Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και Ελλάδα – Η δοκιμασία των ορίων μεταξύ εθνικής και ενωσιακής εξουσίας

Το ελληνικό Σύνταγμα, ο Κανονισμός 2017/1939 και πολιτική πραγματικότητα σε μια σύγκρουση με θεσμικό βάθος

Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και Ελλάδα – Η δοκιμασία των ορίων μεταξύ εθνικής και ενωσιακής εξουσίας
ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI

Η αντιπαράθεση που έχει ανακύψει γύρω από την ανανέωση της θητείας των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων στην Ελλάδα, φέρνει στην επιφάνεια μια βαθύτερη ένταση που χαρακτηρίζει συνολικά το ευρωπαϊκό εγχείρημα, δηλαδή τη διαρκή διαπραγμάτευση μεταξύ εθνικής κυριαρχίας και υπερεθνικής ολοκλήρωσης. Η υπόθεση αυτή λειτουργεί ως ένας φακός μέσα από τον οποίο καθίσταται ορατό το πώς οι έννοιες της αρμοδιότητας, της νομιμότητας και της θεσμικής ισορροπίας αποκτούν διαφορετικό περιεχόμενο, ανάλογα με το επίπεδο στο οποίο εξετάζονται.

Η συζήτηση απέκτησε ιδιαίτερη ένταση μετά τις δημόσιες παρεμβάσεις της Ευρωπαίας Εισαγγελέως Λάουρα Κοβέσι, η οποία υποστήριξε τη νομιμότητα της παράτασης της θητείας Ελλήνων Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων με απόφαση του Κολλεγίου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καλώντας όποιον διαφωνεί να προσφύγει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η τοποθέτηση αυτή δεν περιορίστηκε σε μια νομική θέση, αλλά ενσωμάτωνε και ένα στοιχείο θεσμικής αυτοπεποίθησης, το οποίο εκλήφθηκε από ορισμένους ως ένδειξη ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διεκδικεί ευρύτερο πεδίο αρμοδιοτήτων από αυτό που της αναγνωρίζεται σε εθνικό επίπεδο.

Στον πυρήνα της διαφωνίας βρίσκεται η ερμηνεία του Κανονισμού 2017/1939, ο οποίος συγκρότησε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και καθόρισε τη δομή και τη λειτουργία της. Ο Κανονισμός προβλέπει ότι τα κράτη μέλη προτείνουν υποψηφίους για τη θέση των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων, οι οποίοι διορίζονται από το Κολλέγιο κατόπιν εισήγησης της Ευρωπαίας Γενικής Εισαγγελέως. Η πρόβλεψη αυτή είναι σαφής ως προς τον αρχικό διορισμό, δεν αποσαφηνίζει όμως με τον ίδιο τρόπο τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί για την ανανέωση της θητείας. Το ερμηνευτικό αυτό κενό δημιουργεί το έδαφος για δύο αντίθετες, αλλά εσωτερικά συνεκτικές, προσεγγίσεις.

Η εθνική οπτική – Συνταγματικές εγγυήσεις και θεσμική αυτονομία

Η πρώτη προσέγγιση εστιάζει στο ελληνικό συνταγματικό πλαίσιο και στη σημασία των εθνικών θεσμών για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Τα άρθρα 87 και 88 του Συντάγματος κατοχυρώνουν την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και αναθέτουν στα αρμόδια δικαστικά συμβούλια την ευθύνη για τις κρίσεις που αφορούν την υπηρεσιακή τους κατάσταση. Η αρμοδιότητα αυτή δεν έχει απλώς οργανωτικό χαρακτήρα, αλλά συνδέεται άμεσα με την ίδια τη θεμελίωση του κράτους δικαίου, καθώς εξασφαλίζει ότι οι δικαστικοί λειτουργοί δεν υπόκεινται σε εξωτερικές επιρροές.

Στο πλαίσιο αυτό, η ανανέωση της θητείας ενός Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα δεν αντιμετωπίζεται ως μια απλή διοικητική πράξη. Η απονομή δεύτερης θητείας συνεπάγεται εκ νέου αξιολόγηση της καταλληλότητας του λειτουργού και, κατά συνέπεια, προσεγγίζει λειτουργικά έναν νέο διορισμό. Από τη στιγμή που ο αρχικός διορισμός απαιτεί πρόταση από εθνικό όργανο, και συγκεκριμένα από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, η παράκαμψη αυτής της διαδικασίας δημιουργεί την εντύπωση ότι αφαιρείται από το εθνικό σύστημα μια κρίσιμη αρμοδιότητα.

Η ανησυχία που εκφράζεται από αυτή τη σκοπιά δεν περιορίζεται στη συγκεκριμένη υπόθεση. Επεκτείνεται στο ενδεχόμενο δημιουργίας ενός προηγούμενου, το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει τη μελλοντική ισορροπία μεταξύ εθνικών και ευρωπαϊκών θεσμών. Αν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποκτήσει τη δυνατότητα να ανανεώνει μονομερώς τις θητείες των εντεταλμένων εισαγγελέων, τότε θα έχει, στην πράξη, σημαντική επιρροή στη σύνθεση ενός σώματος που λειτουργεί εντός της εθνικής Δικαιοσύνης.

Η διάσταση αυτή καθίσταται ακόμη πιο ευαίσθητη αν ληφθεί υπόψη το άρθρο 86 του Συντάγματος, το οποίο ρυθμίζει την ποινική ευθύνη των μελών της κυβέρνησης και εισάγει ειδικές διαδικασίες για την άσκηση δίωξης. Η ύπαρξη τέτοιων διατάξεων δείχνει ότι το ελληνικό συνταγματικό σύστημα επιφυλάσσει συγκεκριμένες εγγυήσεις για υποθέσεις με πολιτική διάσταση, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα προσεκτική την ενσωμάτωση υπερεθνικών μηχανισμών δίωξης.

Η ενωσιακή οπτική – Υπεροχή δικαίου και λειτουργική συνοχή

Η δεύτερη προσέγγιση ξεκινά από τη λογική της ενωσιακής έννομης τάξης και από την αρχή της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου. Η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ειδικότερα στην ενισχυμένη συνεργασία για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας συνεπάγεται την αποδοχή ενός πλαισίου στο οποίο ορισμένες αρμοδιότητες ασκούνται σε υπερεθνικό επίπεδο.

Ο Κανονισμός 2017/1939, ως πράξη άμεσα εφαρμοστέα, δεσμεύει τα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται μεταφορά του στο εθνικό δίκαιο. Η εφαρμογή του δεν εξαρτάται από την εκάστοτε εθνική νομοθεσία, γεγονός που ενισχύει την ομοιομορφία και την αποτελεσματικότητα του θεσμού. Στο πλαίσιο αυτό, η ανανέωση της θητείας των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων μπορεί να θεωρηθεί ως ζήτημα εσωτερικής οργάνωσης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, το οποίο εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Κολλεγίου της.

Η ανάγκη διασφάλισης της συνέχειας των ερευνών αποτελεί βασικό επιχείρημα υπέρ αυτής της ερμηνείας. Οι υποθέσεις που χειρίζεται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι συχνά πολύπλοκες, με διασυνοριακό χαρακτήρα και σημαντικό οικονομικό αντικείμενο. Η αντικατάσταση των εισαγγελέων που τις χειρίζονται θα μπορούσε να οδηγήσει σε καθυστερήσεις και να επηρεάσει την ποιότητα των ερευνών. Η δυνατότητα ανανέωσης της θητείας σε ευρωπαϊκό επίπεδο θεωρείται, επομένως, αναγκαία για τη διασφάλιση της λειτουργικής συνοχής του θεσμού.

Η προσέγγιση αυτή ενισχύεται και από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει ότι η αποτελεσματική εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για τη λειτουργία της Ένωσης. Σε περιπτώσεις σύγκρουσης, η τάση είναι να προκρίνεται η ερμηνεία που διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών κανόνων.

Η ελληνική εφαρμογή – Ο νόμος 4786/2021 και η πρακτική ουσία της έντασης

Η ελληνική έννομη τάξη επιχείρησε να ενσωματώσει το ενωσιακό πλαίσιο με τον νόμο 4786/2021, ο οποίος ρυθμίζει την εφαρμογή του Κανονισμού 2017/1939 σε εθνικό επίπεδο. Ο νόμος καθορίζει τα προσόντα και τη διαδικασία επιλογής των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων, καθώς και το καθεστώς άσκησης των καθηκόντων τους, δημιουργώντας ένα σύστημα στο οποίο οι ίδιοι λειτουργοί υπάγονται τόσο στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όσο και στην εθνική Δικαιοσύνη.

Η ύπαρξη αυτού του διπλού καθεστώτος αναδεικνύει και τις δυσκολίες που προκύπτουν όταν δύο έννομες τάξεις επιχειρούν να συνυπάρξουν. Ενώ ο Κανονισμός παρέχει το γενικό πλαίσιο, η πρακτική εφαρμογή του εξαρτάται από τις εθνικές διαδικασίες. Όταν προκύπτουν ζητήματα που δεν έχουν ρυθμιστεί με σαφήνεια, όπως η ανανέωση της θητείας, το βάρος μεταφέρεται στην ερμηνεία και στη θεσμική πρακτική.

Η ένταση που δημιουργείται δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εκδηλώνεται. Οι υποθέσεις που έχει αναλάβει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στην Ελλάδα, όπως εκείνες που σχετίζονται με το δυστύχημα των Τεμπών και με ζητήματα που αφορούν τον ΟΠΕΚΕΠΕ, έχουν αυξήσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και έχουν προσδώσει στη διαμάχη ιδιαίτερη σημασία. Η εμπλοκή πολιτικών προσώπων και η αναφορά σε ζητήματα διαφθοράς εντείνουν την ανάγκη για θεσμική σαφήνεια, αλλά ταυτόχρονα καθιστούν δυσκολότερη την επίτευξη συναίνεσης.

Η ελληνική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι επιθυμεί να διευκολύνει το έργο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αναγνωρίζοντας τη σημασία της για την προστασία των ευρωπαϊκών πόρων και την ενίσχυση της διαφάνειας. Η θέση αυτή συνοδεύεται από την επισήμανση ότι η συνεργασία πρέπει να κινείται εντός των ορίων της συνταγματικής νομιμότητας. Η ισορροπία αυτή είναι εύθραυστη, καθώς απαιτεί ταυτόχρονα την αποδοχή της ευρωπαϊκής αρμοδιότητας και τη διαφύλαξη των εθνικών εγγυήσεων.

Από την άλλη πλευρά, οι δημόσιες τοποθετήσεις της Ευρωπαίας Εισαγγελέως έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση ενός κλίματος έντασης, ιδίως όταν συνοδεύονται από αξιολογικές κρίσεις για εθνικούς θεσμούς ή για υποθέσεις που βρίσκονται ακόμη υπό διερεύνηση. Η δυναμική αυτή ενισχύει την αντίληψη ότι η σύγκρουση δεν αφορά μόνο την ερμηνεία των κανόνων, αλλά και την ευρύτερη σχέση μεταξύ ελέγχου της εξουσίας και θεσμικής αυτονομίας.

Η αντιπαράθεση γύρω από την ανανέωση της θητείας των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων αποτελεί μια χαρακτηριστική περίπτωση όπου το δίκαιο και η πολιτική αλληλεπιδρούν με τρόπο που δεν επιτρέπει εύκολες απαντήσεις. Από τη μία πλευρά, το ενωσιακό δίκαιο επιδιώκει την ομοιομορφία και την αποτελεσματικότητα. Από την άλλη, το εθνικό συνταγματικό πλαίσιο προστατεύει την αυτονομία των θεσμών και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Η τελική έκβαση της υπόθεσης θα εξαρτηθεί από το πώς θα ερμηνευθεί το ερμηνευτικό κενό του Κανονισμού 2017/1939 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ελληνικού Συντάγματος και τις ρυθμίσεις του νόμου 4786/2021. Είτε μέσω δικαστικής κρίσης είτε μέσω θεσμικού συμβιβασμού, η υπόθεση αυτή θα λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς για τον τρόπο με τον οποίο θα διαμορφωθεί στο μέλλον η σχέση μεταξύ εθνικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Η σημασία της υπερβαίνει την ίδια την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Αγγίζει τον πυρήνα του ερωτήματος για το πώς μπορεί να συνδυαστεί η ανάγκη για κοινή δράση σε ευρωπαϊκό επίπεδο με τον σεβασμό των ιδιαίτερων θεσμικών χαρακτηριστικών κάθε κράτους. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, διαμορφώνεται σταδιακά ένα νέο ισοζύγιο εξουσίας, το οποίο δεν προκύπτει μόνο από κανόνες, αλλά και από την πρακτική εφαρμογή τους.