Γλυκερία Καλαϊτζή στο TheOpinion: «Το θέατρο, για μένα, πρέπει να είναι ένα θέατρο για όλους»
Η σκηνοθέτις, ακαδημαϊκός και καλλιτεχνική υπεύθυνη του Θεάτρου Τ, Γλυκερία Καλαϊτζή, μιλάει στο TheOpinion και στη Δέσποινα Δαϊλιάνη.
Οι Παγκόσμιες Ημέρες λειτουργούν ως μια ευκαιρία για συναντήσεις και εποικοδομητικές συζητήσεις. Έτσι, λοιπόν, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, το φετινό ραντεβού δόθηκε στην οδό Αλεξάνδρου Φλέμινγκ 16, εκεί όπου η Γλυκερία Καλαϊτζή μάς άνοιξε τις πόρτες του Θεάτρου Τ (μια ονομασία που φέρει κάτι από την ομάδα Passatempo και κάτι από τη λέξη Theater) για μια ξενάγηση στα ενδότερα μιας τοπικής σκηνής που ζει και αναπνέει για την τέχνη.
Περνώντας το κατώφλι του θεάτρου, θα έλεγε κανείς ότι η ησυχία που επικρατούσε ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την ενέργεια του πάλκου, έτοιμο να φιλοξενήσει σε λίγες ώρες την επόμενη ιστορία του.
«Σε αυτό το μικρό θεατράκι είμαστε τυχεροί, γιατί έχουμε την Ευαγγελία (Κιρκινέ) και τη Μαρία (Καραδελόγλου), οι οποίες καταφέρνουν να χωρέσουν σκηνικά από τρεις παραστάσεις παράλληλα», σχολιάζει η Γλυκερία Καλαϊτζή.
«Μετά από δώδεκα χρόνια, μαζεύονται τα πράγματα και δεν χωράνε. Αλλά πού να μεταφερθούμε; Δεν το βρήκαμε έτοιμο, εμείς το φτιάξαμε και το πονάμε· μέσα στη μεγάλη κρίση, αποφασίσαμε να στήσουμε ένα θέατρο.
Το Θέατρο Τ ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 2014. Ο χώρος σχεδιάστηκε εξ ολοκλήρου από την Ευαγγελία, και πριν τον παραλάβουμε ήταν εργαστήρι ζαχαροπλαστικής. Την περίφημη δεκαετία του ’80, μάλιστα, εδώ στεγαζόταν η διάσημη μπουάτ “Δέκα Βήματα στην Άμμο”».
Καθώς κατευθυνόμαστε προς την έξοδο, για να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας απέναντι στο ταβερνάκι, το βλέμμα μου πέφτει σε ένα σακίδιο πλάτης. «Αναπόσπαστο κομμάτι σας;», τη ρωτάω. «Αν σκεφτείς ότι κάνω τρεις μόνιμες δουλειές, που σημαίνει ότι πρέπει να κουβαλάω τα απαραίτητα για όλες αυτές, είναι αναπόσπαστο, ναι. Σήμερα είναι και σχετικά ελαφρύ», μου αποκρίνεται.

Κυρία Καλαΐτζή, το Θεάτρο Τ αποτελεί καλλιτεχνική στέγη για τους φοιτητές σας. Ήταν αυτός ένας από τους βασικούς λόγους δημιουργίας του;
Αυτό συνέβη στην πορεία. Ήμασταν πολύ ρομαντικοί για να σκεφτούμε με αυτόν τον τρόπο, το Θέατρο Τ δεν ξεκίνησε ως ένας χώρος που θα τον εκμεταλλευόμασταν επιχειρηματικά.
Με τους Passatempo, τότε, είχαμε υλοποιήσει ήδη κάποιες παραγωγές, νοικιάζοντας διάφορα θέατρα. Στην τέταρτη παραγωγή, λοιπόν, ένιωσα ότι αυτή η σποραδικότητα δεν αφήνει κάποιο αποτύπωμα.
Καθώς το πονάω πολύ το θέατρο της Θεσσαλονίκης —είμαι ακόμη αθεράπευτα ρομαντική— σκεφτήκαμε να βρούμε έναν χώρο για να στεγάζουμε τις δικές μας δουλειές. Κανείς δεν είχε εμπειρία από τη διαχείριση έστω και μιας μικρής επιχείρησης. Ξεκινήσαμε κι εκεί καταλάβαμε τις δυσκολίες· μάθαμε, δηλαδή, τη δουλειά με τον δύσκολο τρόπο.
Όταν ολοκληρώθηκε η πρώτη σεζόν, το ’14, νομίζω ότι πραγματικά κοίταξα το ταβάνι και είπα: «Τι κάναμε, Θεέ μου; Είμαστε με τα καλά μας;». Πέρασα τόσα άγχη… Όμως, «το αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη»!
Μας ενδιαφέρει πάρα πολύ να κάνουμε δικές μας παραγωγές. Λόγω της εκπαιδευτικής μου ιδιότητας, με ενδιαφέρει να καταφέρουμε να κρατήσουμε το καλλιτεχνικό δυναμικό της πόλης.
Αυτά τα παιδιά θέλουν να φύγουν από την πόλη, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες; Τι σας λένε;
Τα παιδιά θέλουν να μείνουν. Η φοιτητική είναι μια συναρπαστική ζωή, δεν καταλαβαίνεις από υποχρεώσεις.
Οι περισσότεροι ολοκληρώνουν τις σπουδές τους με τον ενθουσιασμό ότι θα μείνουν εδώ, θα κάνουν μια δουλειά και θα πετύχουν. Μετά από λίγα χρόνια, όμως, «κόβονται τα φτερά» τους και φεύγουν.
Πώς βλέπετε, τώρα, το θέατρο στη Θεσσαλονίκη;
Είναι μια περίεργη, δύσκολη χρονιά για πολλούς παράγοντες. Ένας από τους βασικούς είναι, φυσικά, η ακρίβεια, παρότι το τοπικό θέατρο δεν είναι ακριβό.
Από την άλλη μεριά, η παρουσία των αθηναϊκών θιάσων έγινε, πια, μόνιμη κατάσταση και καταλαβαίνω ότι είναι αδύνατον να συναγωνιστούμε τα μεγάλα ονόματα. Θα μου πεις τώρα, «Μα και στην Αθήνα το ίδιο δεν γίνεται;». Γίνεται. Εκεί, όμως, οι μικρές ομάδες έχουν το κοινό τους. Εδώ, στη Θεσσαλονίκη, το θέατρο δεν έχει μπει στη ρουτίνα της διασκέδασης για ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού. Όταν συμβεί αυτό, ίσως και να αλλάξουν τα πράγματα.
Σε αυτήν την πόλη έχουμε πολύ καλό υλικό ταλέντων. Το μεγάλο ζήτημα της Θεσσαλονίκης δεν είναι οι χώροι ή τα μέσα, αλλά το χαμηλό ταβάνι. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο νέος ηθοποιός να μη στοχεύει πολύ ψηλά. Η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να είναι το Βερολίνο των Βαλκανίων!
Τι καθιστά, τελικά, τις αθηναϊκές παραγωγές sold out; Είναι, ίσως, η μικρή και συγκεκριμένη χρονική διάρκειά τους στα θέατρα της Θεσσαλονίκης;
Το θέατρο, πλέον, μπήκε στη βιομηχανία του θεάματος. Προσωπικά, δεν με απασχολεί το εμπορικό κομμάτι. Δουλεύω με νέους ηθοποιούς και απλώς προσπαθώ να κάνω καλά τη δουλειά μου.
Ο ρομαντισμός μου, μου λέει ότι η καλή παράσταση διαδίδεται από στόμα σε στόμα. Και σε πείσμα αυτής της… μικρής διάρκειας, είμαι η μόνη που κρατώ τις παραστάσεις έναν ολόκληρο μήνα, πέντε ημέρες την εβδομάδα. Είναι ένα ρίσκο, αλλά το παίρνω. Μόνο έτσι μπορείς να χτίσεις κάτι. Αυτή είναι η δική μου άποψη.
Θεατρική κριτική υπάρχει στις μέρες μας; Σας το ρωτάω, καθώς τα κανάλια είναι πολλά και οι περισσότεροι βαφτίζουμε την άποψη κριτική, χωρίς κάποιο γνωστικό υπόβαθρο.
Δυστυχώς, υπάρχουν κριτικοί που δεν έχουν τα εφόδια για να κάνουν κριτική. Και «εποχή που δεν έχει κριτική, δεν έχει και τέχνη».
Ο κριτικός βοηθάει τον καλλιτέχνη. Σε καμία περίπτωση δεν είναι ο εκπρόσωπος του κοινού, που θα του υποδείξει να παρακολουθήσει ή όχι μια παράσταση.
Το θέατρο, για μένα, πρέπει να είναι ένα θέατρο για όλους. Η Ξένια Καλογεροπούλου έλεγε ότι μια παράσταση έχει τρία επίπεδα: το πρώτο επίπεδο πρέπει να είναι κατανοητό από όλους, το δεύτερο να το «πιάνουν» οι πιο ψαγμένοι, και υπάρχει κι ένα τρίτο επίπεδο που παραμένει σκοτεινό ακόμα και για εμάς τους συντελεστές.
Υποθέτω ότι παρακολουθείτε πολύ θέατρο. Ποια παράσταση είδατε τελευταία και σας γοήτευσε;
Η παράσταση, την οποία αντιμετωπίζουμε σαν φαινόμενο, ενώ θα έπρεπε να σκύψουμε από πάνω και να δούμε τι συμβαίνει, είναι η «Μια άλλη Θήβα». Δύο ταλαντούχοι ηθοποιοί με καλοδουλεμένους ρόλους, χωρίς, ωστόσο, ιδιαίτερα σκηνοθετικά ευρήματα, πρέπει να μας κάνουν να αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που μας κρατάει σε αυτήν την παράσταση!
Παρακολούθησα την παράσταση σε ανοιχτό θέατρο και έβρεχε. Ανοίγαμε και κλείναμε τόσο διακριτικά τις ομπρέλες μας, που δεν το έχω ζήσει ξανά όλα αυτά τα χρόνια που είμαι στο θέατρο· να αρχίσει να βρέχει, δηλαδή, χωρίς να προκληθεί σούσουρο στον χώρο.
Είναι η δουλειά και το πόσο επενδύουμε στο ίδιο το καλλιτεχνικό προϊόν. Στο θέατρο δεν πηγαίνεις μόνο για να διασκεδάσεις. Κάποια βεβαιότητά σου πρέπει να κλονιστεί όταν δεις μια παράσταση, όπως έλεγε ο Μπρουκ.
Υπάρχουν παραστάσεις στις οποίες πηγαίνεις μετά από πολλή δουλειά και κούραση, αλλά φεύγεις ξεκούραστος. Βέβαια, και το αντίθετο. Νομίζω, όμως, ότι το θέατρο έχει τη δύναμη να πάρει την έγνοια και την κούρασή σου, αλλά χρειάζεται το ίδιο το θέατρο να προσπαθήσει.

Ο ρομαντισμός σας είναι αυτός που σας κράτησε στη Θεσσαλονίκη;
Όχι. Οι Θεσσαλονικείς νιώθω ότι δουλεύουμε με συνέπεια και πίστη σε αυτό που κάνουμε. Πάντα, όμως, υπάρχει η σκέψη της Αθήνας.
Πήγα, λοιπόν, στην Αθήνα και είχα μια πολύ δυσάρεστη εμπειρία. Επίσης, θα έλεγα ότι είμαι σχεδόν προβληματική στο κομμάτι των δημόσιων σχέσεων κι εκεί πρέπει να ενταχθείς, να ανήκεις κάπου.
Έτσι, γύρισα πίσω πάρα πολύ απογοητευμένη. Οπότε, αποφάσισα ότι αν πρέπει να κάνω κάτι, θα το κάνω εδώ που νιώθω οικείο τον χώρο. Η Θεσσαλονίκη είναι το σπίτι μου, εδώ ζω όλη μου τη ζωή. Τους ξέρω τους ανθρώπους.
Καθόμουν στενοχωρημένη, με τη σκέψη ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Τότε, ένας φίλος με ταρακούνησε: «Γιατί δεν κάνεις κάτι;». Εν τω μεταξύ, μόλις είχε ξεκινήσει η κρίση και όλα τα θεατρικά εγχειρήματα περιορίζονταν σε έναν μονόλογο… Δεν μπορούσα να το κάνω αυτό. Αν είναι να κάνεις κάτι, σκέφτηκα, θα κάνεις τις «Τρεις Αδερφές».
Μέσα σε δέκα-δεκαπέντε μέρες δημιουργήσαμε έναν θίασο δέκα ατόμων, με νέα παιδιά από δω. Δουλέψαμε και κάναμε μια πολύ ωραία παράσταση, το 2011, στο Θέατρο Έξω από τα Τείχη.
Μετά, και λόγω της κρίσης φυσικά, άρχισε η γκρίνια. Με έπιασε, όμως, το πείσμα μου. Συνέχισα. Κάθε δυσκολία σαν να με παρακινούσε. Ανακοίνωσα στην ομάδα ότι θα σταματούσα, εκτός αν δημιουργούσαμε όλοι μαζί έναν χώρο. Εκεί που περίμενα μια αρνητική απάντηση, συμφώνησαν όλοι και δημιουργήθηκε το Θέατρο Τ.
Ξεκινήσατε από τη φιλολογία. Η θεατρολογία πώς προέκυψε στη ζωή σας;
Πολύ αργά θυμήθηκα ότι ο κόσμος του θεάματος με απασχολούσε πολύ κι ως παιδί.
Στο τρίτο έτος της φιλολογίας παρακολούθησα ένα μάθημα του Νικηφόρου Παπανδρέου και, ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι αυτό το πανεπιστήμιο θέλω! Κάτι συνέβη μέσα μου…
Ολοκλήρωσα τις σπουδές μου. Στη συνέχεια, έκανα το μεταπτυχιακό μου στη θεατρολογία, το οποίο εξελίχθηκε σε διδακτορικό. Στο πλαίσιο μιας εργασίας του μεταπτυχιακού, λοιπόν, βρέθηκα στην Πειραματική Σκηνή… κι έμεινα δέκα χρόνια!
Δέκα χρόνια στην Πειραματική Σκηνή, κάθε μέρα στις πρόβες. Μεγάλο σχολείο! Μετά δεν ήθελα να μπω σε κάποια σχολική αίθουσα, η ιδέα ότι θα διοριζόμουν με ζόριζε.
Ήμουν και τυχερή. Αν δεν υπήρχε το Τμήμα Θεάτρου, δεν ξέρω τι θα ‘κανα στη ζωή μου. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που επιβίωσα στο θέατρο, γιατί δεν βιοπορίζομαι από αυτό.
Στο θέατρο, όσον αφορά τη γλώσσα, κουβαλάτε την ιδιότητα της φιλολόγου;
Ναι, αλλά αυτό έχει να κάνει καθαρά με τη δική μου ευαισθησία για τη γλώσσα.
Τα παιδιά κάνουν πολλά λάθη όταν μιλούν. Τώρα, πια, τα μισά δεν τα καταλαβαίνω κιόλας. Δεν είναι, όμως, τόσο τα λάθη όσο οι πολλές άγνωστες λέξεις που έχουν. Εκεί σοκάρομαι!
Για να έχεις τόσες άγνωστες λέξεις, σημαίνει ότι δεν διαβάζεις. Κι αν διαβάζεις, δεν σταματάς για να αναζητήσεις την άγνωστη λέξη.
Συμβουλεύω τους φοιτητές μου να εκμεταλλεύονται τα χρόνια των σπουδών τους και να θέτουν ως στόχο να διαβάζουν ένα λογοτεχνικό βιβλίο τον μήνα. Με αυτόν τον τρόπο, θα βγουν από τη σχολή άλλοι άνθρωποι χωρίς να έχουν συνειδητοποιήσει πώς συνέβη.
Αναρωτιέμαι πώς να είναι ένα μάθημα θεατρολογίας… Πόσο διαφορετικό μπορεί να είναι, δηλαδή, από ένα συμβατικό πανεπιστημιακό μάθημα.
Αυτό εξαρτάται. Στις αρχές, τουλάχιστον, τα θεωρητικά μαθήματα του Τμήματος τα διδάσκαμε, σε μεγάλο βαθμό, άνθρωποι που είχαμε την εμπειρία του θεάτρου.
Ήταν μεγάλο πλεονέκτημα το γεγονός ότι ήμασταν άνθρωποι της πράξης. Χαίρομαι για τους απόφοιτούς μας.
Γιατί δεν επιλέξατε να ανεβείτε πάνω στη σκηνή, αλλά να βρίσκεστε κάτω από αυτήν;
Δεν ξέρω αν μου ταιριάζει ή όχι —με τα χρόνια, βέβαια, έχω αποκτήσει μια άποψη— αλλά νομίζω ότι είμαι πάρα πολύ ντροπαλή για να ανέβω στη σκηνή.
Ακόμα και στον χαιρετισμό μιας πρεμιέρας, αρχίζω να παραλύω όταν βλέπω τα μάτια να με κοιτούν.
Ποιο είναι το επόμενο σκηνοθετικό σας βήμα;
«Δυο γυναίκες χορεύουν», από τις 15 Μαΐου, του Καταλανού, Ζουζέπ Μαρία Μπενέτ ι Ζουρνέτ. Είναι ένα πολύ τρυφερό έργο για τον αποκλεισμό και τη μοναξιά.
Το πιο σημαντικό είναι ότι, μετά από τόσα χρόνια, θα συνεργαστώ ξανά με την Έφη Σταμούλη. Θέλαμε να κάνουμε μια δουλειά που, με έναν τρόπο, θα την ευχαριστηθούμε.

Διαβάζετε πολύ;
Διαβάζω πάρα πολύ, κυρίως θέατρο, και αναζητώ έργα για την επόμενη φορά. Στη Θεσσαλονίκη δεν μπορείς να κάνεις το έργο που θέλεις.
Καταρχάς, ένα έργο μπορεί να απαιτεί μεγάλο θίασο, που σημαίνει ότι δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε οικονομικά. Επίσης, μπορεί να περιλαμβάνει ηλικίες που δύσκολα βρίσκεις στο ελεύθερο θέατρο, καθώς σε αυτό παίζουν κυρίως νέα παιδιά.
Επομένως, πρέπει να αναζητώ έργα που να ταιριάζουν στο προφίλ του Τ, με το σωστό ηλικιακό καστ και τα οποία να μπορώ να διαχειριστώ. Καμιά φορά, οι δυσκολίες σε κάνουν ανθεκτικό. Περνάω μήνες διαβάζοντας και ψάχνοντας, αγοράζοντας…
Ταξιδεύοντας;
Είμαι λίγο του… αταξίδευτου! Αν έχω κάποιο κενό μετά από ένα επαγγελματικά φορτωμένο διάστημα, προτιμώ να μένω στο σπίτι. Μου αρέσει.
Κατασκοπεύοντας από την κλειδαρότρυπα, βλέπω το γραφείο σας. Ένα γραφείο, πάνω στο οποίο είναι στοιβαγμένα βιβλία και σημειωματάρια…
Δίπλα μου, υπάρχει πάντα ένα χαρτί και ένα μολύβι. Γράφω στον υπολογιστή, αλλά όταν με ζορίζει κάτι πρέπει να πιάσω το μολύβι…
Πώς επιτυγχάνεται η μετάβαση από την αποσύνδεση από μια θεατρική ομάδα στη σύνδεση με κάποια άλλη; Πρόβες, βράδια όλοι μαζί…
Αυτά τα βράδια δεν υπάρχουν πια, ο κόσμος έχει τόσες δουλειές… Βέβαια, εγώ αυτό το θέατρο έμαθα. Βγαίναμε από την πρόβα και πηγαίναμε κάπου όλοι μαζί· ήταν αυτό που μας έδενε, που μας έκανε ομάδα.
Δεν ξέρω πώς είναι για τους ηθοποιούς, αλλά για τους σκηνοθέτες είναι σημαντικό να περάσεις πάρα πολύ καλά σε μια δουλειά. Δεν είναι ίδιες όλες οι συνεργασίες. Κάποιες έχουν δυσκολίες, μπορεί να μην ταιριάζουν οι χημείες μας. Αυτό, σαφώς, δεν έχει να κάνει με την επιτυχία ή την αποτυχία μιας παράστασης. Επαγγελματίες είμαστε, μπορούμε να πορευτούμε και χωρίς αυτήν την προϋπόθεση.
Υπάρχουν, όμως, δουλειές στις οποίες περνάς πάρα πολύ καλά. Δεν εννοώ μόνο σε φιλικό επίπεδο, αλλά δημιουργικά καλά. Αυτές τις κρατάς για πάντα, δεν αποσυνδέεσαι ποτέ.
Μπορεί να μεσολαβήσουν χρόνια για να συναντήσεις τους συνεργάτες από εκείνη την εποχή, αλλά υπάρχει πάντα κάτι που σε συνδέει μαζί τους όταν τους δεις!
Κάπως έτσι, συνεχίσαμε να απολαμβάνουμε τον ελληνικό μας καφέ, αφήνοντας τα λόγια να κυλήσουν για λίγη ώρα ακόμη…