Η Πλατεία που χάθηκε και η υπόσχεση που γερνάει

Αρθρογραφεί στο TheOpinion o Λευτέρης Γεωργιάδης, μαθηματικός- εστιάτορας

Η Πλατεία που χάθηκε και η υπόσχεση που γερνάει
Πηγή φωτογραφίας από ομάδα Facebook/ Θεσσαλονίκη - Τα Καλά, τα Στραβά και τα Ανάποδα.

Μεγάλωσα στην πλατεία Διοικητηρίου, όχι θεωρητικά, αλλά κυριολεκτικά. Το πατρικό μου, γωνία Αγίου Δημητρίου και Στρατηγού Δουμπιώτη, έβλεπε σε έναν χώρο που δεν ήταν απλώς πλατεία, ήταν καθημερινότητα, μνήμη, ανάσα. Ήταν το επίκεντρο της γειτονιάς μας, όταν η λέξη γειτονιά σήμαινε κάτι ζωντανό, κάτι ουσιαστικό. Εκεί έμαθα να περπατώ, εκεί έπαιξα, εκεί έκανα φιλίες, εκεί είδα μια Θεσσαλονίκη πιο σίγουρη για τον εαυτό της. Και πάνω απ’ όλα, είδα μια πλατεία μαρμάρινη, αυστηρή και κομψή, ένα πραγματικό στολίδι σπάνιας αστικής αρχιτεκτονικής, που σήμερα υπάρχει μόνο στις αναμνήσεις όσων την πρόλαβαν.

Η καταστροφή εκείνης της πλατείας δεν ήταν ατύχημα, ήταν έγκλημα με υπογραφή χρόνου και αδιαφορίας. Στο όνομα ενός υπόγειου πάρκινγκ που ποτέ δεν έγινε, θυσιάστηκε ένα ενιαίο, καλοσχεδιασμένο αστικό σύνολο, για να αποκαλυφθούν αρχαιότητες οι οποίες έκτοτε παραμένουν εκτεθειμένες, απροστάτευτες και εγκλωβισμένες σε μια πολεοδομική εκκρεμότητα που κρατά δεκαετίες. Από τις πρώτες ανασκαφές μέχρι τις σημερινές μελέτες, η πλατεία Διοικητηρίου δεν ζει, απλώς αναβάλλεται.

Η υπογραφή της προγραμματικής σύμβασης το 2020 παρουσιάστηκε ως στιγμή αισιοδοξίας. Όμως πώς να μιλήσει κανείς για ελπίδα, όταν το ίδιο το κράτος παραδέχεται ότι το θέμα απασχολεί τις υπηρεσίες του εδώ και τριάντα και πλέον χρόνια. Πώς να χειροκροτήσει κανείς το πράσινο φως του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, όταν αυτό έρχεται μετά από αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις, διορθώσεις και καθυστερήσεις που μετέτρεψαν την πλατεία σε πληγή μέσα στον αστικό ιστό.

Η περιοχή σήμερα δεν ενώνει, χωρίζει. Δεν προσκαλεί, απωθεί. Είναι ένα κενό ανάμεσα σε γειτονιές, ένα σημείο ασυνέχειας, όπως σωστά ειπώθηκε, μόνο που αυτή η ασυνέχεια δεν είναι φυσικό φαινόμενο, είναι αποτέλεσμα διαχρονικής αδράνειας. Κάθε διοίκηση άφησε το αποτύπωμά της, όχι με έργο, αλλά με μετάθεση ευθυνών. Από το 2012 μέχρι σήμερα, η πλατεία υπήρξε αντικείμενο σχεδίων, μακετών και δηλώσεων, όχι όμως πραγματικής αποκατάστασης.

Ακόμη κι αν το νέο σχέδιο υλοποιηθεί, ακόμη κι αν η πλατεία αποκτήσει δύο επίπεδα, ράμπες, αμφιθεατρικά σκαλοπάτια και φωτισμούς, κάτι δεν θα επιστρέψει ποτέ. Η αρχική μαρμάρινη πλατεία, ενιαία, αστική, ήσυχη και περήφανη, χάθηκε οριστικά. Και αυτό δεν είναι απλώς μια απώλεια αισθητική, είναι μια απώλεια ταυτότητας.

Η Θεσσαλονίκη χρωστάει στον εαυτό της μια ειλικρινή παραδοχή. Ότι εδώ δεν καθυστέρησε απλώς ένα έργο, αλλά καταστράφηκε ένας τόπος. Και ότι η αποκατάσταση, όσο καλοσχεδιασμένη κι αν είναι, δεν μπορεί να διαγράψει το γεγονός ότι για δεκαετίες επιλέχθηκε η αδράνεια αντί της ευθύνης. Και  όπως έλεγε ο Γάλλος φιλόσοφος Πολ Βαλερί, το μέλλον δεν είναι πια αυτό που ήταν.

«Πράσινο φως» από το ΚΑΣ για τις αναπλάσεις των ιστορικών πλατειών Δημοκρατίας και Διοικητηρίου στο Δ.Θεσσαλονίκης