23/52: Συνδέοντας τα Πανεπιστήμια με την Αγορά (2)

Ο ρόλος των τεχνοβλαστών

23/52: Συνδέοντας τα Πανεπιστήμια με την Αγορά (2)
ΑΠΕ-ΜΠΕ

Στο προηγούμενο σημείωμα μιλήσαμε για κάποιες επωφελείς απλουστεύσεις στη λειτουργία των ΕΛΚΕ όταν διαχειρίζονται ιδιωτικό χρήμα — πώς θα μπορούσε η συνεργασία ενός ιδιώτη με τον ΕΛΚΕ να μην οδηγήσει στην εμπλοκή με τις βαριές διαδικασίες του δημόσιου λογιστικού, των δημόσιων συμβάσεων, των προσλήψεων μέσω ΑΣΕΠ ή των περιορισμών στις αμοιβές που έχει το Δημόσιο. Σήμερα θα δούμε μαζί έναν άλλο θεσμό που έχει δημιουργηθεί για να μπορεί να διαχέεται το αποτέλεσμα της πανεπιστημιακής έρευνας στην αγορά: τους τεχνοβλαστούς.

Τι είναι οι τεχνοβλαστοί; Είναι εταιρείες που συστήνουν οι πανεπιστημιακοί, με την ευλογία του Πανεπιστημίου, για να αξιοποιήσουν εμπορικά τα αποτελέσματα της έρευνάς τους (τεχνοβλαστοί μπορούν να προκύψουν και από άλλα ερευνητικά κέντρα, όμως για λόγους απλότητας εδώ περιοριζόμαστε στα πανεπιστήμια). Αφού συσταθούν, λειτουργούν κανονικά σαν εταιρείες ιδιωτικού δικαίου και τα πανεπιστήμια λαμβάνουν ως έσοδο ένα μέρος από το προϊόν της εμπορικής εκμετάλλευσης, είτε με σύμβαση που έχουν κάνει οι τεχνοβλαστοί με το πανεπιστήμιο, είτε επειδή το ίδιο το πανεπιστήμιο κατέχει κάποιες μετοχές τους. Στους τεχνοβλαστούς αναμένεται να επενδύσουν angel investors και venture funds, ενώ γενικότερα προσδοκάται ότι η αναμενόμενη αξιοποίηση του ερευνητικού αποτελέσματος που έχει παραγάγει το πανεπιστήμιο θα προσελκύσει κεφάλαια. Ο νόμος, επιδιώκοντας να τονίσει πόσο σημαντική είναι η αξιοποίηση της πανεπιστημιακής έρευνας στην αγορά, ορίζει ότι η συμμετοχή πανεπιστημιακών σε τεχνοβλαστούς επηρεάζει (προφανώς θετικά) και την αξιολόγησή τους.

Όμως οι τεχνοβλαστοί δεν έχουν «πιάσει». Σε όλη τη χώρα έχουν ιδρυθεί λιγότεροι από 50 όλοι κι όλοι, και από το ΑΠΘ έχουν προκύψει λίγο περισσότεροι από 20. Μάλιστα, οι περισσότεροι τεχνοβλαστοί είχαν συσταθεί πριν το 2021, όταν και ψηφίστηκε το νομοθετικό καθεστώς που τους διέπει σήμερα. Για ποιον λόγο, όμως, ένας θεσμός που απλοποιεί, κατ’ αρχήν, τις σχέσεις αγοράς και πανεπιστημίου δεν άνθησε; Τι είναι αυτό που εμποδίζει αγορά και έρευνα να έρθουν κοντά, αξιοποιώντας τους τεχνοβλαστούς ως εργαλεία;

Το πρώτο ζήτημα που βλέπει κανείς, με γυμνό μάτι, είναι ότι, για να συσταθεί ένας τεχνοβλαστός, πρέπει να αποφασίσει ένα όργανο (πρυτανικό συμβούλιο), να γνωμοδοτήσουν άλλα (Επιτροπή Ερευνών, Γραφείο Μεταφοράς Τεχνολογίας), και ουσιαστικά να υποβληθούν και να εγκριθούν μελέτες βιωσιμότητας από κρατικούς υπαλλήλους. Ο πανεπιστημιακός που έχει κάνει σημαντική πρόοδο και έχει ένα αποτέλεσμα εμπορεύσιμο δεν πρέπει να πείσει την αγορά, αλλά πρώτα πρέπει να πείσει υπαλλήλους (και στη συνέχεια το πρυτανικό συμβούλιο) για τη βιωσιμότητα της επένδυσης και τη σκοπιμότητα να ιδρυθεί ένας τεχνοβλαστός. Και μετά υπάρχει ένας συνδυασμός ρυθμίσεων, χωρίς κάποια τυποποίηση, για τον τρόπο συνεργασίας του τεχνοβλαστού με το πανεπιστήμιο: καταβολή πνευματικών δικαιωμάτων εφάπαξ ή επ’ αόριστον με απροσδιόριστο ποσοστό, πιθανή συμμετοχή του πανεπιστημίου στο εταιρικό κεφάλαιο του τεχνοβλαστού, όλα αυτά να αποφασίζονται χωρίς κάποια εκ των προτέρων καθορισμένα κριτήρια και, συνήθως, χωρίς αίσθηση της ανταπόκρισης που θα έχει η απόφαση αυτή στην αγορά, κυρίως αν θα καταστήσει τον τεχνοβλαστό ελκυστικό προορισμό για κεφάλαια.

Δεύτερο πρόβλημα είναι ότι οι τεχνοβλαστοί δημιουργούνται όταν το αποτέλεσμα της έρευνας είναι δεδομένο. Δηλαδή κάποιοι καθηγητές έχουν ξεκινήσει μία έρευνα χωρίς κάποια συγκεκριμένη εμπορική στόχευση, στη συνέχεια βλέπουν ένα ερευνητικό αποτέλεσμα που μπορεί, δυνητικά, να έχει εμπορική εφαρμογή, και προχωρούν στη διαδικασία για τη σύσταση του τεχνοβλαστού. Τότε όμως, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της έρευνάς τους, είναι το σημείο που για πρώτη φορά οι πανεπιστημιακοί θα συναντήσουν την αγορά. Δηλαδή δεν μπορούν να ξέρουν από πριν αν η αγορά θα ενδιαφέρεται για την εφεύρεση ή την ανακάλυψή τους, ή αν, επομένως, η διάθεση των ανθρώπινων και υλικών πόρων που διαθέτουν θα αξίζει τον κόπο, τουλάχιστον από εμπορική σκοπιά.

Για να το πω λίγο διαφορετικά, μέχρι το σημείο εκείνο η έρευνα κινείται, όσον αφορά την αγορά, στα τυφλά. Λείπει ο θεσμικός μηχανισμός που θα επιτρέψει σε έναν πανεπιστημιακό, όχι απλώς να διαγνώσει τις ανάγκες της αγοράς θεωρητικά, αλλά να ερευνήσει για να καλύψει μία ανάγκη που έχει εκδηλωθεί από παράγοντες της αγοράς — και, μετά, να δοκιμάσει το προϊόν και να διαπιστώσει αν είναι αυτό που η αγορά προσδοκά.

Πώς θα μπορούσε να στηθεί και να λειτουργήσει ένας μηχανισμός που επιτρέπει στους ερευνητές να έχουν άμεση επαφή με την αγορά, και στην αγορά να έχει άμεση αντίληψη για την επιτυχία ή την αποτυχία του ερευνητικού εγχειρήματος που τους ενδιαφέρει;

Ένας τρόπος θα ήταν να μετατεθεί η σύσταση του τεχνοβλαστού σε στάδιο πριν την αρχή της έρευνας: ουσιαστικά, να συσταθεί μία εταιρεία από τους πανεπιστημιακούς ερευνητές (ας πούμε ένας υπό αίρεση τεχνοβλαστός), η οποία συμβάλλεται με τον πιθανό επενδυτή (ένα venture fund ή μία ενδιαφερόμενη βιομηχανία) με αντικείμενο την έρευνα και την παραγωγή ενός νέου προϊόντος (με οποιαδήποτε μορφή: από software μέχρι μηχάνημα). Οι επενδυτές χρηματοδοτούν την έρευνα και χρηματοδοτούν και την ουσιαστική δοκιμή (Proof of Concept), από την οποία θα διαπιστωθεί αν το προϊόν θα προχωρήσει περαιτέρω. Στη σύμβαση αυτή συμμετέχει και το πανεπιστημιακό ίδρυμα, το οποίο λαμβάνει ένα αντάλλαγμα για την αξιοποίηση των εγκαταστάσεών του προς τον σκοπό της έρευνας.

Αν το προϊόν δεν πετύχει, τότε η εταιρεία λύεται — ο επενδυτής είναι αυτός που ανέλαβε το σχετικό με τη χρηματοδότηση της έρευνας και της δοκιμής επιχειρηματικό ρίσκο. Αν όμως η δοκιμή είναι επιτυχής, τότε εφαρμόζεται ένα πλαίσιο συνεργασίας που έχει συμφωνηθεί εκ των προτέρων, στην αρχική σύμβαση (που λειτουργεί και σαν, ας πούμε, προσύμφωνο για το τι θα συμβεί μετά): ο υπό αίρεση τεχνοβλαστός μετατρέπεται σε κανονικό τεχνοβλαστό με βάση τους προσυμφωνημένους όρους, όπως το κεφάλαιο και τη συμμετοχή του επενδυτή σ’ αυτό, τη συμμετοχή των πανεπιστημιακών ερευνητών, καθώς και τις λεπτομέρειες για τη διοίκηση της εταιρείας-τεχνοβλαστού. Οι όροι περιλαμβάνουν και τη συμμετοχή του πανεπιστημίου σε ένα μέρος του μετοχικού κεφαλαίου και την αμοιβή του για τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας που σχετίζονται με το προϊόν και αποτελούν το βασικό περιουσιακό στοιχείο του τεχνοβλαστού.

Για να λειτουργήσει αυτό το σχήμα προτείνεται να είναι νομοθετικώς καθορισμένο το ποσοστό, στο οποίο συμμετέχει το πανεπιστήμιο στον τεχνοβλαστό. Μπορεί, ας πούμε, να είναι 5% και να προβλέπεται ότι διατηρείται για ένα χρονικό διάστημα (λ.χ., μία πενταετία), ανεξαρτήτως των αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου (οπότε το κεφάλαιο που εισφέρεται από τρίτους κατευθύνεται στην κάλυψη και του ποσοστού του πανεπιστημίου). Ή, πάλι, να είναι 10% και να πρέπει, όταν γίνεται αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, το πανεπιστήμιο να χρειάζεται να συμμετάσχει για να διατηρήσει το ποσοστό του. Το πανεπιστήμιο δεν πρέπει να συμμετέχει στη διοίκηση του τεχνοβλαστού, αλλά να είναι «παθητικός επενδυτής», δηλαδή απλώς να εισπράττει μερίσματα. Παράλληλα, να ορίζεται ότι η συμμετοχή του πανεπιστημίου στον τεχνοβλαστό καλύπτει και τις απαιτήσεις του από δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας.

Ένα τέτοιο σχήμα θα διασφαλίζει ότι η πανεπιστημιακή έρευνα που γίνεται στο πλαίσιο λειτουργίας του θα κατευθύνεται προς μία ανάγκη που έχει εκφράσει η αγορά. Επίσης, διασφαλίζει και χρηματοδότηση της έρευνας χωρίς γραφειοκρατικές επιπλοκές. Δείχνει, όμως, και τον τρόπο για την απλούστευση της διαδικασίας που ακολουθείται για τη σύσταση του τεχνοβλαστού: αν η σύσταση γίνει σε πρώιμο στάδιο, με αφορμή τη χρηματοδότηση από έναν ενδιαφερόμενο εξωτερικό φορέα, τότε περιττεύουν οι αναλύσεις σκοπιμότητας, βιωσιμότητας κλπ.: η αγορά θα έχει ήδη μιλήσει και δεν θα δαπανηθούν δημόσιοι πόροι. Αν, μάλιστα, έχουν προτυποποιηθεί και οι όροι, τότε δεν θα υπάρχει και λόγος ανάμειξης γνωμοδοτικών οργάνων. Θα είναι μία διαδικασία στην οποία το πρυτανικό συμβούλιο θα δίνει μία τυπική έγκριση, η οποία θα τεκμαίρεται αν δεν υπάρχει ανταπόκριση στο αίτημα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.

* * *

Η τριπλέτα των σημειωμάτων μας για τη σύμπραξη πανεπιστημίου και αγοράς θα ολοκληρωθεί την επόμενη Κυριακή, όταν θα αναφερθούμε στα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Ο ρόλος τους είναι βασικός για την προτυποποίηση των όρων συνεργασίας των πανεπιστημίων με τεχνοβλαστούς και της συμμετοχής σε αυτούς. Θα αναλυθεί η υπεραξία που δίνει το πανεπιστήμιο ως οργάνωση και δομή και πώς θα αποτιμάται είτε στις συμβάσεις που συνάπτουν οι ΕΛΚΕ, είτε κατά τη σύσταση και λειτουργία τεχνοβλαστών.