Έρευνα: Η frontier AI και τα «τυφλά σημεία» που απειλούν την κυβερνοασφάλεια των επιχειρήσεων

Το 36% των περιουσιακών στοιχείων μίας εταιρείας μπορεί να υποστεί «ζημία» από κακόβουλες ενέργειες στον ψηφιακό κόσμο, σύμφωνα με την EY

Έρευνα: Η frontier AI και τα «τυφλά σημεία» που απειλούν την κυβερνοασφάλεια των επιχειρήσεων
Κυβερνοασφάλεια (Adi Goldstein)

Τις σύγχρονες προκλήσεις στην κυβερνοασφάλεια και την κυβερνοανθεκτικότητα, σε ένα μη γραμμικό, επιταχυνόμενο, ευμετάβλητο και διασυνδεδεμένο περιβάλλον, το οποίο αποδίδεται ως “NAVI” (Non-linear, Accelerating, Volatile, and Interconnected), αναλύει νέα έρευνα της ΕΥ με τίτλο “2026 Global Cybersecurity Leadership Insights Study”.

Η έρευνα κατέγραψε τις απόψεις περισσότερων από 800 CISOs (Chief Information Security Officer) και στελεχών κυβερνοασφάλειας από ολόκληρο τον κόσμο και ανέλυσε 475 διαφορετικές κατηγορίες ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων (assets). Μεταξύ άλλων, εισάγει τον όρο «ζώνη ευπάθειας» (vulnerability zone) στην οποία, σύμφωνα με την έρευνα, κατά μέσο όρο ανήκουν πάνω από το ένα τρίτο των περιουσιακών στοιχείων μίας επιχείρησης (36%).

Καταλυτικό ρόλο σε αυτήν τη νέα πραγματικότητα διαδραματίζει η «Τεχνητή Νοημοσύνη αιχμής» (frontier AI). Πρόσφατες αποκαλύψεις σχετικά με την ικανότητα των πιο εξελιγμένων μοντέλων AI να εντοπίζουν και να εκμεταλλεύονται μόνα τους ευπάθειες βρήκαν πολλούς οργανισμούς απροετοίμαστους, καθιστώντας επιτακτική ανάγκη τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας της ανθεκτικότητας.

Σύμφωνα με την έρευνα, η ζώνη ευπάθειας προκύπτει από τον συνδυασμό δύο βασικών παραγόντων: της χαμηλής ορατότητας και της ανεπαρκούς επιτήρησης ενός asset. Όταν ένα asset παρουσιάζει χαμηλό επίπεδο ορατότητας και επιτήρησης, κατατάσσεται στη ζώνη ευπάθειας, καθώς είναι πιθανότερο να αποτελέσει στόχο ή σημείο επίθεσης.

Οι κατηγορίες assets που εμφανίζουν τη μεγαλύτερη έκθεση είναι τα φυσικά και λειτουργικά τεχνολογικά στοιχεία (OT and physical assets) με 57%, τα οικοσυστήματα και οι τρίτοι συνεργάτες με 49%, τα συστήματα και εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης με 47%, και η δικτυακή υποδομή με 38%.

Η έρευνα διαπιστώνει ότι οι κλάδοι που εξαρτώνται περισσότερο από λειτουργικά τεχνολογικά στοιχεία εμφανίζουν τη μεγαλύτερη έκθεση σε τέτοιου είδους απειλές -με τον κλάδο υποδομών να βρίσκεται στην πρώτη θέση (71%) και να ακολουθούν ο κλάδος μετάλλων (67%) και οι επιστήμες υγείας (64%)-, ενώ αυστηρά ρυθμιζόμενοι κλάδοι, όπως ο τραπεζικός, είναι λιγότερο εκτεθειμένοι. Χρησιμοποιώντας τα OT assets ως σημεία εισόδου, οι επιτιθέμενοι μπορούν να μετακινηθούν από σύστημα σε σύστημα (lateral movement) και να αποκτήσουν πρόσβαση στους τελικούς στόχους.

Παράλληλα, υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις στην ετοιμότητα μεταξύ των οργανισμών. Η έρευνα ανέδειξε και φέτος μία διακριτή κατηγορία ερωτηθέντων, τους «ασφαλείς δημιουργούς» (Secure Creators), δηλαδή οργανισμούς που εφαρμόζουν πιο προηγμένες πρακτικές και τεχνολογίες κυβερνοασφάλειας σε σύγκριση με τους υπόλοιπους. Σε αυτούς τους οργανισμούς, μόλις το 30% των assets κατατάσσονται στη ζώνη ευπάθειας, έναντι 42% στους υπόλοιπους συμμετέχοντες στην έρευνα (Prone Enterprises).

Το στοιχείο που έχει μεταβάλει ριζικά το τοπίο της κυβερνοασφάλειας είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη. To ΑΙ επιτρέπει στους επιτιθέμενους να εντοπίζουν ευάλωτα assets και να επιτίθενται στοχευμένα. Συγχρόνως, πολλά συστήματα και εργαλεία AI κατατάσσονται στη ζώνη ευπάθειας, αποτελώντας τρωτά σημεία των συστημάτων, τόσο λόγω της ταχύτητας εξέλιξής τους όσο και λόγω της ανεξέλεγκτης χρήσης εργαλείων GenAI εκτός εγκεκριμένων καναλιών και της εξάπλωσης του agentic AI, που δημιουργεί πολλαπλάσιες ταυτότητες και δύσκολα ελεγχόμενες συνδέσεις.

Σύμφωνα με την έρευνα, το 70% των ειδικών πιστεύουν ότι οι σημαντικότεροι κίνδυνοι κυβερνοασφάλειας βρίσκονται σε «τυφλά σημεία» (blindspots), δηλαδή assets τα οποία δεν επιτηρούνται επαρκώς. Επιπλέον, μόνο το 43% των ερωτηθέντων χρησιμοποιούν αυτόματες διαδικασίες για τον εντοπισμό και την απογραφή assets, ενώ λιγότεροι από ένας στους δύο είναι σίγουροι ότι η απογραφή τους είναι πλήρης και ενημερωμένη.

Με τις συνθήκες να αλλάζουν, οι ειδικοί κυβερνοασφάλειας νιώθουν απροετοίμαστοι για τις νέες απειλές. Συγκεκριμένα, λιγότεροι από τους μισούς CISOs αισθάνονται έτοιμοι για τις κυβερνοεπιθέσεις Τεχνητής Νοημοσύνης (45%) και μόνο ένας στους πέντε δηλώνει έτοιμος για τις κβαντικές επιθέσεις (21%).

Ιδιαίτερη πρόκληση σε πολλές επιχειρήσεις αποτελεί και το χάσμα επικοινωνίας μεταξύ των CISOs και του διοικητικού συμβουλίου μίας εταιρείας. Οι «ασφαλείς δημιουργοί» έχουν το πάνω χέρι επειδή, μεταξύ άλλων, οι CISOs τους λαμβάνουν ενεργή υποστήριξη και χρηματοδότηση από τη διοίκηση, αντί να αντιμετωπίζεται η κυβερνοασφάλεια απλώς ως μία «τεχνική» λεπτομέρεια.

Με βάση τα ευρήματα της έρευνας και το γενικότερο πλαίσιο της σύγχρονης κυβερνοασφάλειας, προτείνονται συγκεκριμένες δράσεις. Συγκεκριμένα:

  1. Συνεχής, αυτοματοποιημένη καταγραφή των assets
  2. Κάλυψη των κενών ασφαλείας σε όλη την επιφάνεια επίθεσης
  3. Ορισμός και προστασία της «ελάχιστης βιώσιμης επιχείρησης» (minimum viable enterprise), δηλαδή κρίσιμων λειτουργιών και δεδομένων που πρέπει να παραμείνουν λειτουργικά πάση θυσία κατά τη διάρκεια μιας καθολικής επίθεσης/ransomware, επιτρέποντας στον οργανισμό να επιβιώσει ακόμα κι αν καταρρεύσουν τα υπόλοιπα συστήματα
  4. Επιτάχυνση επενδύσεων σε σύγχρονα μέτρα κυβερνοασφάλειας
  5. Στροφή προς τη διαρκή διαχείριση κινδύνου των προμηθευτών (τρίτων μερών), με επίκεντρο την ταυτότητα. Η έρευνα δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο ότι οι περισσότερες παραβιάσεις πλέον δεν γίνονται απευθείας στον οργανισμό-στόχο, αλλά μέσω μη ασφαλών διασυνδέσεων API και δικαιωμάτων πρόσβασης τρίτων συνεργατών (Identity and Access Management / IAM κενά)
  6. Προτεραιοποίηση της ασφάλειας των περιμετρικών συσκευών και της υποδομής δικτύων στο μοντέλο ανθεκτικότητας.

Πάντως, να σημειωθεί ότι, πάντα σύμφωνα με την EY, το ενδιαφέρον των οργανισμών για την εξασφάλιση της κυβερνοασφάλειάς τους αυξάνεται. Σε έρευνα του 2024 που υλοποίησε η εταιρεία μαζί με το Saïd Business School στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης καταγράφηκε 28% αύξηση στον αριθμό των οργανισμών που ενδιαφέρονται να προχωρήσουν σε μεγάλες εσωτερικές αλλαγές, ώστε να εξασφαλίσουν βελτιωμένη κυβερνοασφάλεια.