Ο έρωτας και η ανθρώπινη εξέλιξη
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ξαφνική έκδοση του theopinion.gr ΑΦΟΡΜΗ Ο Έρωτας
Ο έρωτας προφανώς δεν δύναται να διαβάζεται μονοδιάστατα. Αναμφίβολα, παραμένει ένα από τα σοβαρότερα ανθρώπινα αινίγματα.
ΣΑΒΒΑΣ ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗΣ, MARCH ENG & CEO ΤΗΣ ARXICON.COM
O έρωτας, αυτή η αρχέγονη κινητήριος δύναμη –μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ο θυμόσοφος λαός ισχυρίζεται πως με κάποιο τρόπο κινεί ακόμη και καράβι– γεννήθηκε πολύ πριν από την καταγραφή της ανθρώπινης ιστορίας, διαμορφώνοντας τελικά την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη μέσα στις χιλιετίες.
Από τις πρώτες οργανωμένες κοινωνίες, το σμίξιμο των κορμιών δεν αποτελούσε απλώς μια βιολογική ανάγκη επιβίωσης κόντρα στον αδυσώπητο χρόνο. Αντίθετα, αποκάλυπτε ταυτόχρονα μια βαθύτερη, αόρατη δόνηση που συνέδεε τον άνθρωπο με το παρατηρήσιμο σύμπαν.
Οι πρόγονοί μας διαισθάνονταν τη σαρκική ένωση και ως έναν ιερό παλμό, δένοντας αρμονικά τη μητέρα Γη με τον απέραντο Ουρανό.
Ο πολιτισμός που αναπτύχθηκε στη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο ταύτισε καταρχάς τη σαρκική επιθυμία κυρίως με την εφήμερη, γήινη εξουσία και τη θνητότητα.
Παράλληλα όμως, γεννήθηκε σταδιακά η αναζήτηση μιας ανώτερης, υπερβατικής εκδοχής. Θεότητες, όπως η Ιστάρ, ενσάρκωναν το έντονο πάθος αλλά και την απόλυτη πνευματική ανύψωση.
Ο άνθρωπος συνειδητοποίησε ότι το κορμί φθείρεται αμείλικτα, αλλά η αληθινή αγάπη πάλλεται αδιάκοπα, αγγίζοντας το άπειρο, αναζητώντας με ακατάπαυστο ρυθμό την αιώνια, λυτρωτική σύνδεση με το εντελώς άγνωστο και το όποιο μεγαλειώδες Θείο.
Στην αρχαία Ελλάδα, αυτός ο λεπτός διαχωρισμός έγινε φιλοσοφικό αξίωμα, κυρίαρχα μέσα από το έργο του Πλάτωνα. Εκεί, η σωματική έλξη περιγράφεται ως μια πρόσκαιρη ορμή που ικανοποιεί προσωρινά τις ανάγκες των θνητών. Στον αντίποδα, η ιδανική αγάπη ξεπερνά τη σάρκα, αποτελώντας τη μοναδική γέφυρα προς τον κόσμο των ιδεών. Αποτελούσε ένα φωτεινό ρεύμα που εξύψωνε την ψυχή, μετατρέποντας το στιγμιαίο πάθος σε μια αέναη, διαχρονική κίνηση προς την απόλυτη ομορφιά και την υπέρτατη αλήθεια των αξιών.
Με την έλευση των Αβρααμικών θρησκειών, ο υλικός πόθος τέθηκε υπό τον αυστηρό έλεγχο των ηθικών κανόνων της εποχής. Το φθαρτό σώμα θεωρήθηκε παροδικό, εγκλωβισμένο στο σχετικό και εφήμερο τώρα. Αναδείχθηκε ταυτόχρονα η απεριόριστη αφοσίωση προς τον Δημιουργό. Το «Άσμα Ασμάτων» προσπάθησε να μετουσιώσει το γήινο πάθος σε μία αλληγορία πνευματικής αγάπης, αγάπης στο πνεύμα. Η πίστη έγινε ένα πνευματικό εργαλείο, όπου η διαχρονική λατρεία προς τον Μεγάλο Αρχιτέκτονα αντικατέστησε την εφήμερη προσκόλληση στη σάρκα, προσφέροντας στην ανθρώπινη ψυχή μια ουσιαστική, αιώνια, βαθιά και καθαρή ανύψωση.
Στην Ανατολή, και ειδικά στις Ινδικές παραδόσεις, η φυσική ένωση θεωρήθηκε ένα απολύτως φυσιολογικό, βιολογικό στάδιο της ζωής.
Σε πλήρη αντίθεση, ο Βουδισμός διέκρινε την παγίδα της υλικής προσκόλλησης σε αυτό το σύντομο ταξίδι που ονομάζουμε ζωή. Προτάθηκε, λοιπόν, μια υπέρβαση προς ένα απεριόριστο άνοιγμα της ψυχής. Αυτή η ιδανική, πανανθρώπινη στοργή διαχέεται αθόρυβα στο σύμπαν, απελευθερώνοντας τον άνθρωπο από τα στενά δεσμά του ατομικού εγώ και οδηγώντας τον τελικά στην απόλυτη, φωτεινή, τέλεια και γαλήνια πνευματική ελευθερία.
Μέσα στον Ισλαμικό πολιτισμό, η παράδοση του Σουφισμού απέρριψε τη σαρκική επιθυμία των θνητών ως μια απλή, επίπεδη σκιά της αλήθειας. Ο ποιητής Ρουμί υπέδειξε πως το πραγματικό πάθος είναι μια διαρκής, μυστικιστική δόνηση που ταξιδεύει αιώνια προς το ιδανικό. Η έκσταση του δερβίση δεν αφορά καθόλου το γήινο σώμα, αλλά είναι ο χορός της ψυχής που συντονίζεται με την κοσμική συχνότητα της αγάπης, καταργώ-ντας πλήρως τα σύνορα ανάμεσα στο ατελές φυσικό περιβάλλον και το τέλειο άπειρο.
Γυρνώντας στη Δύση, στον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα, οι Ιππότες του Ναού και ο ιπποτικός τους κώδικας επιχείρησαν να γεφυρώσουν αυτές τις δύο ισχυρές τάσεις. Οι Σταυροφορίες, η πτώση της Πόλης και η επαφή με την Ανατολή έφεραν σε άμεση επαφή και αλληλεπίδραση όλες τις έως τότε τάσεις.
Ο σωματικός πόθος συχνά καταπιεζόταν σκόπιμα ή παρέμενε απόλυτα ανεκπλήρωτος. Έτσι, μετατρεπόταν σταδιακά σε μια εξιδανικευμένη αφοσίωση, γεμάτη ηθική αγνότητα.
Ο Δον Κιχώτης δεν αποζητούσε προφανώς απλώς την όποια σαρκική ικανοποίηση, αλλά βίωνε μια διαχρονική, σχεδόν θρησκευτική λατρεία, όπου για αυτόν η αγάπη λειτουργούσε ως μια ανώτερη πνευματική άσκηση για την απόλυτη τελείωση της δικής του ανθρώπινης ψυχής.
Η Αναγέννηση επανέφερε τον υλικό κόσμο στο προσκήνιο, δίνοντας ίση αξία στην παρούσα στιγμή του ανθρώπου. Η σαρκική ομορφιά έπαψε να θεωρείται ευτελής και υμνήθηκε ξανά ως το θεμέλιο της τέχνης. Παρόλα αυτά, η πνευματική διάσταση δεν χάθηκε. Για τους καλλιτέχνες, η φυσική αρμονία του σώματος λειτουργούσε ως οπτικοποίηση των θείων, αιώνιων αναλογιών. Η ύλη άρχισε να συνηχεί αρμονικά με το πνεύμα, φανερώνοντας πώς η αισθησιακή φύση μπορεί να αντανακλά ιδανικές, διαχρονικές και ύψιστες καθαρές ηθικές αξίες.
Με τον Ρομαντισμό, παρατηρείται μια ισχυρότατη, βίαιη σύγκρουση. Η απλή συζυγική δέσμευση, εγκλωβισμένη στους αυστηρούς κανόνες της εποχής, απορρίφθηκε ως εξαιρετικά πεζή. Ο κάθε ήρωας αναζητούσε μανιωδώς την απόλυτη ένωση, ένα σαρωτικό συναίσθημα που ξεπερνά τη λογική. Το πάθος μετατράπηκε σε καταιγίδα που διαλύει τη σωματική φθαρτότητα, προσπαθώντας απεγνωσμένα να αγγίξει το αιώνιο. Ακόμη και αν αυτός ο ορμητικός χείμαρρος οδηγούσε στην καταστροφή, θεωρήθηκε η μόνη γνήσια, αληθινή έκφραση της απόλυτης, ελεύθερης και αδάμαστης βαθιάς ανθρώπινης ψυχής μας.
Στη σύγχρονη εποχή, η ψυχανάλυση επιχείρησε να αποκωδικοποιήσει το φαινόμενο, περιορίζοντάς το στον αυστηρά βιολογικό άξονα. Ο Φρόιντ περιέγραψε την αγάπη ως μετουσίωση σωματικών ενορμήσεων, αποδομώντας θεωρητικά τον ρομαντικό μύθο. Όμως, η ψυχή αντιστέκεται σθεναρά στον ψυχρό υλισμό. Παρά την επιστημονική εξήγηση της χημείας των ορμονών, οι άνθρωποι συνεχίζουν να αποζητούν εκείνη τη βαθιά συνήχηση, ένα ιδανικό πεδίο διαχρονικής συμπόρευσης που δίνει ανώτερο, ουσιαστικό νόημα στις κοινές αξίες της καθημερινής, απαιτητικής γήινης συμβίωσης και πορείας όλων μας.
Στον εικοστό πρώτο αιώνα, τα ψηφιακά μέσα έχουν επιταχύνει τρομακτικά τις διαπροσωπικές επαφές. Η φυσική επιθυμία αναλώνεται πλέον με ταχύτατους ρυθμούς μέσα από εφήμερες, επιφανειακές συνδέσεις στις φωτεινές οθόνες. Η αμεσότητα έγινε καταιγιστική, ίσως σχεδόν αποξενωτική. Εντούτοις, λόγω ακριβώς αυτής της σύγχρονης ψηφιακής κόπωσης, η ανάγκη για ουσιαστική, διαχρονική ταύτιση γίνεται εντονότερη.
Ο άνθρωπος του σήμερα διψάει απεγνωσμένα για εκείνο το σταθερό, πνευματικό καταφύγιο που δεν φθίνει, αναζητώντας ακλόνητες αξίες που αντέχουν σθεναρά στον φρενήρη, ρέοντα, μοντέρνο ψηφιακό χρόνο.
Κοιτώντας πίσω σε αυτό το γραμμικό χρονοσυνεχές των δώδεκα χιλιετιών αυτού του πανανθρώπινου πολιτισμού, γίνεται απόλυτα σαφές πως το συναίσθημα λειτουργεί πάντοτε διττά. Αποτελεί τη βιολογική μας συνέχεια, την ασίγαστη επιθυμία που επιτρέπει στο είδος μας να επιβιώνει. Ταυτόχρονα, όμως, είναι η αόρατη δύναμη που μας ωθεί προς τις ύψιστες ιδανικές αξίες.
Αυτή η αιώνια ταλάντωση ανάμεσα στο πεπερασμένο κορμί και το άπειρο, το “αθάνατο” κυματομορφικό μας πνεύμα, συνθέτει την απόλυτη ομορφιά και τη μοναδική μαγεία της υπέροχης και ταυτόχρονα δραματικής και πολυσύνθετης ανθρώπινης φύσης μας.
Ο έρωτας προφανώς δεν δύναται να διαβάζεται μονοδιάστατα. Αναμφίβολα, παραμένει ένα από τα σοβαρότερα ανθρώπινα αινίγματα. Οφείλουμε να αγκαλιάσουμε ολοκληρωτικά τη φύση μας. Να ζούμε τις όποιες έντονες στιγμές πάθους, επιδιώκοντας διαρκώς, έστω και από ένστικτο, τον συντονισμό με το ιδανικό πεδίο, αυτό που μπορεί να μας οδηγήσει σε υψηλότερες αξίες.
Το πρόσκαιρο σμίξιμο γίνεται πιθανώς μια σταθερή αφετηρία για μια αληθινά δια-χρονική, τέλεια, αρμονική και απόλυτα «αθάνατη» συγχώνευση της κυματομορφικής μας διάστασης, μέσα στο αχανές και κοσμικό παρατηρήσιμο σύμπαν της χρονογραμμικής μας υπόστασης.