Ελληνικά κοσμήματα: Μεράκι και εξωστρέφεια κόντρα στις δυσκολίες

Παράγοντες της αγοράς αναδεικνύουν έναν κλάδο γεμάτο δημιουργικότητα αλλά και απτές προκλήσεις

Ελληνικά κοσμήματα: Μεράκι και εξωστρέφεια κόντρα στις δυσκολίες
Κοσμηματοπωλείο (Χρήστος Μπόνης/Eurokinissi)

Προϊόντα με βαθιές ρίζες στην τοπική κουλτούρα, με διακριτή ταυτότητα, με τεράστια ιστορία. Ο λόγος για τα ελληνικά κοσμήματα, πίσω από τα οποία κρύβεται ένας βιοτεχνικός κλάδος ανθεκτικός στις κρίσεις και ιδιαίτερα εξωστρεφής.

Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη κλαδική έρευνα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθηνών για τις μικρές επιχειρήσεις, η ελληνική αργυροχρυσοχοΐα «διατηρεί ισχυρή δημιουργική και εμπορική ταυτότητα, συνδυάζοντας την παράδοση της κατασκευής με τις σύγχρονες εμπορικές απαιτήσεις».

Στο report της έρευνας παρουσιάζονται μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία για τον κλάδο:

  • η συνολική παραγωγή κοσμημάτων στην Ελλάδα το 2023 έφτασε τα 51 εκ. ευρώ
  • η λιανική πώληση ρολογιών και κοσμημάτων αυξήθηκε κατά 0,9% το 2025 έναντι του 2024, διατηρώντας σταθερά επίπεδα δραστηριότητας
  • ο κλάδος παρουσιάζει έντονη εποχικότητα, λόγω της εξάρτησής του και από τον τουρισμό, με το ΄Γ τρίμηνο να αποτελεί το ισχυρότερο σημείο δραστηριότητας τόσο το 2024 όσο και το 2025. Επίσης, η πίεση στην αγοραστική δύναμη των Ευρωπαίων τουριστών, λόγω των γεωπολιτικών και οικονομικών εξελίξεων, επηρέασε αρνητικά τις πωλήσεις του κλάδου, οδηγώντας σε αγορές χαμηλότερης αξίας
  • οι εισαγωγές κοσμήματος στην Ελλάδα διαμορφώθηκαν σε 92 εκ. ευρώ το 2023 και προβλέπεται να υποχωρήσουν στα 69 εκ. ευρώ έως το 2028 (μέσος ετήσιος ρυθμός εισαγωγών -4,6%)
  • οι ελληνικές εξαγωγές κοσμημάτων προβλέπεται να αυξηθούν οριακά, φτάνοντας τα 46 εκ. ευρώ έως το 2028 (μέσος ετήσιος ρυθμός εξαγωγών +0,4%)
  • η τιμή του χρυσού σημείωσε σημαντική αύξηση, από 950 ευρώ/oz το 2010 σε περίπου 1.700 ευρώ/oz το 2022 (+79%). Για το 2026 εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 4.000 €/oz αντίστοιχα στο ασήμι, σημειώθηκε αύξηση τιμής αργύρου από περίπου 15,5 ευρώ/oz το 2010 σε περίπου 20 ευρώ/oz το 2022 (περίπου +29%). Για το 2026 εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε πάνω από τα 60 ευρώ/oz
  • πάνω από το 86% των ερωτηθέντων υποστηρίζει ότι η αύξηση των τιμών πολύτιμων μετάλλων έχει επηρεάσει την επιχείρησή τους
  • μεγάλο ποσοστό των επιχειρήσεων (60%) δεν δραστηριοποιείται στο ηλεκτρονικό εμπόριο, εκ των οποίων μόνο το 23% να δηλώνει ότι είναι στα μελλοντικά σχέδια τους.

Ελληνικά προϊόντα με ρίζες 6.000 ετών

Τη μεγάλη βαρύτητα της αργυροχρυσοχοΐας για την οικονομία επιβεβαιώνει ο Πέτρος Καλπακίδης, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Βιοτεχνών Αργυροχρυσοχόων Κοσμηματοπωλών Ωρολογοπωλών (ΠΟΒΑΚΩ).

«Διαχρονικά ο κλάδος μας ήταν σε καλή θέση στην Ελλάδα, κι αυτό γιατί το κόσμημα είναι ένα παραδοσιακό προϊόν που χαρακτηρίζει την ελληνική αγορά», δηλώνει στο TheOpinion. «Μην ξεχνάμε ότι η ιστορία του κοσμήματος στον τόπο μας ξεκινά εδώ και περίπου 6.000 χρόνια. Είναι ένα αντικείμενο που είναι συνυφασμένο με την παράδοση και την κουλτούρα του Έλληνα.

» Επίσης, βοηθά πολύ την οικονομία μας, γιατί το 50% και πλέον της παραγωγής πάει μέσω του τουρισμού στο εξωτερικό. Άρα, βοηθά και τις εξαγωγές μας. Και αν υπολογίσουμε ότι πάνω στο κόσμημα εκφράζεται η κουλτούρα και ο πολιτισμός της Ελλάδος, τότε αποτελεί και πρεσβευτή της ιστορίας μας προς το εξωτερικό, μέσω των τουριστών».

Φυσικά, οι πιο τουριστικοποιημένες περιοχές είναι αυτές στις οποίες υπάρχει περισσότερη αγοραστική κίνηση. Τα σκήπτρα στον τουρισμό, άρα και στις πωλήσεις, κρατούν τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, οι Κυκλάδες, η Κρήτη και τα Δωδεκάνησα, μαζί με την Αθήνα.

Στη Θεσσαλονίκη, όπου οι τουρίστες είναι λιγότεροι και ως επί το πλείστον με χαμηλότερα βαλάντια, η κατάσταση είναι πιο υποτονική. Παρόλα αυτά, και εδώ υπάρχει μία κινητικότητα τα τελευταία χρόνια λόγω του εισερχόμενου οδικού τουρισμού από τα Βαλκάνια.

Όταν η παράδοση συναντά το συναίσθημα

Σε ότι αφορά την εσωτερική κατανάλωση, η οικονομική κρίση της περασμένης δεκαετίας είχε αφήσει σαφώς το αποτύπωμά της, ωστόσο το κόσμημα άντεξε λόγω του ότι είναι αναπόσπαστο στοιχείο σε πολλές θρησκευτικές και κοινωνικές τελετές των Ελλήνων, από τις βέρες και τους σταυρούς μέχρι τα κωνσταντινάτα φυλαχτά και τα μονόπετρα αρραβώνα.

«Όπως και να το κάνουμε, το κόσμημα είναι πάντα κόσμημα. Έχει άλλη βαρύτητα», μας λέει η Μαρία Παλουκίδου, ιδιοκτήτρια κοσμηματοπωλείου στην Παναγία Φανερωμένη με εμπειρία δεκαετιών στον χώρο. «Σίγουρα δεν ζούμε τις παλιές, καλές εποχές, που ο κόσμος αγόραζε κόσμημα… για ψύλλου πήδημα, αλλά κάποιες σταθερές παραμένουν. Δεν μπορείς να κάνεις βάφτιση χωρίς σταυρό, ας πούμε, ή πρόταση γάμου χωρίς κάποιο δαχτυλίδι. Και μην ξεχνάμε κάποιες περιστάσεις πιο… συναισθηματικές, όπως μια επέτειος ή ένα δώρο για νεογέννητο. Εκεί ένα κόσμημα έχει πάντα τη βαρύτητά του».

Κοσμηματοπωλείο
Κοσμηματοπωλείο (Eurokinissi)

Κόσμημα, υπενθυμίζει ο πρόεδρος της ΠΟΒΑΚΩ, δεν είναι μόνο ό,τι φοράμε πάνω μας. «Κόσμημα θεωρείται για εμάς και μία ασημένια φρουτιέρα ή μια εξάδα ασημένια κουταλάκια», λέει. «Ομολογουμένως, η πώληση τέτοιων αντικειμένων έχει περιοριστεί πολύ, αφού οι περισσότεροι έχουμε κληρονομήσει ούτως ή άλλως πολλά τέτοια από γονείς, παππούδες κτλ. Βλέπουμε ότι ο κόσμος προσπαθεί να τα πουλήσει ή να τα χαρίσει, αλλά προσωπικά πιστεύω ότι, όπως όλα τα πράγματα στη ζωή, κάποια στιγμή θα κάνει και αυτό τον κύκλο του και θα εκτιμηθεί ξανά η κομψότητα και η αισθητική τους».

Προϊόντα πολυτελείας αλλά με λιγότερα καράτια

Ο κ. Καλπακίδης επιβεβαιώνει ότι το «μπαμ» σε γάμους και βαπτίσεις μετά την πανδημία αναζωογόνησε τον κλάδο. Παρόλα αυτά, η μεγάλη αύξηση κόστους σε χρυσό και ασήμι μειώνει σημαντικά το περιθώριο κέρδους για τους αργυροχρυσοχόους. Τελικά, το κόστος μετακυλίεται στην τελική τιμή πώλησης των προϊόντων, με αποτέλεσμα να πλήττονται και οι καταστηματάρχες. Σύμφωνα με το συνομιλητή μας, μόνο τα τελευταία τρία χρόνια, ο χρυσός σημείωσε αύξηση πάνω από 100%, αφού από 40.000-50.000 ευρώ/κιλό έφτασε να κοστίζει σήμερα 115.000 ευρώ/κιλό. Υπό αυτές τις συνθήκες, κάποια εργαστήρια φτιάχνουν πλέον τα κοσμήματα με μικρότερη περιεκτικότητα σε χρυσό, προκειμένου να ρίξουν το κόστος

Επίσης, όπως σε κάθε βιοτεχνικό κλάδο, «αγκάθι» είναι και εδώ το ενεργειακό – λειτουργικό κόστος, αλλά και η πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό.

Υπάρχει, όμως, και μία επιπλέον επιβάρυνση που άλλοι κλάδοι δεν έχουν: ο φόρος πολυτελείας στα κοσμήματα, που ανέρχεται στο 10% της αξίας τους. Πρόκειται για μνημονιακό μέτρο που βρίσκεται σε ισχύ από το 2010 και δεν έχει ακόμα καταργηθεί. Αφορά κοσμήματα αξίας 1.000 ευρώ και άνω προ ΦΠΑ.

«Όταν η τιμή του χρυσού είναι 115.000/κιλό, αυτό σημαίνει ότι η τιμή του γραμμαρίου είναι 115 ευρώ. Με τέτοια τιμή πρώτης ύλης, συν το κόστος εργασίας, δεν είναι και ιδιαίτερα δύσκολο να ξεφύγει η τιμή ενός τεμαχίου και να φτάσει να πωλείται πάνω από 1.000 ευρώ τελική τιμή», σχολιάζει ο κ. Καλπακίδης. «Έχουμε κατ’ επανάληψη ζητήσει να εξαιρεθούν τα κοσμήματα από τον φόρο, αλλά μέχρι στιγμής δεν υπήρξε ανταπόκριση. Δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό υπέρ της Τουρκίας, γιατί στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου οι καταναλωτές προτιμούν να περάσουν απέναντι με τα ημερόπλοια, για να ψωνίσουν πιο φτηνά κοσμήματα από εκεί, παρά να αφήσουν τα χρήματά τους στα ελληνικά καταστήματα».

Ανταγωνισμός δημιουργείται και από την εισαγωγή κοσμημάτων, κυρίως από την Κίνα. Παρόλο που τα στοιχεία του ΒΕΑ δείχνουν σταδιακή υποχώρηση των εισαγωγών, χιλιάδες τόνοι τέτοιων κοσμημάτων εξακολουθούν να κατακλύζουν την ελληνική αγορά. Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση, οι Έλληνες δημιουργοί περνούν στην αντεπίθεση με «όπλα» την ιδιαιτερότητα σε σχέδια και τεχνικές, την έμφαση στην ποιότητα και την καλύτερη προώθηση των προϊόντων τους.

Με αυτήν την αφορμή, ο κ. Καλπακίδης παροτρύνει το αγοραστικό κοινό να ψωνίζει όσο μπορεί ελληνικά κοσμήματα, επιλέγοντας πιστοποιημένα καταστήματα που είναι μέλη συλλόγων ενταγμένων στην ΠΟΒΑΚΩ.

Η άυλη πολιτιστική κληρονομιά των Ιωαννίνων

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της τεράστια παράδοσης που κουβαλά η χώρα μας στο σχεδιασμό και την κατασκευή κοσμημάτων έρχεται από τα Ιωάννινα και την περίφημη γιαννιώτικη αργυροτεχνία. Η λαϊκή αυτή τέχνη, που μετρά αιώνες ζωής, απειλείται από την έλλειψη ικανών μαστόρων, την αδιαφορία της πολιτείας και τις σύγχρονες στιλιστικές και διακοσμητικές τάσεις, που δεν αφήνουν χώρο σε πιο «παλιακές» τεχνοτροπίες.

Αργυρά σκεύη στο Δημοτικό Λαογραφικό Μουσείο Ιωαννίνων
Αργυρά σκεύη στο Δημοτικό Λαογραφικό Μουσείο Ιωαννίνων (Τατιάνα Μπόλαρη/Eurokinissi)

«Από την κεντρική πολιτεία δεν έχουν υπάρξει μέτρα στήριξης», μεταφέρει ο συνομιλητής μας, όμως γίνονται προσπάθειες σε τοπικό επίπεδο από τον δήμο, το πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και φυσικά από την Ομοσπονδία μας. Από πρόπερσι, η γιαννιώτικη αργυροτεχνία έχει μπει στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας. Επίσης, ο μήνας Μάιος έχει ανακηρυχθεί Μήνας της Γιαννιώτικης Αργυροτεχνίας, με πρωτοβουλία του δήμου και τοπικούς φορείς. Επιπλέον, στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, στο Τμήμα Εικαστικών Τεχνών, έχουν ενταχθεί τέσσερα μαθήματα επιλογής πάνω στην αργυροτεχνία, που έχουν προσελκύσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τους φοιτητές».

Η φυσική επαφή ακόμα μετράει

Ζητάμε από τον κ. Καλπακίδη να σχολιάσει το χαμηλό ποσοστό επαγγελματιών που επενδύουν στο ηλεκτρονικό εμπόριο. Ο ίδιος το αποδίδει στη φύση του προϊόντος. «Το eshop ίσως να λειτουργεί σε προϊόντα κάπως πιο τυποποιημένα και οικονομικά. Στα πιο ακριβά και πολύτιμα αντικείμενα, όπως τα κοσμήματα, ο καταναλωτής θέλει να έρθει σε κοντινή επαφή, να τα εξετάσει, να εμπιστευτεί τον πωλητή και να λύσει όλες τις απορίες του. Αυτά δεν μπορεί να τα υποκαταστήσει κανένας υπολογιστής και καμία οπτική ίνα».

Η κ. Παλουκίδου ανήκει στη μειοψηφία –πάντα βάσει της έρευνας– που επένδυσε στη δημιουργία ηλεκτρονικού καταστήματος, και μάλιστα εδώ και εννιά χρόνια, πριν το «φούσκωμα» του ηλεκτρονικού εμπορίου από την πανδημία. Θεωρεί ότι η παρουσία της στο διαδίκτυο ταιριάζει με το κοινό στο οποίο απευθύνεται, αφού ανέκαθεν το μαγαζί της στόχευε σε καταναλωτές από ολόκληρη την πόλη ή και την Ελλάδα και όχι μόνο στη γειτονιά.

«Από την προσωπική μου επαφή με επαγγελματίες του digital marketing, εγώ βλέπω την αντίθετη εικόνα, ότι όλο και περισσότεροι συνάδελφοι επενδύουν στη διαδικτυακή τους παρουσία. Έχει φουντώσει για τα καλά ο ανταγωνισμός και online», υποστηρίζει. «Φυσικά, πάντα είναι καλό να υπάρχει και φυσικό κατάστημα, να υπάρχει η επαφή από κοντά. Δημιουργεί μια ασφάλεια στον καταναλωτή. Όμως, στην εποχή μας, που όλοι έχουμε χίλιες δυο υποχρεώσεις, είναι μεγάλο προσόν να δίνεις στον πελάτη τη δυνατότητα να ψάξει από το σπίτι του τι τον ενδιαφέρει και να έρθει μέχρι το μαγαζί μόνο για την τελική επιλογή. Πιστέψτε με, κι εγώ ως πελάτισσα ακριβώς το ίδιο κάνω!».