Η αρχή των αναλογιών ως ανακριβές εργαλείο ελέγχου της ΑΑΔΕ
Αρθρογραφεί στο TheOpinion η Ειρήνη Βήττα Βαβούσκου, επιχειρηματίας.
Αρθρογραφεί στο TheOpinion η Ειρήνη Βήττα Βαβούσκου, επιχειρηματίας.
Η αρχή των αναλογιών αποτελεί ένα από τα εργαλεία που μπορεί να χρησιμοποιήσει η φορολογική διοίκηση κατά τη διενέργεια ελέγχου. Μέσω αυτής, επιχειρείται να προσδιοριστεί, με έμμεσο τρόπο, η πραγματική οικονομική δραστηριότητα μιας επιχείρησης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το περιθώριο μικτού κέρδους, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την σύγκριση των οικονομικών δεδομένων μιας επιχείρησης με αντίστοιχα δεδομένα του κλάδου.
Ωστόσο, η αρχή των αναλογιών δεν μπορεί να θεωρείται απόλυτο μέτρο προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης. Πρόκειται, κατ’ ουσίαν, για ένα ενδεικτικό μέτρο σύγκρισης, το οποίο μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για περαιτέρω έλεγχο.
Η οικονομική πραγματικότητα κάθε επιχείρησης είναι διαφορετική. Οι τιμές αγοράς, οι εκπτώσεις, η εμπορική πολιτική, το ύψος των λειτουργικών εξόδων και οι ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά το πραγματικό περιθώριο κέρδους.
Για τον λόγο αυτό, η εφαρμογή μιας συγκεκριμένης αναλογίας δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι το αποτέλεσμα που προκύπτει ανταποκρίνεται στην πραγματική εικόνα της επιχείρησης.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σημαντικό όταν το περιθώριο λάθους είναι μεγάλο. Μία μικρή ποσοστιαία απόκλιση, η οποία εκ πρώτης όψεως μπορεί να φαίνεται ασήμαντη, όταν εφαρμοστεί σε μεγάλο κύκλο εργασιών μπορεί να δημιουργήσει μια ιδιαίτερα σημαντική διαφορά στον προσδιορισμό των εσόδων και των κερδών.
Επομένως, όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση μεταξύ της χρησιμοποιούμενης αναλογίας και των πραγματικών οικονομικών δεδομένων, τόσο περισσότερο αμφισβητείται η αξιοπιστία του τελικού αποτελέσματος.
Ακόμη μεγαλύτερη προσοχή απαιτείται όταν η αναλογία προκύπτει από στοιχεία άλλων επιχειρήσεων. Το γεγονός ότι δύο επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στον ίδιο κλάδο δεν σημαίνει ότι έχουν και το ίδιο περιθώριο κέρδους.
Μια επιχείρηση μπορεί να εφαρμόζει διαφορετικές τιμές, να πραγματοποιεί μεγαλύτερες εκπτώσεις ή να έχει διαφορετικό κόστος προμηθειών. Όλοι αυτοί οι παράγοντες, εφόσον δεν συνεκτιμηθούν, μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντική απόκλιση από την πραγματικότητα.
Κατά συνέπεια, η αρχή των αναλογιών πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ελεγκτική ένδειξη και όχι ως απόλυτη απόδειξη. Η μαθηματική ακρίβεια ενός υπολογισμού δεν σημαίνει ότι είναι και οικονομικά ακριβής, εάν η αρχική παραδοχή πάνω στην οποία στηρίζεται είναι λανθασμένη.
Επομένως, όταν η αναλογία οδηγεί σε αποτέλεσμα που απέχει ουσιωδώς από τα πραγματικά δεδομένα της επιχείρησης, υπάρχει σοβαρό περιθώριο αμφισβήτησης της ορθότητάς της. Η φορολογική διοίκηση οφείλει να εξετάζει την πραγματική οικονομική δραστηριότητα και να μην στηρίζεται αποκλειστικά σε έναν θεωρητικό ή συγκριτικό δείκτη.
Η αρχή των αναλογιών είναι χρήσιμη ως εργαλείο ελέγχου, αλλά η χρησιμότητά της δεν πρέπει να συγχέεται με το αλάθητο. Όταν το περιθώριο απόκλισης είναι μεγάλο, ένα αποτέλεσμα που εμφανίζεται αριθμητικά ακριβές μπορεί στην πράξη να είναι πλήρως ανακριβές ως προς την πραγματική φορολογική εικόνα.