Ελένη Ευθυμίου στο TheOpinion: «Το όραμά μου ήταν να βρίσκομαι σε αυτόν τον χώρο και να δημιουργώ»

Η σκηνοθέτρια της παράστασης «Ήλιος με ξιφολόγχες» μιλάει στο TheOpinion και στη Δέσποινα Δαϊλιάνη.

Ελένη Ευθυμίου στο TheOpinion: «Το όραμά μου ήταν να βρίσκομαι σε αυτόν τον χώρο και να δημιουργώ»

Η παραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, «Ήλιος με ξιφολόγχες», ολοκληρώνει τον κύκλο των παραστάσεών της στο Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

Στη δεύτερη μεγάλη της συνεργασία με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, η Ελένη Ευθυμίου σκηνοθετεί το τελευταίο μυθιστόρημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, «Ήλιος με ξιφολόγχες».

Η θεατρική της δράση ξεκίνησε αμέσως μετά το πέρας των σπουδών της στο Τμήμα Θεάτρου και, έκτοτε, η πόλη συχνά την καλεί πίσω για επαγγελματικούς σκοπούς.

«Η Θεσσαλονίκη είναι ένας τόπος που με αγκάλιασε, και μου έδωσε τον χώρο και τον χρόνο να πειραματιστώ και να δημιουργήσω την καλλιτεχνική μου ταυτότητα. Είναι ένας τόπος στον οποίο πάντα θα επιστρέφω, επαγγελματικά και προσωπικά», αναφέρει η Ελένη Ευθυμίου στο TheOpinion λίγο πριν από την κάθοδό της στο αργολικό θέατρο με τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη.

Κυρία Ευθυμίου, είστε τελειομανής όσον αφορά το τελικό καλλιτεχνικό προϊόν;

Με ενδιαφέρει η ακρίβεια και ο τρόπος που αποδίδεται κάθε λεπτομέρεια, είτε πρόκειται για τον ήχο είτε για τον φωτισμό είτε για την εικόνα. Πιστεύω, για παράδειγμα, ότι μια πολύ μικρή διαφορά υφής στον ήχο μπορεί να δημιουργήσει άλλη αίσθηση στον θεατή.

Γενικότερα, προσπαθώ να κινούμαι πάντα μέσα στο μέτρο των δυνατοτήτων. Συνήθως, όμως, και λόγω της μουσικής μου καταβολής, η ακρίβεια είναι βασικό συστατικό μιας παράστασης που σκηνοθετώ.

Η ιδιότητα της μουσικού, δηλαδή, πώς επηρεάζει τη σκηνοθετική σας οπτική;

Κάθε σκηνοθέτης έχει διαφορετικές γνώσεις και καταβολές. Αντίστοιχα, διαμορφώνεται και το προσωπικό του γούστο. Για μένα, η μουσική, η μουσικότητα, ο ρυθμός, η μετάβαση από τη μία ατμόσφαιρα στην άλλη, καθορίζουν τον δραματουργικό τρόπο με τον οποίο ζωντανεύει σκηνικά μια ιστορία.

Στη συγκεκριμένη παράσταση, η μουσική είναι ιδιαίτερα ατμοσφαιρική και συνοδεύει τη διάθεση του έργου· πρόκειται για μια σκοτεινή περίοδο της Θεσσαλονίκης, με σκιώδεις ήρωες και καταστάσεις του υποκόσμου, καθώς και φωτεινές όψεις που αντιπροσωπεύουν την πολυτέλεια εκείνης της εποχής. Από την αρχή μέχρι το τέλος, η υφή της μουσικής λειτουργεί σαν ένα soundtrack.

Σε μια διασκευή, όπως αυτή του μυθιστορήματος του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, πώς επιλέγει ένας σκηνοθέτης να «θυσιάσει» κομμάτια του πρωτότυπου έργου χάριν της θεατρικής οικονομίας;

Στην αρχή, διαβάζεις το μυθιστόρημα και γοητεύεσαι από τη λογοτεχνική και ιστορική του αξία. Στη συνέχεια, προχωράς σε μια συμπύκνωσή του· πώς θα ειπωθεί η ιστορία, δηλαδή, χωρίς να υπάρχουν κενά, διατηρώντας τα λογοτεχνικά σημεία που θεωρείς αριστουργήματα. Το επόμενο βήμα είναι να δεις πώς αυτά τα σημεία θα μπορούσαν να αποδοθούν και σε εικόνα, δράση και αίσθηση για τον ήρωα. Αυτή ήταν η δική μας διαδρομή.

Πρέπει να πάρεις τη σκληρή απόφαση να αποχωριστείς κάποια λογοτεχνικά κομμάτια, ακόμα κι αν σου αρέσουν πολύ, όταν συνειδητοποιείς ότι θα δημιουργήσουν τα αντίθετα, από τα προσδοκώμενα, αποτελέσματα για τον θεατή. Άλλωστε, το θέατρο διαφέρει από τη λογοτεχνία.

Το πογκρόμ του Κάμπελ ήταν η κορύφωση του αντισημιτικού κλίματος στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Ως μια σκηνοθέτρια που αγγίζετε αυτές τις «ανοιχτές πληγές» της ιστορικής μνήμης, πώς θα περιγράφατε τον τρόπο με τον οποίο το παρελθόν «στοιχειώνει» το παρόν μας;

Αυτή η αντισημιτική επίθεση ήταν ένα προμήνυμα της γενοκτονίας που ακολούθησε. Μάλιστα, η Θεσσαλονίκη —όπως μαθαίνουμε, μελετώντας το έργο και την εποχή— αποτέλεσε σκληρό πυρήνα της αρχής του φασισμού.

Σήμερα, δυστυχώς βρισκόμαστε σε μια αντίστοιχη εποχή κατά την οποία τα πράγματα οδεύουν διαρκώς προς τη συντηριτικοποίηση και τον φασισμό, λόγω των κυβερνητικών συμφερόντων και του καπιταλισμού. Παρόμοιες είναι οι καταστάσεις που συμβαίνουν γύρω μας, κι εμείς έχουμε φτάσει στο σημείο να κανονικοποιούμε τη βία.

Τη στιγμή που μιλάμε, μια γενοκτονία συντελείται στη Γάζα, με τους εκπροσώπους της Ελλάδας να στέκονται ουδέτεροι έως φιλικά προσκείμενοι απέναντι στην καταστροφή ενός ολόκληρου πολιτισμού. Βρισκόμαστε εν μέσω ενός πολέμου και στέκουμε αμήχανοι, και αυτό φανερώνει πολλά για το πού βρισκόμαστε ως κοινωνία και ποιες είναι οι αναλογίες…

Βέβαια, πρόκειται για ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Δεν περιορίζεται εντός των συνόρων. Βρισκόμαστε σε μια κακή στιγμή της ιστορίας.

Με τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη έχετε συνεργαστεί ξανά;

Όχι. Τολμώ να πω, ντροπαλά, ότι ήταν κι η πρώτη φορά που διάβασα μυθιστόρημά του, παρότι είναι πραγματικά σπουδαίος συγγραφέας και πολύ αγαπητός στην πόλη. Γοητεύτηκα πάρα πολύ, διαβάζοντας τον «Ήλιο με ξιφολόγχες», και οραματίστηκα να το πραγματευτώ θεατρικά.

Η συνεργασία μας ήταν εξαιρετική. Η προσφορά του στη διασκευή ήταν περισσότερο επικουρική, υπό την έννοια ότι μας παρείχε την ελευθερία να σχηματοποιήσουμε το έργο με τον τρόπο που θα εξυπηρετούσε τη σκηνική δράση και τη θεατρική οικονομία.

Διαβάζοντας για την πορεία, τα έργα και τις συναναστροφές σας, φοβήθηκα μήπως και «αδικήσω» κάτι από αυτά. Οπότε, σας «πετάω το μπαλάκι» και ζητώ από εσάς να μας αφηγηθείτε την αρχή αυτής της διαδρομής…

Θα έλεγα ότι ξεκίνησα δυναμικά και με φόρα, είναι τρομερές εμπειρίες για έναν νέο άνθρωπο να ταξιδεύει, να βλέπει και να γνωρίζει καινούργια πράγματα. Μέσω του πανεπιστημίου αλλά και κατά τη μετάβασή μου από φοιτήτρια σε επαγγελματία, είχα την ευκαιρία να ταξιδέψω σε αρκετά φεστιβάλ νέων σκηνοθετών στην Ευρώπη.

Άρχισα να αντιλαμβάνομαι πιο σφαιρικά πώς λειτουργεί η σκηνοθεσία σε μεγάλους οργανισμούς, βέβαια, όταν υπήρξα βοηθός του καθηγητή μου, Βίκτωρα Αρδίτη, στο Εθνικό Θέατρο.

Μια δουλειά που απέσπασε, τότε, πολύ καλές κριτικές, ήταν και αυτή με την αγαπημένη μου φίλη, Βασιλική Τρουφάκου, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, στην οποία παίζαμε και σκηνοθετούσαμε παρέα.

Ανάμεσα σε όλα αυτά, έφτασε η ώρα να δώσω για το δίπλωμά μου στο κλασικό τραγούδι και ήρθα αντιμέτωπη με ένα πολύ σκληρό δίλημμα για τη ζωή μου: ενώ είχα αποφασίσει ότι θα σταματήσω τα πάντα και θα αφοσιωθώ σε αυτό, μου έγινε η πρόταση από το Εθνικό Θέατρο να βρεθώ στο πλευρό του Λευτέρη Βογιατζή, ως βοηθός σκηνοθέτη στον «Αμφιτρύωνα» του Μολιέρου. Ήταν μια πολύ έντονη εμπειρία. Οπότε, αποφάσισα να μην αφήσω τίποτα πίσω μου.

Έπειτα, προέκυψε η πρώτη μου συνεργασία με την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης», όπου και κλήθηκα να κάνω μια ολοκληρωμένη παράσταση πάνω στη γυναικεία κακοποίηση και την ενδοοικογενειακή βία. Ήταν η στιγμή που πειραματίστηκα με το στοιχείο του ντοκιμαντέρ, τη μυθοπλασία, την εικονοπλασία. Ήταν, ίσως, και η πρώτη φορά που κάπως πιο επίσημα έγραψα με τόλμη, μαζί με τον Κώστα Βόμβολο, κάποια μουσικά θέματα· άρχισα να λέω, δηλαδή, ότι γράφω κι εγώ μουσική για μια παράστασή μου…

Παράλληλα, γνώρισα και καλλιτεχνικά την Ελένη Δημοπούλου. Υπήρξε μια πολύ ωραία χημεία μεταξύ μας. Μετά από αυτήν τη συνεργασία, λοιπόν, μου πρότεινε να σκηνοθετήσω την ομάδα «Εν Δυνάμει».

Μέσα από αυτήν την ομάδα, σίγουρα ανέπτυξα κι εγώ την καλλιτεχνική μου ταυτότητα. Ήμουν στα ξεκινήματά μου, είχα πολλή όρεξη να πειραματιστώ και πολύ χώρο για να πάρω και να δώσω· να μάθω στα μέλη της ομάδας πράγματα αλλά και να πάρω πολύ υλικό από τη διαφορετικότητα, τη φρεσκάδα και τη νεανικότητα των μελών της.

Από κει και πέρα, τα καλλιτεχνικά μου εγχειρήματα άρχισαν να αποκτούν μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα…

Αναφερόμαστε στη σκηνοθετική σας ιδιότητα. Πλέον, δεν βλέπετε τον εαυτό σας και πάνω στη σκηνή; Στον «Ήλιο με ξιφολόγχες», για παράδειγμα, δεν θα μπορούσαμε να διαβάσουμε και το όνομά σας στο καστ των ηθοποιών;

Σε τέτοιες παραγωγές δεν είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Άλλωστε, θα ήταν κι εγωιστικό από μέρους μου. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, έχουν υπάρξει παραστάσεις που σκηνοθετώ και παράλληλα παίζω.

Στα πρώτα μου βήματα ήθελα πολύ να γίνω ηθοποιός. Ένιωσα, όμως, ένα «άδειασμα» από μια παραγωγή σε σχέση με τη δημιουργική διαδικασία. Κάπου εκεί, αποφάσισα ότι θα παίζω σε παραστάσεις που είτε το καλλιτεχνικό διακύβευμα είναι πολύ μεγάλο για μένα είτε θα τις σκηνοθετώ η ίδια και θα ελέγχω, κάπως, τον τρόπο που υπάρχω σε αυτές είτε θα αμείβομαι πάρα πολύ καλά.

Σήμερα, η Ελένη Ευθυμίου έχει φτάσει, έχει ξεπεράσει ή έχει να διανύσει ακόμη δρόμο για να αγγίξει εκείνο το σημείο που οραματιζόταν όταν ξεκινούσε;

Υπάρχει ένα κομμάτι μέσα μου που είναι πολύ χαρούμενο και πλήρες από τις θεατρικές στιγμές και εμπειρίες. Το όραμά μου ήταν να βρίσκομαι σε αυτόν τον χώρο και να δημιουργώ.

Δεν είχα ποτέ κάποιο πιο ξεκάθαρο όραμα για το πού θα επιθυμούσα να φτάσω, εκτός από όταν ήμουν πολύ μικρή που ήθελα να παίξω στο Hollywood. Αυτό μάλλον δεν θα συμβεί, αν και, πλέον, θα προτιμούσα να βρεθώ σε κάποια μεγάλη ευρωπαϊκή παραγωγή! Ένα από τα πράγματα στα οποία δεν έχω φτάσει ακόμη, είναι ο κινηματογράφος.

Έχοντας, όμως, μπροστά μου την Επίδαυρο, μόνο να σκύψω το κεφάλι μπορώ. Για μένα, αυτή είναι μια μεγάλη στιγμή! Περίμενα πάρα πολύ καιρό να συμβεί κι ελπίζω να σταθώ αντάξια του μεγέθους.

Επίσης, θα ήθελα να ταξιδεύω και να συμμετέχω σε μεγάλους οργανισμούς ανά την Ευρώπη και τον κόσμο. Δεν ξέρω, βέβαια, κατά πόσο οι συνθήκες θα επιτρέπουν κάτι τέτοιο από δω και πέρα. Μου έχει τύχει ελάχιστες φορές —και όχι στην Ελλάδα— να υπάρχουν η δυνατότητα και η διάθεση να μπορεί να υλοποιηθεί το ακριβές καλλιτεχνικό όραμα. Αυτό μου λείπει, δηλαδή το να μην παλεύεις για τα αυτονόητα, αλλά συμβιβάζομαι.

Πληροφορίες

«Ήλιος με ξιφολόγχες» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη

Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών (Εθνικής Αμύνης 2, Θεσσαλονίκη)

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Παρασκευή 3/4 στις 21:00, Σάββατο 4/4 στις 17:30 & 20:30

Ηλεκτρονική προπώληση εισιτηρίων: more.com

Διάρκεια: 150 λεπτά

Κατάλληλο για θεατές άνω των 12 ετών

Συντελεστές                  

Θεατρική διασκευή: Ελένη Ευθυμίου, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Δημήτρης Ζάχος

Σκηνοθεσία – Μουσική: Ελένη Ευθυμίου

Σκηνικά – Κοστούμια: Ευαγγελία Κιρκινέ

Βίντεο: Δημήτρης Ζάχος

Κίνηση: Τάσος Παπαδόπουλος

Φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά Φαμέλη

Συνεργάτις μουσικός: Σοφία Καμαγιάννη

Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαριάννα Αβραμάκη, Σοφία Μπλέτσου

Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Παναγιώτης Ματζίρης

Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Λήδα Σιμιώτα Ελ Τζαγιούσι

Οργάνωση παραγωγής: Μαριλύ Βεντούρη

Φωτογραφίες: Mike Rafail | That long black cloud

Διανομή

Μαριάννα Αβραμάκη, Ιορδάνης Αϊβάζογλου, Ελένη Δημοπούλου, Ελένη Θυμιοπούλου, Στέλιος Καλαϊτζής, Νάσος Κρέτσης, Δημήτρης Μορφακίδης, Χρυσή Μπαχτσεβάνη, Σοφία Μπλέτσου, Δημήτρης Ναζίρης, Χρίστος Νταρακτσής, Ορέστης Παλιαδέλης, Γρηγόρης Παπαδόπουλος, Σοφιανός Πεσιρίδης, Βασίλης Σπυρόπουλος, Φωτεινή Τιμοθέου, Γιάννης Τσεμπερλίδης, Κωνσταντίνος Χατζησάββας