Οι έφηβοι αναγνωρίζονται ως θύματα ή θύτες στις «Ιστορίες Ισότητας»

Η Βικτώρια Σισκοπούλου μιλά για τους εφήβους που αναγνωρίζουν στην παράσταση δικά τους βιώματα, άλλοτε ως θύματα και άλλοτε ως θύτες.

Οι έφηβοι αναγνωρίζονται ως θύματα ή θύτες στις «Ιστορίες Ισότητας»
Φωτ. της Έλενας Λαζόγλου

Οι έφηβοι που παρακολουθούν τις «Ιστορίες Ισότητας» αναγνωρίζουν στη σκηνή τον εαυτό τους. Συχνά ως θύματα, αρκετές φορές ως θύτες. Αυτή είναι, όπως λέει η Βικτώρια Σισκοπούλου, η πιο συνηθισμένη τοποθέτησή τους στις συζητήσεις μετά την παράσταση.

Η ηθοποιός πρωταγωνιστεί στην παράσταση θεάτρου ντοκουμέντου «Ιστορίες Ισότητας», μιας παράστασης δομημένης πάνω στην πρώτη ύλη πραγματικών συνεντεύξεων με γυναίκες-θύματα οικογενειακής βίας, αλλά και αστυνομικούς, ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς. Πρόκειται για μια παραγωγή της εταιρείας θεάτρου True Story, σε συμπαραγωγή με το Βαφοπούλειο και τον Δήμο Θεσσαλονίκης. Η τελευταία παράσταση αυτού του κύκλου δίνεται το Σάββατο 17 Οκτωβρίου, στις 17.30 στο Artbox Fargani. Η ίδια μιλά στο The Opinion για την δύναμη του θεάτρου να ρίχνει φως σε δύσκολα θέματα όπως η έμφυλη βία, τα ¨κανονικοποιημένα’ στερεότυπα και τον κίνδυνο του διδακτισμού επί σκηνής.

Οι «Ιστορίες Ισότητας» ξεκινούν από πραγματικές μαρτυρίες ανθρώπων, μεταξύ αυτών και γυναικών που έχουν βιώσει ενδο-οικογενειακή βία. Πώς διαχειρίζεσαι θεατρικά ένα τέτοιο υλικό χωρίς ούτε να το εξωραΐζεις ούτε να εκμεταλλεύεσαι δραματουργικά τον πόνο κάποιου άλλου;

Ξεκαθαρίζοντας την πρόθεσή μας από την αρχή της έρευνας. Μας προβλημάτιζε ότι χρειάζεται πιο πολύ από ποτέ να ερευνήσουμε ζητήματα έμφυλης βίας σε μια εποχή που υποτίθεται ότι υπάρχει πλέον ισότητα. Αυτό είναι η πραγματικότητα και πάνω σε αυτήν δημιουργήσαμε μια παράσταση που στόχο έχει να θέσει ερωτήσεις, όχι να εκβιάσει το οτιδήποτε. Η παράσταση απευθύνεται σε μεγάλο βαθμό σε εφήβους.

Τι ακούτε από τα παιδιά μετά τις παραστάσεις; Υπήρξε κάποια αντίδραση ή ερώτηση μαθητή που σας έκανε να ξανασκεφτείτε κάτι στο ίδιο το έργο;

Υπήρξε ένας φόβος από εμάς ότι ίσως η γενιές που παρακολουθούν την παράσταση θεωρήσουν ξεπερασμένα τα ζητήματα που θέτουμε, καθώς όλοι οι συντελεστές έχουμε αρκετά χρόνια που τελειώσαμε το σχολείο. Ωστόσο, το αντίθετο συμβαίνει. Η πιο συνηθισμένη τοποθέτηση είναι πως πολλά σημεία του έργου τούς είναι οικεία ως θύματα και αρκετές φορές ως θύτες, καθώς η παράσταση ερευνά διεξοδικά τους τρόπους που η παιδεία μάς δημιουργεί την ανάγκη να έχουμε στερεότυπα.

Μιλάμε πολύ περισσότερο σήμερα δημόσια για την έμφυλη βία απ’ ό,τι πριν από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια. Μέσα από τις συνεντεύξεις που κάνατε για την παράσταση, είδατε όμως να έχουν αλλάξει πραγματικά και οι βαθύτερες αντιλήψεις για τους ρόλους ανδρών και γυναικών;

Θεωρώ πως έχουμε φτάσει στο πρώτο σκαλοπάτι της αλλαγής, αλλά ο δρόμος είναι μακρύς. Μιλάμε πιο ανοιχτά απ΄ ό ,τι παλαιότερα και η αλλαγή του λεξιλογίου δεν είναι κάτι το αξιοκαταφρόνητο, το αντίθετο θα έλεγα. Δείχνει ότι αρχίζει ουσιαστική αλλαγή. Φτάνει να μη θεωρήσουμε ότι αυτή η πρώτη, μεγάλη αλλαγή, είναι αρκετή.

Το έργο δεν περιορίζεται στις ακραίες εκδηλώσεις βίας αλλά εξετάζει και τις καθημερινές αντιλήψεις και στερεότυπα. Ποιο από αυτά τα “κανονικοποιημένα” στερεότυπα σας αιφνιδίασε περισσότερο όταν συγκεντρώνατε το υλικό; 

Φαινομενικά ακίνδυνες και φροντιστικές ατάκες όπως «είσαι όμορφη, θα μπορούσες να μη φοράς μακιγιάζ», «θα έρθω να σε πάρω εγώ από το πάρτυ για να μην πάθεις τίποτα», «να χαμογελάς περισσότερο», αλλά και λέξεις όπως «παντρεύομαι», που η ακριβής σημασία της είναι «μπαίνω κάτω από τον άντρα».

Υπάρχει πραγματική ανάγκη να ανοίξει αυτή η συζήτηση στα σχολεία ή διαπιστώνετε ακόμη επιφυλάξεις όταν τίθενται ζητήματα φύλου και έμφυλης βίας σε μαθητικό κοινό; 

Με μεγάλη σιγουριά πιστεύω το πρώτο. Γι’ αυτό και μετά την παράσταση αφήνουμε πάντα έναν μεγάλο χρόνο για συζήτηση με τα παιδιά, είναι μεγάλη η ανάγκη τους να αναλύσουν αυτά που μόλις είδαν.

Πάντα υπάρχει ο κίνδυνος σε μια παράσταση με τόσο δυνατό κοινωνικό μήνυμα, αυτήν να γίνει διδακτική. Πού βάζετε εσείς το όριο ανάμεσα στο θέατρο που θέτει ένα ζήτημα και στο θέατρο που επιχειρεί να πει στον θεατή τι πρέπει να πιστέψει;

Ξεκινάς γνωρίζοντας ακριβώς τι θέλεις να ρωτήσεις. Η ερώτηση προκύπτει από μια απάντηση που δε σου είναι αρκετή. Αυτό δε σημαίνει απαραίτητα όμως ότι ξέρεις τι απάντηση ζητάς. Αυτό το αφήνεις για το κοινό, που κι εκείνο πιθανόν να μην ξέρει, ωστόσο θα πυροδοτήσει μια ανάγκη να μιλήσει.