Όταν η οθόνη γίνεται καθρέφτης: Πώς τα social media αλλάζουν την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας
Το ερώτημα που απασχολεί ολοένα και περισσότερο τους επιστήμονες δεν είναι αν τα κοινωνικά δίκτυα επηρεάζουν την ψυχική μας υγεία
Instagram, TikTok και Snapchat και άλλα social media έχουν μεταμορφώσει τον τρόπο που επικοινωνούμε, ενημερωνόμαστε και εκφραζόμαστε. Την ίδια στιγμή, όμως, οι ψυχολόγοι προειδοποιούν ότι η αδιάκοπη έκθεση σε «τέλειες» ζωές και αψεγάδιαστες εικόνες μπορεί να επηρεάσει βαθιά την αυτοεκτίμηση, την ψυχική υγεία και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα.
Για εκατομμύρια ανθρώπους, η πρώτη κίνηση μετά το πρωινό ξύπνημα δεν είναι να ανοίξουν το παράθυρο ή να ετοιμάσουν καφέ. Είναι να πιάσουν το κινητό τους και να αρχίσουν να κάνουν scroll. Μέσα σε λίγα λεπτά μπορεί να δουν δεκάδες φωτογραφίες από ταξίδια, βίντεο γυμναστικής, ειδήσεις, αστεία στιγμιότυπα, influencers, διαφημίσεις και ανθρώπους που δείχνουν να ζουν μια ζωή χωρίς προβλήματα.
Τα social media έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Δεν αποτελούν πλέον απλώς έναν τρόπο επικοινωνίας, αλλά έναν χώρο όπου χτίζουμε σχέσεις, ενημερωνόμαστε, διασκεδάζουμε, εργαζόμαστε και πολλές φορές διαμορφώνουμε την εικόνα που έχουμε για τον ίδιο μας τον εαυτό.
Το ερώτημα που απασχολεί ολοένα και περισσότερο τους επιστήμονες δεν είναι αν τα κοινωνικά δίκτυα επηρεάζουν την ψυχική μας υγεία. Αυτό θεωρείται πλέον δεδομένο. Η πραγματική συζήτηση αφορά το πότε αυτή η επίδραση γίνεται επιβαρυντική, ποιους επηρεάζει περισσότερο και πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε την τεχνολογία χωρίς να εγκλωβιστούμε στις αρνητικές της πλευρές.
Γιατί συγκρινόμαστε συνεχώς με τους άλλους;
Ένας από τους σημαντικότερους μηχανισμούς που ενεργοποιούνται κατά τη χρήση των κοινωνικών δικτύων είναι αυτός της κοινωνικής σύγκρισης. Πρόκειται για μια ψυχολογική διαδικασία που περιγράφηκε ήδη από τη δεκαετία του 1950 από τον ψυχολόγο Leon Festinger και παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη στην εποχή των social media.
Οι άνθρωποι έχουν την τάση να αξιολογούν τον εαυτό τους συγκρίνοντάς τον με τους άλλους. Στο παρελθόν, όμως, οι συγκρίσεις αυτές γίνονταν κυρίως με φίλους, συγγενείς ή συναδέλφους. Σήμερα, μέσα από το Instagram ή το TikTok, συγκρινόμαστε καθημερινά με χιλιάδες ανθρώπους από ολόκληρο τον κόσμο.
Social media και «ψηφιακή αποτοξίνωση»: Τι δείχνουν οι νέες μελέτες και δικαστικές αποφάσεις
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η σύγκριση δεν γίνεται με την πραγματική ζωή των άλλων, αλλά με τις πιο προσεκτικά επιλεγμένες στιγμές της. Τα χαμόγελα, τα ταξίδια, τα καλοσχηματισμένα σώματα, οι επαγγελματικές επιτυχίες και οι ειδυλλιακές σχέσεις κυριαρχούν στην οθόνη μας, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι όλοι οι υπόλοιποι ζουν καλύτερα.
Αρκετές έρευνες έχουν συνδέσει αυτή τη συνεχή διαδικασία σύγκρισης με μειωμένη αυτοεκτίμηση, αυξημένο άγχος και χαμηλότερη ικανοποίηση από τη ζωή, ιδιαίτερα στους εφήβους και στους νεαρούς ενήλικες, των οποίων η προσωπικότητα και η αυτοεικόνα βρίσκονται ακόμη υπό διαμόρφωση.
Το doomscrolling και ο φαύλος κύκλος της αρνητικής πληροφόρησης
Ένας ακόμη όρος που ακούγεται όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια είναι το doomscrolling. Περιγράφει τη συνήθεια να καταναλώνουμε ασταμάτητα αρνητικές ειδήσεις ή περιεχόμενο που προκαλεί ανησυχία, ακόμη κι όταν γνωρίζουμε ότι αυτό μας επιβαρύνει ψυχολογικά.
Οι ειδικοί εξηγούν ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι εξελικτικά προγραμματισμένος να δίνει μεγαλύτερη προσοχή στις πιθανές απειλές. Αυτό σημαίνει ότι οι αρνητικές ειδήσεις τραβούν ευκολότερα την προσοχή μας, ενώ οι αλγόριθμοι των κοινωνικών δικτύων τείνουν να προβάλλουν περιεχόμενο που προκαλεί έντονα συναισθήματα, επειδή αυξάνει την αλληλεπίδραση.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Όσο περισσότερο καταναλώνουμε τέτοιου είδους περιεχόμενο, τόσο περισσότερο μας προτείνει ο αλγόριθμος παρόμοια βίντεο και αναρτήσεις.
Έρευνες της American Psychological Association (APA) έχουν δείξει ότι η υπερβολική έκθεση σε αρνητικές ειδήσεις μέσω των κοινωνικών δικτύων μπορεί να συνδέεται με αυξημένα επίπεδα άγχους, ψυχικής κόπωσης και απαισιοδοξίας, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων ή μεγάλων διεθνών γεγονότων.
Τι συμβαίνει στον εγκέφαλό μας όταν παίρνουμε ένα like;
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί δυσκολεύονται να αφήσουν το κινητό από τα χέρια τους. Οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης έχουν σχεδιαστεί ώστε να ενεργοποιούν το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου.
Κάθε ειδοποίηση, κάθε νέο σχόλιο ή κάθε like μπορεί να προκαλέσει μικρές εκρήξεις ντοπαμίνης, ενός νευροδιαβιβαστή που σχετίζεται με την ευχαρίστηση και την προσδοκία ανταμοιβής. Το φαινόμενο αυτό δεν σημαίνει ότι τα social media προκαλούν εθισμό με τον ίδιο τρόπο που τον προκαλούν οι εξαρτησιογόνες ουσίες. Εξηγεί όμως γιατί η ανάγκη για συνεχή έλεγχο του κινητού γίνεται τόσο έντονη για αρκετούς χρήστες.
Με τον καιρό, η εξωτερική επιβεβαίωση μπορεί να αρχίσει να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε τον εαυτό μας. Για κάποιους, ο αριθμός των likes μετατρέπεται ασυνείδητα σε μέτρο αποδοχής, δημοτικότητας ή ακόμη και προσωπικής αξίας.
Όταν η εικόνα γίνεται πιο σημαντική από την πραγματικότητα
Η τεχνολογία έχει κάνει πιο εύκολο από ποτέ να επεξεργαστεί κάποιος μια φωτογραφία ή ένα βίντεο. Φίλτρα που λειαίνουν το δέρμα, εφαρμογές που αλλάζουν τις αναλογίες του σώματος και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης που δημιουργούν σχεδόν τέλειες εικόνες έχουν μεταμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζουμε τον εαυτό μας στο διαδίκτυο.
Ποιοι είναι το νέο trend που καταστρέφει την επαγγελματική ζωή των νέων
Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλοί χρήστες εκτίθενται καθημερινά σε πρόσωπα και σώματα που συχνά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η συνεχής προβολή αυτών των εξιδανικευμένων εικόνων μπορεί να δημιουργήσει μη ρεαλιστικά πρότυπα ομορφιάς και να επηρεάσει αρνητικά την εικόνα του σώματος, ιδιαίτερα στους εφήβους και στις νεαρές γυναίκες, χωρίς όμως να αφήνει ανεπηρέαστους και τους άνδρες.
Μελέτες έχουν δείξει ότι όσο αυξάνεται ο χρόνος έκθεσης σε περιεχόμενο που προβάλλει μη ρεαλιστικά πρότυπα εμφάνισης, τόσο αυξάνεται και η πιθανότητα εμφάνισης δυσαρέσκειας για το σώμα, χαμηλής αυτοεκτίμησης και διατροφικών διαταραχών. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι η ίδια η εικόνα, αλλά η συνεχής σύγκριση με ένα πρότυπο που, στις περισσότερες περιπτώσεις, έχει δημιουργηθεί με φίλτρα, επεξεργασία ή τεχνητή νοημοσύνη.
Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετές χώρες εξετάζουν πλέον την υποχρεωτική σήμανση των επεξεργασμένων εικόνων στις διαφημίσεις, ενώ πολλές πλατφόρμες αναζητούν τρόπους να ενημερώνουν τους χρήστες όταν ένα περιεχόμενο έχει παραχθεί ή τροποποιηθεί ψηφιακά.
Το FOMO και η ανάγκη να μη χάνουμε τίποτα
Ένα ακόμη ψυχολογικό φαινόμενο που συνδέεται στενά με τα κοινωνικά δίκτυα είναι το FOMO (Fear of Missing Out), δηλαδή ο φόβος ότι κάπου αλλού συμβαίνει κάτι πιο ενδιαφέρον από αυτό που ζούμε εμείς.
Οι συνεχείς δημοσιεύσεις από ταξίδια, συναυλίες, εξόδους ή κοινωνικές εκδηλώσεις δημιουργούν την αίσθηση ότι όλοι οι άλλοι διασκεδάζουν περισσότερο, έχουν περισσότερους φίλους ή ζουν πιο συναρπαστικές εμπειρίες.
Το FOMO γίνεται JOMO – Γιατί μαθαίνουμε να χαιρόμαστε που «δεν είμαστε εκεί»
Στην πραγματικότητα, όμως, τα social media παρουσιάζουν μόνο ένα μικρό, επιλεγμένο κομμάτι της καθημερινότητας. Σπάνια βλέπουμε τις δύσκολες στιγμές, τις απογοητεύσεις ή τις αποτυχίες που αποτελούν επίσης μέρος της ζωής.
Έρευνες έχουν συνδέσει το έντονο FOMO με αυξημένο άγχος, δυσκολία συγκέντρωσης, προβλήματα ύπνου και μεγαλύτερη εξάρτηση από το κινητό τηλέφωνο. Σε αρκετές περιπτώσεις, η ανάγκη να παραμένει κάποιος διαρκώς συνδεδεμένος καταλήγει να μειώνει την απόλαυση της ίδιας της στιγμής, καθώς η προσοχή μεταφέρεται από την εμπειρία στην ανάγκη καταγραφής και δημοσίευσής της.
Υπάρχουν και θετικές πλευρές;
Παρά τις ανησυχίες, οι ψυχολόγοι επισημαίνουν ότι τα κοινωνικά δίκτυα δεν αποτελούν από μόνα τους απειλή για την ψυχική υγεία. Η επίδρασή τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο και τον σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιούνται.
Για πολλούς ανθρώπους, τα social media λειτουργούν ως πολύτιμο εργαλείο επικοινωνίας, ιδιαίτερα όταν ζουν μακριά από την οικογένεια ή τους φίλους τους. Παράλληλα, δίνουν φωνή σε ανθρώπους που διαφορετικά θα δυσκολεύονταν να εκφραστούν, δημιουργούν κοινότητες αλληλοϋποστήριξης και διευκολύνουν την πρόσβαση σε αξιόπιστη ενημέρωση γύρω από την ψυχική υγεία.
Τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργηθεί εκατοντάδες διαδικτυακές ομάδες που προσφέρουν υποστήριξη σε ανθρώπους με χρόνιες παθήσεις, αγχώδεις διαταραχές, διατροφικές δυσκολίες ή εμπειρίες πένθους. Για αρκετούς χρήστες, η αίσθηση ότι δεν είναι μόνοι αποτελεί σημαντικό παράγοντα ενδυνάμωσης.
Επιπλέον, πολλοί επαγγελματίες ψυχικής υγείας αξιοποιούν τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης για να διαδώσουν επιστημονικά τεκμηριωμένες πληροφορίες, να καταρρίψουν μύθους και να ενθαρρύνουν τους ανθρώπους να αναζητήσουν βοήθεια όταν τη χρειάζονται.
Οι κυβερνήσεις αναζητούν λύσεις για την προστασία των ανηλίκων
Η αυξανόμενη ανησυχία για την επίδραση των social media στους νέους έχει μεταφερθεί πλέον και στο πεδίο της δημόσιας πολιτικής. Αρκετές χώρες εξετάζουν ή έχουν ήδη υιοθετήσει μέτρα για τον περιορισμό της πρόσβασης των ανηλίκων στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.
Η Αυστραλία πρωτοστάτησε ανακοινώνοντας νομοθεσία που προβλέπει ελάχιστο όριο ηλικίας τα 16 έτη για τη χρήση ορισμένων κοινωνικών δικτύων, ενώ αντίστοιχες προτάσεις συζητούνται σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Στόχος δεν είναι μόνο ο περιορισμός του χρόνου μπροστά στην οθόνη, αλλά και η προστασία των παιδιών από περιεχόμενο που μπορεί να επηρεάσει την ψυχική τους ανάπτυξη.
Και στην Ελλάδα το θέμα βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου. Συζητήσεις για αυστηρότερη επιβεβαίωση ηλικίας, ενίσχυση της ψηφιακής ασφάλειας και μεγαλύτερη ευθύνη των πλατφορμών δείχνουν ότι το ζήτημα αντιμετωπίζεται πλέον όχι μόνο ως τεχνολογική πρόκληση, αλλά και ως θέμα δημόσιας υγείας.
Τέλος τα social media για τα παιδιά κάτω των 15 – Περιορισμοί και για τους νέους έως 18 ετών
Παράλληλα, αρκετοί επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η απαγόρευση από μόνη της δεν αρκεί. Εξίσου σημαντική είναι η ανάπτυξη ψηφιακής παιδείας από μικρή ηλικία, ώστε τα παιδιά και οι έφηβοι να μπορούν να αναγνωρίζουν την παραπληροφόρηση, να κατανοούν πώς λειτουργούν οι αλγόριθμοι και να χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα με μεγαλύτερη κριτική σκέψη.
Το ζητούμενο δεν είναι να αποσυνδεθούμε, αλλά να συνδεθούμε διαφορετικά
Οι ειδικοί συμφωνούν ότι η λύση δεν βρίσκεται στην πλήρη αποχή από τα κοινωνικά δίκτυα. Στον σύγχρονο κόσμο, κάτι τέτοιο είναι για πολλούς ανέφικτο. Η πραγματική πρόκληση είναι να μάθουμε να τα χρησιμοποιούμε με τρόπο που υπηρετεί τη ζωή μας και όχι να την καθορίζει.
Μικρές αλλαγές, όπως ο περιορισμός του χρόνου οθόνης, η απενεργοποίηση των περιττών ειδοποιήσεων, η επιλογή αξιόπιστων λογαριασμών και η συνειδητή απομάκρυνση από περιεχόμενο που προκαλεί άγχος ή αρνητικά συναισθήματα, μπορούν να κάνουν ουσιαστική διαφορά.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι να θυμόμαστε ότι η πραγματική ζωή δεν μετριέται σε likes, προβολές ή followers. Οι ανθρώπινες σχέσεις, η αυτοεκτίμηση και η ψυχική ισορροπία χτίζονται μέσα από εμπειρίες που δεν χωρούν πάντα σε μια φωτογραφία ή σε ένα βίντεο λίγων δευτερολέπτων.
Τα social media ήρθαν για να μείνουν και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Το στοίχημα δεν είναι να τα δαιμονοποιήσουμε, αλλά να τα χρησιμοποιήσουμε με τρόπο που ενισχύει την επικοινωνία, τη γνώση και τη δημιουργικότητα, χωρίς να επιτρέπει στην ψηφιακή εικόνα να καθορίζει την πραγματική μας αξία.