Δημήτρης Καταλειφός στο TheOpinion: «Τα θύματα των πολέμων είναι πάντα οι λαοί»
Ο Δημήτρης Καταλειφός μιλά στο The Opinion για τους «Πέρσες», το «DNA» της εξουσίας, τη συγγένεια θεάτρου και ποίησης και την αθωότητα που θεωρεί ότι χάθηκε από το θέατρο.
Στους «Πέρσες» του Αισχύλου, ο Δημήτρης Καταλειφός επιστρέφει από τον Κάτω Κόσμο ως Δαρείος. Όχι ως ένας εξαγνισμένος σοφός, αλλά ως ένας άνθρωπος που κουβαλά μέχρι τέλους το ένστικτο της εξουσίας. Με αφορμή την Αισχύλεια τραγωδία «Πέρσες», που επιστρέφει στο Θέατρο Δάσους στις 13 Σεπτεμβρίου, ο καταξιωμένος ερμηνευτής μιλά στο TheOpinion για τον πόλεμο που πληρώνουν πάντοτε οι λαοί, τη σχέση θεάτρου και ποίησης, όσα του δίδαξε η διδασκαλία και την «αθωότητα» που θεωρεί ότι χάθηκε από τη θεατρική έξοδο.
Δεν έχετε κάνει πολλές περιοδείες τα τελευταία χρόνια. Τι σας έκανε να πείτε το «ναι» στους «Πέρσες»;
Είχα κάνει περιοδείες στα νιάτα μου και πριν από δύο ή τρία χρόνια με τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ». Ήθελα πολύ να συνεργαστώ με τον Χρήστο Θεοδωρίδη, επειδή είχα δει παραστάσεις του και μου άρεσαν. Αυτή ήταν η κυριότερη αιτία. Έπειτα ήταν και το ίδιο το έργο, μια σπουδαία τραγωδία με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.
Ο Δαρείος διαθέτει τη σοφία του νεκρού, αλλά υπήρξε συγχρόνως άνθρωπος της εξουσίας. Διατηρεί αυτή την αντίφαση και μετά τον θάνατό του;
Θα έλεγα ότι διατηρεί την εξουσία ακόμη και μετά θάνατον. Το γεγονός ότι έχει πεθάνει και βρίσκεται στον Κάτω Κόσμο έχει διαφοροποιήσει κάποια πράγματα. Είναι ένας άνθρωπος που έχει γνωρίσει πια τη ματαιότητα και αυτό προσδίδει μια σοφία στα λόγια του.
Συγχρόνως, όμως, διατηρεί μια βασική ιδιότητα των ανθρώπων της εξουσίας. Παρότι βλέπει ότι ο γιος του προκάλεσε μια καταστροφή στη χώρα με την εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας, προσπαθεί να μην του αποδώσει όλη την ευθύνη, να του συγχωρεθεί αυτό που έκανε και να συνεχιστεί η δυναστεία.
Διατηρεί την ιδιότητα του πολιτικού. Δεν θέλει να χαθεί η εξουσία από τη γενιά και την οικογένειά του. Είναι σαν να λέμε ότι το DNA του πολιτικού δεν αλλάζει ούτε με τον θάνατο!
Η εμφάνιση του Δαρείου έχει πάντοτε κάτι μεταφυσικό. Ποια ήταν η βασική σκηνοθετική επιλογή στη δική σας παράσταση;
Συνήθως, επειδή το έργο εκτυλίσσεται ουσιαστικά μπροστά στον τάφο του Δαρείου, ο ηθοποιός εμφανίζεται πάνω στον τάφο και παραμένει ακίνητος σε ολόκληρο το επεισόδιο.
Εδώ η διαφορά είναι πολύ μεγάλη. Ο Χρήστος Θεοδωρίδης ήθελε ο Δαρείος να εμπλακεί μέσα στον κόσμο, να ξαναγίνει άνθρωπος και να συνδιαλλαγεί με τη γυναίκα του και με τον λαό. Στη συνέχεια επιστρέφει και πάλι στην κατάσταση του ειδώλου.
Αυτό το διπλό στοιχείο το βρήκα προσωπικά πολύ ενδιαφέρον. Προτιμούσα αυτή την εκδοχή από το να παραμένω απλώς ακίνητος και να λέω τον ρόλο σαν ένας υπερβατικός σοφός. Στη δική μας προσέγγιση τον βρήκα περισσότερο άνθρωπο.
Οι «Πέρσες» παρουσιάζουν τον πόλεμο από την πλευρά εκείνων που περιμένουν τα νέα της καταστροφής. Πού τοποθετεί το βάρος η συγκεκριμένη παράσταση;
Ο πόλεμος σε όλες τις εποχές αποτελεί ένα μεγάλο δεινό. Φέρνει τον όλεθρο, σκοτώνονται νέοι άνθρωποι για λόγους συνήθως ασαφείς και για τα συμφέροντα των ισχυρών. Την πληρώνουν πάντοτε ο κόσμος και οι λαοί.
Αυτό θέλησε να τονίσει περισσότερο ο Χρήστος. Δεν τον ενδιέφερε τόσο να προβληθεί, όπως σε άλλες προσεγγίσεις, η νίκη των Ελλήνων, αλλά ότι τα θύματα είναι πάντοτε οι λαοί.
Κάθε καλοκαίρι ανοίγει ξανά η συζήτηση ανάμεσα στο «κλασικό» και στο «καινοτόμο» ανέβασμα της τραγωδίας. Εσείς πού στέκεστε;
Πιστεύω ότι και τα δύο είναι θεμιτά, αρκεί να υπάρχει σοβαρότητα, μόχθος και έρευνα και να μη γίνεται κάτι πρόχειρα. Δεν είμαι υπέρ του κλασικού ή του καινοτόμου. Είμαι υπέρ όλων, αρκεί να γίνονται με πραγματικό μόχθο.
Στο κάτω κάτω, κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς πώς παίζονταν τα έργα στην αρχαιότητα. Ούτε έχει νόημα, τόσους αιώνες αργότερα, να προσπαθείς να κάνεις κάτι ακριβώς όπως παλιά. Βέβαια, το πόσο θα πειράξεις ένα έργο και αν η μεταφορά θα αποδειχθεί εύστοχη ή άστοχη είναι ένα άλλο ζήτημα. Μπορεί να γίνουν και ατυχείς μεταφορές.
Τα τελευταία χρόνια γράψατε και εκδώσατε ποίηση. Έχει αλλάξει αυτό τον τρόπο με τον οποίο ακούτε τον λόγο της τραγωδίας;
Ακόμη και πριν γράψω οτιδήποτε, πίστευα ότι το θέατρο και η ποίηση έχουν μεγάλη συγγένεια. Υπάρχουν ο λόγος, οι εικόνες και τα νοήματα. Υπάρχει θεατρικότητα μέσα στην ποίηση και ποίηση μέσα στο θέατρο και στις εικόνες.
Η ποιητικότητα υπάρχει σε όλες τις μορφές τέχνης. Είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Το να γράφεις και να ασχολείσαι με τις λέξεις σού δημιουργεί μεγαλύτερη συγγένεια με τον λόγο των συγγραφέων, ειδικά των τραγικών, οι οποίοι είναι τόσο σπουδαίοι.
Πολύ σημαντικό ρόλο στην τραγωδία παίζει και η μετάφραση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εμείς δεν παίζουμε αυτούσιο το έργο. Παίζουμε ήδη κάτι αλλαγμένο, τη μετάφρασή του. Πολλοί αναρωτιούνται γιατί η τραγωδία δεν παίζεται όπως παλιά, αλλά η διαφορά ξεκινά ήδη από το κείμενο. Μιλάμε σε άλλη γλώσσα από εκείνη στην οποία γράφτηκαν τα έργα.
Συνεχίζετε να γράφετε;
Η ποίηση θέλει λίγη ησυχία, συγκέντρωση και ηρεμία. Όταν βρίσκεσαι σε συνθήκες θεάτρου, με κίνηση, περιοδεία, μετακινήσεις και άγχος, δεν είναι εύκολο. Μου λείπει, όμως, πολύ. Στην πρώτη ευκαιρία που θα έχω λίγη ηρεμία, θα ήθελα να επιστρέψω, γιατί μου έδωσε πολύ μεγάλη χαρά το ότι έγραψα ποιήματα. Απλώς χρειάζεται ησυχία.
Ανάμεσα στη λευκή σελίδα και στην άδεια θεατρική αίθουσα, τι σας φοβίζει περισσότερο;
Η άδεια αίθουσα είναι πολύ πιο δυσάρεστη. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου άνθρωπο που γράφει. Έγραψα εξαιτίας του κορονοϊού, επειδή βρέθηκα σε μια περίοδο ησυχίας. Δεν δηλώνω ποιητής. Τη ζωή μου την πέρασα περισσότερο μέσα στο θέατρο.
Η άδεια αίθουσα έχει μια μελαγχολία. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να κάνεις την προσπάθειά σου, όσο λίγος κι αν είναι ο κόσμος.
Όταν όμως γεμίζει μια αίθουσα, είναι μια γιορτή, μια ανταλλαγή, έχει μια χαρά στο βάθος. Βέβαια, έχω παίξει και παραστάσεις με λίγο κόσμο που ήταν μαγικές, επειδή οι θεατές ήταν πολύ συγκεντρωμένοι και υπήρχε μια άλλου τύπου ησυχία.
Έχετε διδάξει υποκριτική επί πολλά χρόνια. Υπάρχει κάτι που μαθαίνει ο δάσκαλος από τους νεότερους ηθοποιούς;
Πάρα πολλά. Θα μπορούσα να πω ότι ο δάσκαλος μαθαίνει περισσότερο από τα παιδιά. Βλέποντάς απ’ έξω, πρώτα απ’ όλα, διακρίνω πολλά λάθη που κάνω και ο ίδιος.
Εγώ είμαι ένας δάσκαλος που ρωτάει πολύ τα παιδιά και ανταλλάσσει πράγματα μαζί τους, αντί να μπαίνει σε μια τάξη και να επιβάλλει κάποια γνώση. Κυρίως αυτό κάνουμε: μοιραζόμαστε ερωτήματα.
Η εμπειρία της διδασκαλίας με βοήθησε, μάλιστα, στο ότι αναγκάστηκα να γίνω ακριβέστερος και πιο συγκεκριμένος στον λόγο μου, προκειμένου να γίνω κατανοητός. Κι αυτό σημαντικό μάθημα.
Αλήθεια, η σεμνότητα διδάσκεται;
Κοιτάξτε, θεωρώ ότι η σεμνότητα είναι μια παρεξηγημένη έννοια. Δεν καταλαβαίνω γιατί, όταν κάνει κάποιος αυτή τη δουλειά και τέχνη, ακόμη κι αν πάει πάρα πολύ καλά και πετύχει, πρέπει να απομακρυνθεί από τη σεμνότητα. Όλα τα επαγγέλματα είναι χρήσιμα και πολύτιμα.
Πρόσφατα ένας φίλος μου είχε μια περιπέτεια με την υγεία του και πέρασα χρόνο στο νοσοκομείο. Κατάλαβα, λοιπόν, εκεί ότι πιο σπουδαίο πράγμα από έναν γιατρό δεν υπάρχει. Οπότε γιατί να καμαρώνεις επειδή κάνεις έναν ρόλο, άλλοτε καλύτερα κι άλλοτε χειρότερα; Μου φαίνεται πολύ χαζό.
Δεν θα έλεγα ότι είμαι «σεμνός», όμως. «Προσγειωμένος» θα ήταν η πιο σωστή λέξη. Είναι μια εποχή που, και λόγω του ανταγωνισμού και λόγω όλης αυτής της πληροφόρησης, όλοι με έναν τρόπο θέλουν να κάνουν φασαρία για να ακουστούν. Σε αυτή την παγίδα ελπίζω ότι δεν θα πέσω τώρα στα γεράματα.
Υπάρχει κάτι που θεωρείτε ότι χάθηκε από το ελληνικό θέατρο των τελευταίων δεκαετιών;
Νομίζω ότι χάθηκε μια αθωότητα. Παλαιότερα οι άνθρωποι πήγαιναν στο θέατρο με δυσκολίες και στερήσεις, για να χαρούν και να ευχαριστηθούν. Τώρα το θέατρο έχει γίνει πάρα πολύ της μόδας.
Άκουσα πρόσφατα κάποιον σε μια εκπομπή να λέει: «Με τη γυναίκα μου μάς αρέσει το σπορ του θεάτρου». Τρελάθηκα με την έκφραση «το σπορ του θεάτρου».
Υπάρχει πολύ έντονα η τάση να κρίνουν όλοι, να εκφράζουν απόψεις, να γράφουν κριτικές και να φωτογραφίζονται επειδή πήγαν σε μια παράσταση. Νομίζω ότι παλαιότερα, ίσως κι επειδή ήταν δυσκολότερο να πας στο θέατρο, υπήρχε μια συγκινητική αθωότητα.
Τώρα που έχει γίνει μόδα, αποτελεί συχνά απλώς μία έξοδο ανάμεσα σε τόσες άλλες. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν καλά πράγματα και πολύ ωραίες παραστάσεις. Ως γενική αίσθηση, όμως, πιστεύω ότι το θέατρο αυτή την εποχή έχει γίνει πολύ περισσότερο μόδα παρά ανάγκη.
Ταυτότητα παράστασης
Η τραγωδία του Αισχύλου παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, με τους Μαρία Ναυπλιώτου στον ρόλο της Άτοσσας, Δημήτρη Καταλειφό στον ρόλο του Δαρείου, Αναστάση Ροϊλό στον ρόλο του Ξέρξη και Σταύρο Σβήγκο στον ρόλο του Αγγελιοφόρου, μαζί με 18μελή Χορό
Ώρα έναρξης: 21:00 Τιμές εισιτηρίων: Κανονικό 25 ευρώ, μειωμένο 20 ευρώ Προπώληση: μέσω more.com