορές δείχνει ότι περισσότεροι από τους μισούς είναι πλέον διατεθειμένοι να ζητήσουν εξετάσεις, θεραπεία ή ακόμη και συνταγογράφηση με βάση πληροφορίες που έλαβαν από εργαλεία AI. Η νέα ψηφιακή πραγματικότητα δημιουργεί ευκαιρίες, αλλά και σημαντικούς κινδύνους για την ασφάλεια των ασθενών
Η τεχνητή νοημοσύνη έχει αρχίσει να αλλάζει όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο εργαζόμαστε, ψυχαγωγούμαστε ή αναζητούμε πληροφορίες, αλλά και έναν από τους πιο ευαίσθητους τομείς της καθημερινότητας: την υγεία. Για όλο και περισσότερους ανθρώπους, η πρώτη «στάση» πριν από ένα ραντεβού με τον γιατρό δεν είναι πλέον αποκλειστικά το τηλέφωνο ενός επαγγελματία υγείας, αλλά μια μηχανή αναζήτησης, ένα chatbot ή ένα εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης.
Η τάση αυτή αποτυπώνεται στην τελευταία EY Global Consumer Health Survey 2026, η οποία πραγματοποιήθηκε από την EY Studio+ τον Απρίλιο του 2026 σε 7.500 καταναλωτές από 10 αγορές: ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία, Καναδά, Αυστραλία, Σαουδική Αραβία, Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία και Ελβετία.
Τα αποτελέσματα αποτυπώνουν μια σημαντική αλλαγή στη σχέση του πολίτη με το σύστημα υγείας: ο ασθενής γίνεται ολοένα πιο ενημερωμένος, πιο ενεργός και πιο ψηφιακός. Ταυτόχρονα, όμως, αυξάνεται ο κίνδυνος η πληροφορία να μετατραπεί σε αυτοδιάγνωση, αυτοθεραπεία ή πρόσβαση σε φάρμακα χωρίς την απαραίτητη επαγγελματική καθοδήγηση.
Από το Google στο AI: Η υγεία γίνεται υπόθεση της οθόνης
Η εικόνα που περιγράφει η έρευνα της EY είναι χαρακτηριστική. Το 70% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι έχει ήδη ζητήσει ή θα εξέταζε το ενδεχόμενο να ζητήσει εξέταση, θεραπεία ή συνταγογράφηση με βάση πληροφορίες που βρήκε σε μηχανές αναζήτησης.
Το ποσοστό αυτό δείχνει ότι η ψηφιακή αναζήτηση δεν λειτουργεί πλέον μόνο ως ένας τρόπος γενικής ενημέρωσης. Μπορεί να επηρεάσει άμεσα μια απόφαση που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αποκλειστικά μέρος της σχέσης γιατρού και ασθενούς.
Η ακόμη πιο ενδιαφέρουσα εξέλιξη αφορά την τεχνητή νοημοσύνη. Το 56% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι έχει ζητήσει ή θα εξέταζε το ενδεχόμενο να ζητήσει εξέταση, θεραπεία ή συνταγογράφηση με βάση πληροφορίες που έλαβε από εργαλεία AI. Το αντίστοιχο ποσοστό για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανέρχεται στο 45%.
«Η φωνή που ακούτε μπορεί να μην ανήκει στον άνθρωπό σας»: Η νέα «γενιά» απατών με ΑΙ
Με άλλα λόγια, η τεχνητή νοημοσύνη δεν περιορίζεται πλέον στον ρόλο ενός ψηφιακού βοηθού που απαντά σε ερωτήσεις. Αρχίζει να επηρεάζει τη συμπεριφορά του καταναλωτή και, κατ’ επέκταση, τον τρόπο με τον οποίο αυτός εισέρχεται στο σύστημα υγείας.
Ο ασθενής μπορεί να φτάσει στο ιατρείο έχοντας ήδη αναζητήσει συμπτώματα, πιθανές διαγνώσεις, θεραπευτικές επιλογές και παρενέργειες. Μπορεί ακόμη να έχει σχηματίσει άποψη για το ποια εξέταση θέλει να κάνει ή ποιο φάρμακο θεωρεί ότι χρειάζεται.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η τεχνολογία λειτουργεί αρνητικά. Μπορεί να βοηθήσει έναν άνθρωπο να κατανοήσει καλύτερα ένα ιατρικό ζήτημα, να προετοιμάσει ερωτήσεις για τον γιατρό του ή να αναγνωρίσει ότι χρειάζεται να ζητήσει επαγγελματική βοήθεια. Η κρίσιμη διαφορά βρίσκεται στο αν η ψηφιακή πληροφορία λειτουργεί ως εργαλείο προετοιμασίας ή ως υποκατάστατο της ιατρικής αξιολόγησης.
Παρά την άνοδο του AI, ο γιατρός παραμένει η πιο αξιόπιστη πηγή
Η έρευνα της EY αποκαλύπτει, πάντως, ένα στοιχείο που λειτουργεί ως αντίβαρο στην επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης. Παρά τη μεγάλη χρήση των ψηφιακών εργαλείων, οι γιατροί παραμένουν μακράν η πιο αξιόπιστη πηγή πληροφόρησης για θέματα υγείας. Το 89% των ερωτηθέντων θεωρεί τον γιατρό αξιόπιστη πηγή, έναντι 68% για τα εργαλεία AI, 61% για τις μηχανές αναζήτησης και 49% για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η αντίφαση είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα: οι άνθρωποι χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά δεν την εμπιστεύονται στον ίδιο βαθμό με τον επαγγελματία υγείας.
Αυτό σημαίνει ότι το μέλλον δεν φαίνεται να οδηγεί απαραίτητα σε μια σχέση «AI εναντίον γιατρού». Περισσότερο δείχνει προς ένα μοντέλο στο οποίο ο καταναλωτής χρησιμοποιεί την τεχνολογία για να αποκτήσει πληροφορίες και ο επαγγελματίας υγείας παραμένει το σημείο αναφοράς για την αξιολόγηση, τη διάγνωση και τη θεραπευτική απόφαση. Η πρόκληση, επομένως, είναι να δημιουργηθεί μια σχέση μεταξύ των δύο πλευρών στην οποία η τεχνολογία ενισχύει την ιατρική φροντίδα αντί να δημιουργεί μια παράλληλη, ανεξέλεγκτη «ψηφιακή ιατρική».
Όταν η αναζήτηση αντικαθιστά προσωρινά την επίσκεψη στον γιατρό
Η επίδραση των ψηφιακών εργαλείων δεν περιορίζεται σε όσους αναζητούν περισσότερη φροντίδα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η τεχνολογία χρησιμοποιείται ακριβώς για να καθυστερήσει η επίσκεψη σε επαγγελματία υγείας.
Σύμφωνα με την EY, μεταξύ των ανθρώπων που καθυστερούν να αναζητήσουν ιατρική φροντίδα, το 41% στρέφεται σε διαδικτυακή αναζήτηση, ενώ το 31% χρησιμοποιεί εργαλεία AI ως εναλλακτική. Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Η πρόσβαση σε πληροφορίες μπορεί να λειτουργήσει θετικά όταν βοηθά τον πολίτη να κατανοήσει ένα σύμπτωμα και να αναζητήσει εγκαίρως βοήθεια. Μπορεί όμως να λειτουργήσει και αντίστροφα, εάν δημιουργήσει μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας.
Ένα chatbot μπορεί να εξηγήσει πιθανά αίτια ενός συμπτώματος. Δεν μπορεί, όμως, να αντικαταστήσει την κλινική εξέταση, το ιατρικό ιστορικό, τις εργαστηριακές εξετάσεις και τη συνολική αξιολόγηση ενός ασθενούς. Αυτό είναι ένα από τα βασικά ζητήματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν τα συστήματα υγείας στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης: πώς θα αξιοποιήσουν την αυξανόμενη ψηφιακή αυτονομία των πολιτών χωρίς να ενισχύσουν την αυτοδιάγνωση και την καθυστέρηση της αναγκαίας φροντίδας.
Η περίπτωση των GLP-1 δείχνει πώς αλλάζει η πρόσβαση στα φάρμακα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έρευνα της EY για τα φάρμακα GLP-1, τα οποία έχουν βρεθεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης λόγω της χρήσης τους τόσο στη διαχείριση του διαβήτη τύπου 2 όσο και στην απώλεια βάρους.
Η πλειονότητα των χρηστών εξακολουθεί να ακολουθεί την παραδοσιακή διαδρομή: το 58% απέκτησε τη σχετική συνταγή μέσω επαγγελματία υγείας. Ωστόσο, ένα σημαντικό ποσοστό χρησιμοποιεί πλέον εναλλακτικά κανάλια. Το 23% αναφέρει πρόσβαση μέσω προγραμμάτων διαχείρισης βάρους, το 20% μέσω πλήρως διαδικτυακών παρόχων και ένα ακόμη 20% μέσω άτυπων πηγών, όπως φίλοι ή οικογένεια.
Το φαινόμενο δείχνει πόσο γρήγορα μπορεί η ψηφιακή οικονομία να αλλάξει την πρόσβαση σε υπηρεσίες και θεραπείες. Ο καταναλωτής δεν χρειάζεται πλέον να ακολουθεί πάντοτε μια γραμμική διαδρομή: σύμπτωμα → γιατρός → συνταγή → φαρμακείο. Ανάμεσα σε αυτά τα στάδια έχουν δημιουργηθεί νέοι ψηφιακοί μεσάζοντες, πλατφόρμες και υπηρεσίες. Το ζήτημα, βέβαια, δεν είναι μόνο η ευκολία. Είναι και η ασφάλεια, η παρακολούθηση και η συνέχεια της φροντίδας.
Η Gen Z και οι Millennials κινούνται διαφορετικά
Η αλλαγή είναι ακόμη πιο έντονη στις νεότερες γενιές. Σύμφωνα με την έρευνα, οι χρήστες GLP-1 από τη Gen Z και τη Gen Y είναι σημαντικά πιθανότερο να αποκτήσουν πρόσβαση στα συγκεκριμένα φάρμακα μέσω διαδικτυακών παρόχων, σε σχέση με τους χρήστες από τη Gen X και τους baby boomers: 27% έναντι 10%. Παράλληλα, είναι πιθανότερο να αναφέρουν άτυπες πηγές πρόσβασης, όπως φίλους ή συγγενείς: 26% έναντι 9%.
Οι διαφορές δεν σταματούν στην πρόσβαση. Οι νεότεροι χρήστες GLP-1 είναι περισσότερο πιθανό να συνδέουν τη χρήση τους με ζητήματα τρόπου ζωής. Το 35% αναφέρει την εξωτερική εμφάνιση ως παράγοντα, έναντι 18% στις μεγαλύτερες γενιές, ενώ το 34% αναφέρει την ψυχική ευεξία, έναντι 14%.
Το εύρημα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μια γενιά που έχει μεγαλώσει μέσα σε ένα περιβάλλον συνεχούς ψηφιακής πληροφόρησης, social media, influencers και εξατομικευμένων υπηρεσιών. Η υγεία, η ευεξία, η εμφάνιση και η αυτοβελτίωση συχνά παρουσιάζονται πλέον ως ένα ενιαίο lifestyle οικοσύστημα.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους: όταν μια ιατρική θεραπεία εντάσσεται στο ίδιο ψηφιακό περιβάλλον με προϊόντα ομορφιάς, fitness trends και περιεχόμενο influencers, τα όρια ανάμεσα στην ιατρική ανάγκη και την καταναλωτική επιθυμία μπορεί να γίνουν δυσδιάκριτα.
Η σκοτεινή πλευρά: περισσότερη ψηφιακή πληροφορία δεν σημαίνει πάντα καλύτερη υγεία
Τα στοιχεία για τις αρνητικές εμπειρίες δείχνουν γιατί η ψηφιακή υγεία χρειάζεται ισχυρές δικλείδες ασφαλείας. Οι χρήστες GLP-1 είναι σχεδόν δύο φορές πιθανότερο να αναφέρουν αρνητικά αποτελέσματα αφού έδρασαν με βάση πληροφορίες υγείας που έλαβαν από εργαλεία AI: 43% έναντι 23% μεταξύ όσων δεν χρησιμοποιούν GLP-1. Το ποσοστό ανεβαίνει ακόμη περισσότερο, στο 63%, μεταξύ εκείνων που απέκτησαν πρόσβαση στα φάρμακα μέσω άτυπων πηγών, έναντι 38% όσων τα έλαβαν μέσω επαγγελματία υγείας.
Αντίστοιχη εικόνα εμφανίζεται και στη συνέχεια της θεραπείας. Όσοι απέκτησαν GLP-1 μέσω επαγγελματία υγείας είχαν χαμηλότερο ποσοστό διακοπής, στο 41%, έναντι 47% μεταξύ όσων τα απέκτησαν μέσω διαδικτυακών παρόχων και 49% μεταξύ όσων χρησιμοποίησαν άτυπα κανάλια.
Το μήνυμα της έρευνας είναι σαφές: η πρόσβαση από μόνη της δεν αρκεί. Μια ψηφιακή πλατφόρμα μπορεί να κάνει μια υπηρεσία γρηγορότερη και πιο εύκολη. Η σωστή φροντίδα, όμως, απαιτεί διάγνωση, παρακολούθηση, επανεκτίμηση και προσαρμογή της θεραπείας όταν χρειάζεται.
Το μεγάλο κενό των wearables
Η επόμενη μεγάλη αλλαγή στην υγεία δεν αφορά μόνο το AI. Αφορά και τα δεδομένα που παράγουν καθημερινά οι ίδιοι οι πολίτες. Ρολόγια, smartphones και άλλες φορητές συσκευές καταγράφουν πλέον βήματα, καρδιακούς παλμούς, ύπνο, άσκηση και μια σειρά άλλων δεικτών. Σύμφωνα με την EY, το 57% των ερωτηθέντων παρακολουθεί δεδομένα υγείας. Ωστόσο, μόλις το 30% δηλώνει ότι ο γιατρός του έχει πρόσβαση στα δεδομένα από τις φορητές συσκευές και τα αξιοποιεί ενεργά. Εδώ δημιουργείται ένα παράδοξο: ο πολίτης έχει περισσότερα δεδομένα από ποτέ, αλλά αυτά δεν έχουν ακόμη ενσωματωθεί ουσιαστικά στη σχέση του με το σύστημα υγείας.
Το επόμενο βήμα, επομένως, δεν είναι απλώς να συγκεντρώνουμε περισσότερα δεδομένα. Είναι να μπορούμε να τα μετατρέπουμε σε χρήσιμη και αξιόπιστη πληροφορία για τον επαγγελματία υγείας, χωρίς να επιβαρύνουμε τον ασθενή ή το σύστημα με έναν τεράστιο όγκο δεδομένων που δεν μπορούν να αξιοποιηθούν.
Από το «έρχομαι όταν αρρωστήσω» στην προληπτική φροντίδα
Η EY υποστηρίζει ότι η αλλαγή αυτή απαιτεί μια ευρύτερη μεταμόρφωση του τρόπου λειτουργίας των οργανισμών υγείας. Το παραδοσιακό μοντέλο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αντιμετώπιση ενός προβλήματος όταν αυτό εμφανιστεί. Το νέο μοντέλο θα πρέπει να είναι περισσότερο συνεχές και προληπτικό: να υπάρχει σχέση μεταξύ πολίτη και οργανισμού υγείας πριν από την εμφάνιση ενός σοβαρού προβλήματος.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι οργανισμοί υγείας καλούνται να επενδύσουν σε τρεις βασικές κατευθύνσεις: εξατομικευμένη και προληπτική υποστήριξη, συνδυασμό ψηφιακών και φυσικών καναλιών φροντίδας και ολοκληρωμένα μοντέλα που αξιολογούνται με βάση τα αποτελέσματα για τον ασθενή.
Η λογική είναι απλή: ο ασθενής του μέλλοντος δεν θα αλληλεπιδρά με το σύστημα υγείας μόνο όταν χρειάζεται μια εξέταση ή μια θεραπεία. Θα υπάρχει μια συνεχής ψηφιακή σχέση, μέσα από την οποία θα μπορεί να λαμβάνει ενημέρωση, υπενθυμίσεις, προληπτικές συμβουλές και εξατομικευμένη υποστήριξη.
Η μεγάλη πρόκληση είναι η εμπιστοσύνη
Όσο αυξάνεται η χρήση του AI στην υγεία, τόσο πιο σημαντικό γίνεται το ερώτημα της εμπιστοσύνης. Ποιος δημιούργησε την πληροφορία που εμφανίζεται στην οθόνη; Με ποια δεδομένα εκπαιδεύτηκε το μοντέλο; Πώς προστατεύονται τα προσωπικά δεδομένα του χρήστη; Ποιος ευθύνεται όταν μια λανθασμένη πληροφορία οδηγήσει σε λάθος απόφαση; Οι ερωτήσεις αυτές δεν είναι θεωρητικές. Αφορούν την καθημερινή χρήση της τεχνητής νοημοσύνης σε έναν χώρο όπου ένα λάθος μπορεί να έχει πραγματικές συνέπειες.
Η έρευνα της EY δείχνει, πάντως, ότι οι καταναλωτές δεν απορρίπτουν την τεχνολογία. Αντίθετα, εμφανίζονται ολοένα πιο ανοιχτοί στη χρήση της, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για πρακτικές λειτουργίες του συστήματος υγείας. Η αποδοχή μειώνεται όσο το AI πλησιάζει στον πυρήνα της θεραπευτικής απόφασης. Σε παγκόσμιο επίπεδο, το 65% δηλώνει άνετο με τη χρήση AI για λειτουργίες όπως ο προγραμματισμός ραντεβού, ενώ μόλις το 49% αισθάνεται άνετα με τη χρήση του AI στις θεραπευτικές αποφάσεις. Αυτό δείχνει ότι οι πολίτες φαίνεται να αποδέχονται ευκολότερα ένα AI που βοηθά παρά ένα AI που αποφασίζει.
Η υγεία του μέλλοντος θα είναι ψηφιακή, αλλά όχι χωρίς ανθρώπους
Ίσως το πιο χαρακτηριστικό εύρημα της έρευνας βρίσκεται στην πρόβλεψη των ίδιων των καταναλωτών. Σχεδόν τρεις στους τέσσερις θεωρούν πιθανό ότι μέσα στα επόμενα τρία έως πέντε χρόνια οι άνθρωποι θα χρησιμοποιούν συστηματικά την τεχνολογία για να αξιολογούν προβλήματα υγείας ή ακόμη και να πραγματοποιούν μια αρχική αυτοαξιολόγηση πριν απευθυνθούν σε επαγγελματία υγείας.
Το σενάριο αυτό δεν σημαίνει ότι ο γιατρός θα εξαφανιστεί από την εξίσωση. Αντίθετα, μπορεί να σημαίνει ότι ο ρόλος του θα γίνει ακόμη πιο σημαντικός. Όταν η πληροφορία είναι παντού διαθέσιμη, η αξία δεν βρίσκεται πλέον μόνο στην πρόσβαση στην πληροφορία. Βρίσκεται στην ικανότητα αξιολόγησής της.
Ο γιατρός καλείται να γίνει όχι μόνο ο άνθρωπος που κάνει τη διάγνωση, αλλά και εκείνος που βοηθά τον ασθενή να ξεχωρίζει την αξιόπιστη πληροφορία από τον θόρυβο, να κατανοεί τα δεδομένα που παράγει η τεχνολογία και να λαμβάνει αποφάσεις με βάση πραγματικά ιατρικά στοιχεία.
Όπως επισημαίνει ο Θάνος Μαύρος, εταίρος της EY Ελλάδος και επικεφαλής του Τομέα Καταναλωτικών Προϊόντων και Υπηρεσιών Υγείας, η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών στην υγεία πρέπει να συνδυάζεται με αξιόπιστη πληροφόρηση, σαφείς δικλείδες ασφαλείας, προστασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, προληπτική υποστήριξη και ισότιμη πρόσβαση.
Η επόμενη ημέρα της υγείας, λοιπόν, δεν θα είναι απλώς πιο ψηφιακή. Θα είναι ένα πεδίο στο οποίο ο άνθρωπος θα έχει περισσότερα εργαλεία, περισσότερα δεδομένα και περισσότερες επιλογές από ποτέ. Το πραγματικό στοίχημα θα είναι να μην χαθεί μέσα σε όλα αυτά το σημαντικότερο στοιχείο της ιατρικής φροντίδας: η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ ασθενούς και επαγγελματία υγείας.
Γιατί μπορεί το AI να γίνει η νέα «πόρτα εισόδου» στην πληροφορία για την υγεία, όμως τα στοιχεία της EY δείχνουν ότι, τουλάχιστον προς το παρόν, ο άνθρωπος που βρίσκεται πίσω από την ιατρική γνώση εξακολουθεί να είναι αυτός που οι περισσότεροι εμπιστεύονται περισσότερο.