Η Μετα-πολιτική ριζοσπαστικοποίηση: το αόρατο ρεύμα της νέας γενιάς

Αρθρογραφεί στο TheOpinion o Νίκος Σ. Παναγιώτου, Καθηγητής, Διευθυντής Εργαστηρίου Ειρηνευτικής Δημοσιογραφίας, Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ, ΑΠΘ

Η Μετα-πολιτική ριζοσπαστικοποίηση: το αόρατο ρεύμα της νέας γενιάς
(ΔΑΝΑΗ ΔΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ/EUROKINISSI)

Στον δημόσιο λόγο και στις πολιτικές αναλύσεις κυριαρχεί συχνά η ερμηνεία της ριζοσπαστικοποίησης μέσα από κομματικούς, ιδεολογικούς ή ακροδεξιούς/αντισυστημικούς σχηματισμούς. Ωστόσο, ένα κρίσιμο και διαρκώς διευρυνόμενο τμήμα της κοινωνίας –και ιδιαίτερα των νέων– διαφεύγει συστηματικά της προσοχής: αυτό που ονομάζω φαινόμενο «της Μετα-πολιτικής Ριζοσπαστικοποίησης» Δηλαδή μια μορφή ριζοσπαστικής στάσης και κοινωνικής κινητοποίησης που αναπτύσσεται εκτός κομμάτων, θεσμών και κλασικών πολιτικών διαμεσολαβήσεων. Ένα φαινόμενο που συχνά εκλαμβάνεται —λανθασμένα— ως απολιτική στάση.

Πρόκειται για κοινό που δεν διαθέτει κομματική ταυτότητα, δεν έχει εμπειρία πολιτικής συμμετοχής και συχνά αγνοεί βασικές πτυχές της πολιτικής διαδικασίας. Δεν μετακινείται από κόμμα σε κόμμα, ούτε «ριζοσπαστικοποιείται» με την κλασική έννοια. Αντιθέτως, απορρίπτει την πολιτική συνολικά — όχι ως αποτυχημένη πρακτική, αλλά ως έννοια, ως διαδικασία και ως θεσμικό πεδίο. Η αποχή από τις εκλογές και κάθε συλλογική δημοκρατική διαδικασία δεν είναι συγκυριακή επιλογή· είναι στάση.

Η ιδιαιτερότητα αυτού του φαινομένου έγκειται στο ότι η απόσυρση από την πολιτική συνυπάρχει με έντονη συναισθηματική φόρτιση. Η κινητοποίηση δεν γίνεται μέσω προγραμμάτων, ιδεολογιών ή συλλογικών οραμάτων, αλλά μέσω ζητημάτων που προκαλούν άμεση πόλωση: θεσμικά σκάνδαλα, ταυτότητες, αδικίες που βιώνονται ως προσωπικές προσβολές, εικόνες και αφηγήσεις που λειτουργούν περισσότερο ως ερεθίσματα παρά ως πεδία ανάλυσης. Η στάση είναι συχνά απόλυτη, δυαδική, χωρίς ενδιάμεσες αποχρώσεις.

Σε επίπεδο ενημέρωσης, αυτό το κοινό δεν εμπιστεύεται τα επαγγελματικά ΜΜΕ και δεν τα χρησιμοποιεί ως βασική πηγή πληροφόρησης. Αντλεί περιεχόμενο αποσπασματικά, κυρίως μέσω ψηφιακών πλατφορμών, αλγοριθμικά διαμορφωμένων ροών και κλειστών διαδικτυακών κοινοτήτων. Η χαμηλή εμπιστοσύνη στους θεσμούς και στο πολιτικό σύστημα δεν συνοδεύεται από πρόταση αντικατάστασής τους· συνοδεύεται από πλήρη απονομιμοποίησή τους.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι αυτή η ομάδα παραμένει αναλυτικά αόρατη. Δεν καταγράφεται επαρκώς στις πολιτικές έρευνες, δεν «μετριέται» με τους παραδοσιακούς δείκτες συμμετοχής και συχνά συγχέεται είτε με την αδιαφορία είτε με τον κλασικό αντισυστημισμό. Στην πραγματικότητα, όμως, εκφράζει κάτι διαφορετικό: μια βαθιά ρήξη με την ίδια τη λογική της πολιτικής διαμεσολάβησης. Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα. Αυτό το τμήμα των νέων δεν αποτελεί μια παροδική μειοψηφία. Αντιθέτως, είναι πολύ πιθανό να αποτελέσει το κυρίαρχο κοινωνικό και εκλογικό ρεύμα των επόμενων ετών, διαμορφώνοντας όχι μόνο την κατεύθυνση της δημόσιας συζήτησης αλλά και τα αποτελέσματα των εκλογικών αναμετρήσεων – είτε μέσω της μαζικής αποχής είτε μέσω αιφνίδιων, απρόβλεπτων εκλογικών συμπεριφορών. Τα κόμματα που αγνοούν αυτό το φαινόμενο, απλώς θα αιφνιδιάζονται από τις συνέπειές του.

Η αντιμετώπιση της «μετα-πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης» δεν μπορεί να βασιστεί σε επικοινωνιακά τεχνάσματα ούτε με εκκλήσεις «επιστροφής» στην πολιτική. Απαιτείται μια δομική, μακροπρόθεσμη παρέμβαση που ξεκινά από την παιδεία και επεκτείνεται στον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η δημόσια σφαίρα.

Πρώτον, κρίσιμη είναι η ουσιαστική ενίσχυση του ειδησεογραφικού γραμματισμού και της αγωγής του πολίτη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση — σε συνάφεια και με την καινοτόμα πιλοτική παρέμβαση που υλοποιούμε ως Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, με την υποστήριξη της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας και του Υπουργείου Παιδείας. Όχι ως τυπικό μάθημα γνώσεων, αλλά ως πεδίο κατανόησης της πολιτικής διαδικασίας, των θεσμών, των δικαιωμάτων και των ευθυνών της συμμετοχής. Οι νέοι δεν χρειάζονται απλώς περισσότερη ενημέρωση, αλλά εργαλεία για να κατανοούν πώς παράγεται η είδηση, πώς διαμορφώνονται οι αφηγήσεις, πώς λειτουργούν οι αλγόριθμοι και πώς η συναισθηματική πόλωση συχνά υποκαθιστά τη δημόσια συζήτηση.

Δεύτερον, απαιτείται επανασύνδεση της πολιτικής με τα βιώματα των νέων. Όχι μέσω απλουστευτικών συνθημάτων, αλλά μέσα από πολιτικές που δείχνουν απτά πώς οι θεσμικές αποφάσεις επηρεάζουν την καθημερινότητα: εργασία, στέγαση, ψηφιακά δικαιώματα, περιβάλλον, κοινωνική ασφάλεια. Όσο η πολιτική παρουσιάζεται ως αφηρημένη αντιπαράθεση ελίτ, τόσο η απόρριψή της θα βαθαίνει. Προς αυτή την κατεύθυνση, η ουσιαστική αξιοποίηση θεσμών όπως τα Συμβούλια Νέων στους δήμους δεν είναι συμπληρωματική, αλλά αναγκαία.

Τέλος, τα πολιτικά κόμματα και τα ΜΜΕ οφείλουν να αναστοχαστούν τον τρόπο με τον οποίο μιλούν στους νέους: λιγότερη ηθικολογία, περισσότερη διαφάνεια· λιγότερη πόλωση, περισσότερη εξήγηση. Η Μετα-πολιτική ριζοσπαστικοποίηση δεν θα αντιμετωπιστεί με φόβο ή καταγγελία, αλλά με την επανένταξη της πολιτικής ως χώρου κατανόησης, όχι μόνο σύγκρουσης.

Αν αυτό το αόρατο ρεύμα συνεχίσει να αγνοείται, δεν θα εξαφανιστεί. Θα παγιωθεί. Και τότε, το πρόβλημα δεν θα είναι απλώς η αποχή των νέων από την πολιτική, αλλά η απουσία της πολιτικής από τη νέα γενιά — με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη δημοκρατία και το μέλλον της χώρας.