Γλαύκωμα: Ο «σιωπηλός κλέφτης της όρασης» που μπορεί να προληφθεί με έγκαιρο έλεγχο

Ο Ομότιμος Καθηγητής Οφθαλμολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Dr. Χρήστος Δ. Καλογερόπουλος, μίλησε στο TheOpinion

Γλαύκωμα: Ο «σιωπηλός κλέφτης της όρασης» που μπορεί να προληφθεί με έγκαιρο έλεγχο
Πηγή φωτογραφίας: unsplash

Μια ύπουλη οφθαλμολογική πάθηση που συχνά δεν δίνει συμπτώματα στα αρχικά στάδια, αλλά μπορεί να προκαλέσει μη αναστρέψιμη βλάβη στο οπτικό νεύρο. Το γλαύκωμα είναι μία από τις σημαντικότερες αιτίες μη αναστρέψιμης απώλειας όρασης παγκοσμίως και, ταυτόχρονα, μία από τις πιο ύπουλες παθήσεις των ματιών. Χωρίς εμφανή συμπτώματα στα πρώτα στάδια, μπορεί να εξελίσσεται αθόρυβα για χρόνια, προκαλώντας βλάβες που δεν αποκαθίστανται. Γι’ αυτό και η πρόληψη, η έγκαιρη διάγνωση και ο τακτικός οφθαλμολογικός έλεγχος παραμένουν τα πιο ισχυρά «όπλα» απέναντί του.

Ο Ομότιμος Καθηγητής Οφθαλμολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Dr. Χρήστος Δ. Καλογερόπουλος, εξηγεί στο TheOpinion γιατί το γλαύκωμα παραμένει μια «σιωπηλή» απειλή για την όραση και πώς μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά όταν διαγνωστεί εγκαίρως

Η «σιωπηλή» εξέλιξη μιας επικίνδυνης νόσου

Σύμφωνα με τον καθηγητή κ. Χρήστο Καλογερόπουλο, το γλαύκωμα, και ιδιαίτερα το πρωτοπαθές χρόνιο γλαύκωμα ανοικτής γωνίας, αποτελεί τη συχνότερη μορφή της νόσου, καλύπτοντας περίπου το 90% των περιστατικών. Πρόκειται για μια ύπουλη και προοδευτική πάθηση, που συνδέεται συνήθως με την αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης και οδηγεί σταδιακά σε βλάβες του οπτικού νεύρου.

Όπως επισημαίνει ο ίδιος, η ιδιαιτερότητα της νόσου δεν είναι μόνο η σοβαρότητά της, αλλά κυρίως ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται: χωρίς πόνο, χωρίς εμφανή συμπτώματα και, συχνά, χωρίς να γίνεται αντιληπτή για μεγάλο χρονικό διάστημα.

«Στα αρχικά στάδια, οι ασθενείς δεν έχουν ούτε πόνο ούτε αλλαγή στην όραση», σύμφωνα με τον κ. Καλογερόπουλο.

Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά το γλαύκωμα τόσο επικίνδυνο. Σε αντίθεση με το οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας, το οποίο εκδηλώνεται αιφνίδια με έντονο πόνο και θόλωση της όρασης, το χρόνιο γλαύκωμα εξελίσσεται αθόρυβα, σχεδόν ανεπαίσθητα.

Η απώλεια της όρασης, που δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή

Ο καθηγητής κ. Καλογερόπουλος εξηγεί ότι το γλαύκωμα δεν επηρεάζει άμεσα την κεντρική όραση, αλλά ξεκινά από την περιφέρεια του οπτικού πεδίου. Ο εγκέφαλος λειτουργεί αντισταθμιστικά, «καλύπτοντας» τα πρώτα ελλείμματα και δημιουργώντας την εντύπωση ότι η όραση παραμένει φυσιολογική.

«Η περιφερική όραση επηρεάζεται πρώτη, ενώ η κεντρική όραση διατηρείται μέχρι πιο προχωρημένα στάδια», σημειώνει.

Έτσι, όπως αναφέρει, ο ασθενής μπορεί να συνεχίσει να διαβάζει, να αναγνωρίζει πρόσωπα ή να εκτελεί καθημερινές δραστηριότητες, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι το οπτικό του πεδίο περιορίζεται σταδιακά.

Τα πρώτα σημάδια, σύμφωνα με τον καθηγητή κ. Καλογερόπουλο, είναι συχνά ασαφή και υποτιμώνται: δυσκολία στην οδήγηση, ιδιαίτερα τη νύχτα, μειωμένη αντίληψη του χώρου ή μια γενικότερη αίσθηση «ασάφειας».

«Όταν τα συμπτώματα γίνουν αντιληπτά, η βλάβη είναι ήδη μη αναστρέψιμη», υπογραμμίζει.

Οι παράγοντες κινδύνου που κάνουν τη διαφορά

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο καθηγητής κ. Καλογερόπουλος στους παράγοντες κινδύνου, οι οποίοι συχνά δεν λαμβάνονται σοβαρά υπόψη.

«Η κληρονομικότητα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, η υψηλή μυωπία και ο σακχαρώδης διαβήτης αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης της νόσου, ενώ ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στο ψευδοαποφολιδωτικό γλαύκωμα, μια μορφή που συνδέεται με αλλοιώσεις στο εσωτερικό του οφθαλμού και εμφανίζεται συχνότερα σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές, όπως η Ήπειρος.

 Το κρίσιμο όριο: γιατί όλα αλλάζουν μετά τα 40

Ο καθηγητής κ. Καλογερόπουλος είναι σαφής: η πρόληψη είναι το πιο ισχυρό εργαλείο απέναντι στο γλαύκωμα.

«Ο προληπτικός έλεγχος πρέπει να ξεκινά μετά τα 40 με 50 έτη, ακόμη και χωρίς συμπτώματα», τονίζει.

Όπως εξηγεί, η εμφάνιση της πρεσβυωπίας αποτελεί συχνά την πρώτη ευκαιρία για έναν ολοκληρωμένο οφθαλμολογικό έλεγχο.

«Με την έναρξη της πρεσβυωπίας πρέπει να γίνεται και ένας βασικός έλεγχος», επισημαίνει. Ο έλεγχος αυτός περιλαμβάνει τη μέτρηση της οπτικής οξύτητας, την εξέταση με σχισμοειδή λυχνία, τη μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης και τη βυθοσκόπηση. Ωστόσο, όπως τονίζει ο καθηγητής κ. Καλογερόπουλος, η σύγχρονη διάγνωση δεν περιορίζεται σε μία μόνο εξέταση.

«Η διάγνωση βασίζεται σε συνδυασμό ευρημάτων και όχι σε μία μόνο μέτρηση», σημειώνει.

Σε περιπτώσεις υποψίας, ακολουθούν πιο εξειδικευμένες εξετάσεις, όπως η γωνιοσκόπηση και η οπτική τομογραφία συνοχής (OCT), που μπορούν να αποκαλύψουν πολύ πρώιμες αλλοιώσεις στο οπτικό νεύρο, ακόμη και πριν εμφανιστούν συμπτώματα.

Η έγκαιρη διάγνωση είναι σημαντική

Ο καθηγητής κ. Καλογερόπουλος ξεκαθαρίζει ότι το γλαύκωμα δεν θεραπεύεται πλήρως, καθώς οι βλάβες στο οπτικό νεύρο δεν μπορούν να αποκατασταθούν. «Μπορεί όμως να ελεγχθεί αποτελεσματικά, εφόσον διαγνωστεί έγκαιρα», τονίζει.

Η βασική θεραπευτική προσέγγιση στοχεύει στη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης, κυρίως μέσω φαρμακευτικής αγωγής.

«Η σωστή και συνεπής χρήση των κολλυρίων είναι καθοριστική για την επιτυχία της θεραπείας», επισημαίνει.

Όταν η φαρμακευτική αγωγή δεν επαρκεί, υπάρχουν και άλλες επιλογές, όπως οι laser θεραπείες και οι σύγχρονες χειρουργικές επεμβάσεις, οι οποίες, σύμφωνα με τον καθηγητή Καλογερόπουλο, παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά επιτυχίας.

«Όταν η θεραπεία εφαρμοστεί σωστά, οι κίνδυνοι για σημαντική απώλεια όρασης μειώνονται δραστικά»

Ο ρόλος της φλεγμονής και η σημασία της έρευνας

Ο καθηγητής κ. Καλογερόπουλος αναδεικνύει και έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα: τη φλεγμονή.

Όπως εξηγεί, το γλαύκωμα μπορεί να αποτελεί επιπλοκή φλεγμονωδών καταστάσεων του οφθαλμού, όπως οι ραγοειδίτιδες.

«Το γλαύκωμα είναι μία από τις κύριες επιπλοκές των ραγοειδιτίδων», αναφέρει.

Η φλεγμονή, σύμφωνα με τον ίδιο, μπορεί να οδηγήσει σε σωρευτικές βλάβες στους οφθαλμικούς ιστούς και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την εμφάνιση δευτεροπαθούς γλαυκώματος, το οποίο συχνά απαιτεί πιο επιθετική αντιμετώπιση.

Στο πλαίσιο αυτό, η ερευνητική ομάδα του καθηγητή κ. Καλογερόπουλου βραβεύτηκε στο 13ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας για τη Μελέτη των Οφθαλμικών Φλεγμονών και Λοιμώξεων, για την εργασία:

«Υποτροπή μη λοιμώδους ραγοειδίτιδας σε ασθενείς στους οποίους μειώθηκε ή διεκόπη η ανοσοτροποποιητική αγωγή» Στην εργασία συμμετείχαν οι Ι. Κουτσούδη, Δ. Καλογερόπουλος, Γ. Στεργιόπουλος και Χ. Καλογερόπουλος, με δεδομένα από την Πανεπιστημιακή Οφθαλμολογική Κλινική Ιωαννίνων.

«Η σωστή διαχείριση της φλεγμονής μειώνει τον κίνδυνο επιπλοκών, όπως το γλαύκωμα», υπογραμμίζει.

Η πρόληψη ως τρόπος ζωής

Ο καθηγητής κ. Καλογερόπουλος συνοψίζει τη σημασία της πρόληψης ως μια διαρκή διαδικασία που ξεκινά από τη γέννηση και συνεχίζεται σε όλη τη ζωή.

«Η έγκαιρη διάγνωση είναι το κλειδί για να προλάβουμε την απώλεια όρασης».

Η οφθαλμολογική φροντίδα, όπως εξηγεί, περιλαμβάνει την εξέταση του νεογνού, την παρακολούθηση της οπτικής ανάπτυξης στην παιδική ηλικία, τον έλεγχο στην προσχολική περίοδο, τη γνώση του οικογενειακού ιστορικού, τον τακτικό έλεγχο σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη, καθώς και τον συστηματικό προληπτικό έλεγχο μετά τα 40 και τα 50 έτη.

Γιατί, όπως καταλήγει:

«Η όραση δεν χάνεται απότομα, χάνεται σιωπηλά»

📩 Για περισσότερες πληροφορίες: kalogch@otenet.gr