Η Χίμαιρα μιας κινηματογραφικής «εθνικής ανάτασης»

Αρθρογραφεί στο TheOpinion η Χάιδω Σκανδύλα

Η Χίμαιρα μιας κινηματογραφικής «εθνικής ανάτασης»

Έχοντας κόψει μέσα στο πρώτο τετραήμερο προβολής του 162.348 εισιτήρια, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης σε πατριώτες και μη, λιγότερο ή περισσότερο σινεφίλ, ο «Καποδίστριας» δεν αποτελεί απλώς μια κινηματογραφική ταινία. Συνιστά ένα pop culture φαινόμενο· ίσως, μάλιστα, αποκαλύπτει περισσότερα για εμάς τους ίδιους, τους θεατές, απ’ όσα για τους χαρακτήρες που γεννήθηκαν στη σεναριακή σελίδα και ζωντάνεψαν στη μεγάλη οθόνη. Ένας καθρέφτης όπου δεν βλέπουμε τόσο την Ιστορία όσο τη σύγχρονη ελληνική μας ανάγκη να πιστέψουμε — σε κάτι, σε κάποιον, σε μια χαμένη εκδοχή του εαυτού μας.

Ας εξηγηθώ εξαρχής: δεν διεκδικώ τον τίτλο του κριτικού κινηματογράφου. Η μελάνη που έχει ήδη χυθεί σε έντυπα και ψηφιακά μέσα αφθονεί, όπως αφθονούν και τα περισσότερο ή λιγότερο ευρηματικά shorts και TikTok με verdicts των τριάντα δευτερολέπτων. Αυτό που με ενδιαφέρει εδώ δεν είναι τόσο η ίδια ταινία όσο η υποδοχή της.

Γιατί μια τόσο έντονη απόκλιση ανάμεσα στη θερμή αγάπη του κοινού και τη σχεδόν ομόφωνη επιφύλαξη των κριτικών δεν μπορεί παρά να έχει ενδιαφέρον. Και να σημαίνει κάτι.

Σε ποια ανάγκη μίλησε, λοιπόν, ο «Καποδίστριας» και προσέλκυσε με τέτοια επιτυχία τους θεατές στις σκοτεινές αίθουσες; Από τις συχνότερες ενστάσεις προς τον Σμαραγδή είναι το μονοδιάστατο χτίσιμο του κεντρικού ήρωα: ένας Καποδίστριας σχεδόν άυλος, υπεράνθρωπος, θεόσταλτος — περισσότερο εικόνισμα παρά άνθρωπος. Υπεράνω αμφιβολιών, υπεράνω αντιφάσεων, ένας ηγέτης χωρίς ρωγμές. Ένας άγιος της πολιτικής. Κι όμως: μήπως ακριβώς αυτή η κινηματογραφική υπερβολή, αυτό που δημιουργικά μοιάζει επίπλαστο, είναι εκείνο που κουμπώνει ιδανικά με το συλλογικό φαντασιακό και φορτίζει συγκινησιακά τον θεατή; Αυτή η εξιδανίκευση φαίνεται να λειτουργεί. Όχι παρά τα προβλήματά της, αλλά εξαιτίας τους. Διότι ο θεατής δεν αναζητά έναν ιστορικά σύνθετο άνθρωπο· αναζητά έναν σωτήρα.

«Η Ελλάδα που ονειρεύτηκε ο Καποδίστριας δεν πέθανε. Περιμένει να την αναστήσουμε», δήλωσε ο σκηνοθέτης στην επίσημη πρεμιέρα, καταχειροκροτούμενος. Κάπου εδώ αρχίζει να αναδύεται μια χαρακτηριστική σύγχυση — ή, για ορισμένους, μια ευτυχής σύμπτωση. Συγχέονται δύο στην πραγματικότητα ασύνδετα πράγματα: α) η (υποθετική) λαχτάρα του σύγχρονου Έλληνα για έναν ηγέτη «σαν τον Καποδίστρια», και β) η απόλαυση ή αναγνώριση της ταινίας ως έργου τέχνης. Περιττό να πούμε ότι το πρώτο, ακόμη κι αν ισχύει, δεν συνεπάγεται αυτομάτως το δεύτερο.

Μέσα στη ζοφερή πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα, που όλο και συχνότερα αποκτά χαρακτηριστικά ιλαροτραγωδίας, δεν είναι βαθιά ανθρώπινη η ανάγκη να αναδιφήσουμε στις ρίζες μας; Να ψάξουμε κάτι αγνό, αμόλυντο, καθησυχαστικό; Τι σημασία έχουν τότε λεπτομέρειες όπως η υπερβολική έκθεση διαλόγων αντί δράσης ή ζητήματα κινηματογραφικής γλώσσας, μοντάζ και δραματουργικής αδυναμίας; Όταν η ανάγκη είναι να πιστέψεις, η αισθητική περνά σε δεύτερη μοίρα.

Κι εδώ γεννιέται το πιο άβολο ερώτημα: αν ο Καποδίστριας εμφανιζόταν σήμερα, θα τον αποδεχόμασταν πραγματικά; Πόσοι θα τον αποθέωναν και πόσοι θα τον απέρριπταν ως «Ρώσο», ως «ξένο»; Πόσοι από εκείνους που υπερασπίζονται σήμερα με πάθος τις «αγνές προθέσεις» του Σμαραγδή θα άντεχαν έναν ηγέτη που απαιτεί θυσίες χωρίς ανταλλάγματα; Πόσοι γονείς θα καμάρωναν πραγματικά αν το παιδί τους επέλεγε να ακολουθήσει έναν δρόμο αυταπάρνησης και στερήσεων, με βέβαιο — αν μη τι άλλο — προορισμό «την ψάθα»; Ακόμη κι αν αφαιρούσαμε από την εξίσωση το ενδεχόμενο της δολοφονίας, πόσοι θα χειροκροτούσαν μια τέτοια επιλογή ζωής;

Οφείλω, παρ’ όλα αυτά, να είμαι ειλικρινής. Προσωπικά δεν μπορώ παρά να θαυμάσω το πάθος ενός ανθρώπου που επιμένει πεισματικά να υλοποιήσει το όραμά του — και εδώ αναφέρομαι στον ίδιο τον Σμαραγδή. Το αν μοιραζόμαστε αυτό το όραμα είναι μια εντελώς διαφορετική συζήτηση. Με συγκινούν, όμως, οι άνθρωποι που κινούνται από μια εσωτερική ανάγκη δημιουργίας και πίστης σε κάτι μεγαλύτερο από τους ίδιους.

Και κάτι τελευταίο. Η εμπειρία της θέασης του Αντώνη Μυριαγκού στον εν λόγω ρόλο, με την ήρεμη, ανεπιτήδευτη ευγένεια, την ήσυχη αξιοπρέπεια και τη σχεδόν μεταφυσική του ηρεμία, έχει για μένα κάτι σχεδόν το απόκοσμο. Ίσως κάτι από αυτό που ήθελε να πετύχει ο Σμαραγδής — ή ίσως ακριβώς το αντίθετο. Το αποτέλεσμα αναδεικνύεται ως μια ιδιότυπη μετα-μυθοπλασία: ο «πραγματικός» χαρακτήρας μοιάζει να εκτοπίζει τον ηθοποιό που τον υποδύεται, μέσα από μια παράδοξη καλλιτεχνική μετενσάρκωση, μόνο και μόνο για να προδοθεί ξανά. Πλησιάζει με εμπιστοσύνη, υπηρετεί με απαράμιλλη αίσθηση καθήκοντος — και εκτελείται. Την πρώτη φορά κυριολεκτικά. Τη δεύτερη συμβολικά. Όχι από σφαίρες, αλλά από την ίδια την ανάγκη μας να τον κρατήσουμε άφθαρτο.

Και τα δύο είναι τρόποι εξόντωσης.

Αντί ΥΓ: Ας μου συγχωρεθεί η επιλογή του τίτλου, δανεισμένου από τη Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση — έργο που, παρεμπιπτόντως, γνωρίζει μια εξαιρετική τηλεοπτική μεταφορά από την ΕΡΤ. Η χρήση του εδώ γίνεται συνειδητά. Κάθε εθνική ανάταση έχει ανάγκη τη χίμαιρά της. Όπως, άλλωστε, και κάθε εποχή που αδυνατεί να φανταστεί το μέλλον της, εφευρίσκει ένα εξιδανικευμένο παρελθόν για να κρυφτεί μέσα του.