Γυναικοκτονία: Όρος, νόμος και πρόληψη – Με αφορμή το έγκλημα στην Κρήτη
Τι λέει ο δικηγόρος Νίκος Σαλπίστης στο The Opinion, με αφορμή μια ακόμη δολοφονία γυναίκας στη χώρα μας
Η δημόσια συζήτηση γύρω από τις γυναικοκτονίες επανέρχεται με ένταση κάθε φορά που ένα νέο περιστατικό συγκλονίζει την κοινωνία. Τα τελευταία χρόνια, ο όρος έχει περάσει δυναμικά στον δημόσιο λόγο, προκαλώντας αντιπαραθέσεις τόσο σε κοινωνικό όσο και σε νομικό επίπεδο.
Από τη μία πλευρά, αναδεικνύεται η ανάγκη να κατονομαστεί ένα συγκεκριμένο μοτίβο έμφυλης βίας από την άλλη, τίθενται ερωτήματα για το κατά πόσο η θεσμική του κατοχύρωση θα είχε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο δικηγόρος Νίκος Σαλπιστής μιλά στο TheOpinion και επιχειρεί να αποσαφηνίσει τις έννοιες, να διαχωρίσει τον δημόσιο λόγο από τη νομική πραγματικότητα και να μετατοπίσει τη συζήτηση εκεί όπου –όπως υποστηρίζει– βρίσκεται η ουσία: στην πρόληψη και στην έγκαιρη παρέμβαση.
Ο όρος «γυναικοκτονία» και η χρήση του
«Η γυναικοκτονία είναι όταν μια απλή ανθρωποκτονία τελείται σε βάρος μιας γυναίκας με κριτήριο ότι ήταν γυναίκα, αυτό είναι η γυναικοκτονία», σημειώνει χαρακτηριστικά, δίνοντας έναν σαφή και λειτουργικό ορισμό. Μέσα από αυτή τη διατύπωση αναδεικνύεται ότι ο όρος δεν αφορά απλώς το αποτέλεσμα –την αφαίρεση ζωής, αλλά το κίνητρο και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή συντελείται.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι, παρά τη σαφή κοινωνική του διάσταση, «νομικά δεν αντιμετωπίζει καμία διαφορά από την κοινή ανθρωποκτονία, ούτε υφίσταται διαφορετική ποινή». Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς διαχωρίζει το επίπεδο της κοινωνικής κατανόησης από εκείνο της νομικής κατηγοριοποίησης. Παρόλα αυτά, υπογραμμίζει ότι «είναι θεμιτό να χρησιμοποιείται ο όρος γυναικοκτονία στον δημόσιο λόγο, είναι ίσως και υποχρεωτικό καθώς είναι ένα φαινόμενο το οποίο δυστυχώς υφίσταται», αναγνωρίζοντας ότι η ονοματοδοσία ενός φαινομένου συμβάλλει στην ανάδειξη και κατανόησή του.
Ο κ. Σαλπιστής θέτει ένα σαφές όριο: «είναι διαφορετικό σκέλος ο ποινικός κώδικας». Όπως εξηγεί, η Ελλάδα εναρμονιζόμενη με τα υπόλοιπα κράτη της Ε Ε κινείται στη λογική της ίσης μεταχείρισης και όχι της ειδικής να κινηθεί στη λογική της «ίσης μεταχείρισης, όχι της ειδικής». «Δε θέλουμε μια ειδική μεταχείριση για τις γυναίκες, θέλουμε μια ίση», σημειώνει, τονίζοντας ότι η ποινική μεταχείριση πρέπει να βασίζεται στην αρχή της ισότητας και όχι στη δημιουργία ξεχωριστών κατηγοριών που ενδέχεται να αλλοιώσουν τη συνοχή του νομικού συστήματος.
Το νομικό σκέλος: Γιατί δεν αλλάζει κάτι με την καθιέρωση του όρου
Η συζήτηση για την ενσωμάτωση του όρου «γυναικοκτονία» στον Ποινικό Κώδικα επανέρχεται σχεδόν μετά από κάθε σοβαρό περιστατικό. Ο Νίκος Σαλπιστής τοποθετείται με σαφήνεια: «η απάντηση είναι και πρέπει να είναι όχι, δεν εξυπηρετεί τίποτα απολύτως η καθιέρωση του όρου γυναικοκτονία στον ποινικό μας κώδικα».
Αναλύοντας το σκεπτικό του, επισημαίνει ότι η ελληνική νομοθεσία ήδη προβλέπει την αυστηρότερη δυνατή ποινή για την ανθρωποκτονία εκ προθέσεως. «Ο ποινικός κώδικας έχει λύσει το θέμα, συνενοχικά με το 299 ΠΚ (ανθρωποκτονία εκ προθέσεως) που φέρει ποινή ισόβιας καθείρξεως και δε μπορούμε να πάμε βαρύτερα», τονίζει. Με άλλα λόγια, ακόμη και αν εισαγόταν ο όρος, δεν θα μπορούσε να επιφέρει ουσιαστική διαφοροποίηση ως προς την ποινή.
Παράλληλα, αναφέρεται σε υφιστάμενες διατάξεις που καλύπτουν επιβαρυντικές περιστάσεις. Το άρθρο 79 για την επιμέτρηση της ποινής και το άρθρο 82Α για εγκλήματα με ρατσιστικά χαρακτηριστικά παρέχουν ήδη το πλαίσιο για την αξιολόγηση του κινήτρου και των συνθηκών τέλεσης του εγκλήματος. «Ακόμα και το γεγονός ότι το θύμα δε μπορούσε να προστατέψει τον εαυτό του είναι στοιχείο που λειτουργεί σε βάρος του υπαίτιου», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι το ισχύον δίκαιο διαθέτει τα απαραίτητα εργαλεία.
Εκφράζει μάλιστα την ανησυχία του για τη σύνδεση της νομοθέτησης με τη συγκυρία. «Δεν θεωρώ ότι πρέπει ο ποινικός κώδικας να γίνεται έρμαιο των εξελίξεων», αναφέρει, φέρνοντας παραδείγματα από άλλες περιπτώσεις όπου η αυστηροποίηση των ποινών ακολούθησε μεγάλα γεγονότα. «Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Το πρώτο που πρέπει να ρωτήσουμε είναι πού στοχεύουμε και τι μπορούμε να πετύχουμε – στη προκειμένη περίπτωση τίποτα», επιμένει, απορρίπτοντας τη λογική των συμβολικών παρεμβάσεων.
Πρόληψη αντί για καταστολή
Πέρα από το νομικό επίπεδο, ο δικηγόρος μετατοπίζει το επίκεντρο της συζήτησης σε τρεις βασικές παραδοχές. «Ο ποινικός κώδικας δε λειτουργεί συμβολικά, το φιλελεύθερο Ποινικό Δίκαιο αποτελεί το ύστατο και εξαιρετικό καταφύγιο στο οποίο θα πρέπει να καταφεύγει η έννομη τάξη με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας και της επικουρικότητας», σημειώνει, υπογραμμίζοντας τον θεσμικό του ρόλο. Ταυτόχρονα, επισημαίνει ότι «έχει αποδειχθεί με έρευνες και στατιστικά ότι η αυστηροποίηση των ποινών δεν επηρεάζει την καταστολή του εγκλήματος», αμφισβητώντας την αποτελεσματικότητα της τιμωρητικής προσέγγισης ως μέσου αποτροπής.
Το τρίτο και σημαντικότερο σημείο, κατά τον ίδιο, είναι ότι «όλα κρίνονται μέχρι την τέλεση της πράξης». Με αυτή τη φράση συνοψίζει τη βασική του θέση: η πραγματική μάχη δίνεται πριν συμβεί το έγκλημα. «Αν κάτι θα μπορούσε πραγματικά να αλλάξει στην Ελλάδα και έχει αξία να αναφερθούμε σε αυτό, είναι η πρόληψη», τονίζει, θέτοντας το ερώτημα «τι πρέπει να κάνουμε για να μη φτάσουμε στη γυναικοκτονία».
Για να καταστήσει σαφές το επιχείρημά του, φέρνει ως παράδειγμα τη πρόσφατη υπόθεση στην Κρήτη. «Ο δράστης μερικά χρόνια πριν είχε σκάσει τα λάστιχα της παθούσας και είχε κάνει και άλλα σε βάρος της», αναφέρει, και διερωτάται: «οι αστυνομικές αρχές για αυτόν τον δράστη, ο οποίος είχε εγκληματήσει σε βάρος της παθούσας στο παρελθόν, και οι εισαγγελικές αρχές, τι έκαναν;». Μέσα από αυτό το ερώτημα αναδεικνύεται η σημασία της έγκαιρης παρέμβασης και της αξιολόγησης επικίνδυνων συμπεριφορών πριν αυτές κλιμακωθούν.
«Οι περισσότερες πράξεις γυναικοκτονίας έχουν υπόβαθρο», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι σπάνια πρόκειται για μεμονωμένα, αιφνίδια περιστατικά. «Για να μη φτάσουμε στη γυναικοκτονία, τι γίνεται πριν;», επιμένει, μεταφέροντας το βάρος της συζήτησης από την τιμωρία στην πρόληψη.
Οι αδυναμίες του συστήματος και η ανάγκη για συντονισμό
Αναφερόμενος στις δυνατότητες του κράτους, αναγνωρίζει ότι έχουν γίνει ορισμένα βήματα, όπως η εφαρμογή του panic button. Ωστόσο, θεωρεί ότι αυτά δεν επαρκούν χωρίς ένα συνολικό και συντονισμένο πλαίσιο. «Πρέπει συντονισμένα να βγουν τα ανάλογα πρωτόκολλα και οι ανάλογοι κανονισμοί για τη σωστή αντιμετώπιση περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας από τις αστυνομικές αρχές», τονίζει.
Το πρόβλημα, όπως επισημαίνει, είναι διαχρονικό: «είναι ένα θέμα που εννοείται πάσχουμε στην Ελλάδα». Η απουσία σαφών διαδικασιών, η ελλιπής εκπαίδευση και η καθυστέρηση στην αντίδραση μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικοί παράγοντες σε περιπτώσεις που εξελίσσονται επικίνδυνα.
Παράλληλα, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην εκπαίδευση και στην κοινωνική πρόληψη. «Πρέπει να λειτουργήσουμε προληπτικά σαν κράτος, να προστατεύσουμε τους νεότερους, να τους αποτρέψουμε δια της εκπαιδεύσεως από το να γίνουν μελλοντικοί κακοποιητές», σημειώνει. Η προσέγγιση αυτή μεταφέρει τη συζήτηση από την καταστολή στη διαμόρφωση στάσεων και συμπεριφορών ήδη από νεαρή ηλικία.
Όπως υπογραμμίζει, «για να φτάσουμε σε μια γυναικοκτονία έχει προηγηθεί η ενδοοικογενειακή βία». Η επισήμανση αυτή λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι τα σημάδια υπάρχουν και ότι η έγκαιρη αντιμετώπισή τους μπορεί να αποτρέψει την κλιμάκωση. «Πρέπει να λύνουμε το πρόβλημα από τη ρίζα», καταλήγει.
Η Ελλάδα και η ευρωπαϊκή πραγματικότητα
Το φαινόμενο της γυναικοκτονίας δεν περιορίζεται στα ελληνικά σύνορα. Όπως επισημαίνει, πρόκειται για ζήτημα που απασχολεί συνολικά την Ευρώπη, με περιστατικά να καταγράφονται σε πολλές χώρες. «Έχουμε μια ακόμα γυναικοκτονία που προστίθεται στις ήδη αρκετές στη χώρα μας αλλά και πανευρωπαϊκά», αναφέρει, υπογραμμίζοντας την έκταση του προβλήματος.
Ωστόσο, η αντιμετώπιση διαφοροποιείται. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τον ίδιο, επιδιώκει την εναρμόνιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση στη βάση της ισότητας και όχι της ειδικής ποινικής μεταχείρισης. Αυτό σημαίνει ότι η έμφαση δίνεται στη γενική προστασία όλων των πολιτών και όχι στη δημιουργία ξεχωριστών ποινικών κατηγοριών.
Παρά ταύτα, η ανάγκη για ουσιαστικές παρεμβάσεις παραμένει. Η ύπαρξη περιστατικών και η επανάληψή τους καταδεικνύουν ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο νομικό, αλλά βαθιά κοινωνικό και θεσμικό.
Η επίδραση των συγκλονιστικών γεγονότων στη δημόσια συζήτηση
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει και στον τρόπο με τον οποίο τα σοκαριστικά γεγονότα επηρεάζουν τη δημόσια κρίση. «Ένα τέτοιο πράγματι συνταρακτικό γεγονός δεν θα πρέπει να μας νοθεύει τη κρίση μας για τον νόμο», επισημαίνει, καλώντας σε ψύχραιμη προσέγγιση.
Η ένταση και η συναισθηματική φόρτιση που συνοδεύουν τέτοιες υποθέσεις είναι αναμενόμενες, όμως –όπως τονίζει– δεν πρέπει να οδηγούν σε βεβιασμένες αποφάσεις. «Με απλά λόγια, ενόψει αυτού του συμβάντος αλλά και παρελθοντικών, ανακύπτει το ζήτημα για το αν πρέπει να καθιερωθεί ο όρος γυναικοκτονία στον ποινικό μας κώδικα», ωστόσο η απάντηση παραμένει σταθερή: «όχι».

Ειδικές περιπτώσεις και νομικά όρια
Κλείνοντας, αναφέρεται σε πρακτικά ζητήματα που προκύπτουν σε συγκεκριμένες υποθέσεις. Για την περίπτωση της Κρήτης, επισημαίνει ότι «ο θύτης δεν ζει, οπότε και παύει η ποινική δίωξη», γεγονός που αναδεικνύει τα όρια της ποινικής δικαιοσύνης.
Όσον αφορά ενδεχόμενες αστικές αξιώσεις, διευκρινίζει ότι «εφόσον ο δράστης είναι ενήλικος δεν υπάρχει πρόσφορο έδαφος να διεκδικηθεί τίποτα». Η επισήμανση αυτή δείχνει ότι ακόμη και πέρα από το ποινικό σκέλος, οι δυνατότητες δικαίωσης είναι περιορισμένες σε ορισμένες περιπτώσεις.