Guilfoyle και μοντέλα επιλογής πρεσβευτών
Αρθρογραφεί στο TheOpinion, Νίκος Π. Πλεξίδας, Πρέσβης επί τιμή
Η παραίτηση στην οποία υποχρεώθηκε από τον Λευκό Οίκο η Αμερικανίδα Πρέσβυς στην Αθήνα κυρία Kimberly Guilfoyle εγείρει ενδιαφέροντα ερωτήματα για τα μοντέλα λειτουργίας των πρεσβειών στις μέρες μας καθώς και τον ρόλο και τρόπο άσκησης των καθηκόντων των εντεταλμένων κρατικών εκπροσώπων στις χώρες υποδοχής, που επωμίζονται την ευθύνη του λειτουργήματος.
Ας επιχειρήσουμε, κατ’ αρχάς, μια ιστορική προσέγγιση του ρόλου ενός πρέσβεως, ο οποίος έχει δραστικά μεταλλαχθεί κατά τη πάροδο των εκατονταετηρίδων. Δεν θα μπούμε στον κόπο να εντρυφήσουμε ιδιαίτερα στην αρχέγονη ιδιότητα του πρέσβεως στην Ελλάδα των κλασικών χρόνων, επιφανών ατόμων που περιοριζόταν σε ρόλο αγγελιοφόρου σε ad hoc αποστολές για μεταφορά μηνυμάτων, αλλά και διεξαγωγής κάποιου είδους διαπραγματεύσεων και συλλογής πληροφοριών ενώπιον ξένων συνελεύσεων. Πολύ αργότερα, από τον Μεσαίωνα και μετά και, κυρίως, την Αναγέννηση και στη συνέχεια δημιουργία των εθνικών κρατών, άρχισε να μορφοποιείται ο ρόλος της διπλωματίας και του πρέσβεως σε αυτό που στη πορεία θα εξελιχθεί σε έναν μόνιμο θεσμικό πυλώνα επικοινωνίας μεταξύ των κρατών, με τη δημιουργία του επαγγελματία διπλωμάτη καριέρας και Διπλωματικού Σώματος, με συγκεκριμένες, κωδικοποιημένες υποχρεώσεις και δικαιώματα για τα μέλη του, που αποκρυσταλλώνονται σε δύο μεγάλες διεθνείς συμβάσεις, μια περί Διπλωματικών Σχέσεων (1961) και η άλλη περί Προξενικών Σχέσεων (1963), ανέγγιχτες και σε πλήρη ισχύ μέχρι σήμερα.
Ανάλογα, λοιπόν, με την εποχή εξελίσσονται και τα μοντέλα επιλογής/διορισμού πρέσβεων. Από το αρχικό μοντέλο επιλογής αριστοκρατών και έμπιστων αυλικών ή/και προσωπικών φίλων του ηγεμόνα, ατόμων με οικονομική άνεση και ξένες γλώσσες, μέχρι την επί ημερών μας διοργάνωση, τουλάχιστον στις σύγχρονες δημοκρατίες, ιδιαίτερα απαιτητικών εισαγωγικών εξετάσεων στην Εξωτερική Υπηρεσία της χώρας επί ευρέος φάσματος θεμάτων, προεξάρχοντος του διεθνούς δικαίου, της παγκόσμιας ιστορίας, δοκιμασίας γλωσσομάθειας και φυσικά τεστ προσωπικότητας του υποψήφιου.
Με την επέλαση, όμως, της παγκοσμιοποίησης και την εντυπωσιακή ανάπτυξη των τεχνολογιών επικοινωνίας αλλάξανε οι ισορροπίες και οι τρόποι λειτουργίας των διακρατικών συνεννοήσεων. Οι αποστάσεις εκμηδενίστηκαν και οι επαφές ανάμεσα στις δύο χώρες άρχισαν να πραγματοποιούνται με πιο ευθύ κι άμεσο τρόπο ανάμεσα στις πολιτικές ηγεσίες, πολλές περιπτώσεις με τον διορισμό πρέσβεων εκ προσωπικοτήτων, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι οι εντεταλμένες διπλωματικές υπηρεσίες με την συμβατική μορφή τους να έχουν απωλέσει τον διαχρονικό ρόλο ύπαρξής τους. Όπως αλήθεια επίσης είναι ότι ο τίτλος τιμής που συνεχίζει έως και σήμερα να συνοδεύει στον βαθμό ιεραρχίας έναν Πρεσβυ ως “Πληρεξουσίου” (Plenipotantiary), δηλαδή έχοντος πλήρη κι απόλυτη εξουσία στη λήψη ανεξάρτητων αποφάσεων εξ ονόματος μιας κυρίαρχης κυβέρνησης, χωρίς αναφορά κάθε λεπτομέρειας στους πολιτικούς ανωτέρους, να αποτελεί πλέον ιστορικό απολίθωμα και στη πράξη νεκρό γράμμα. Με άλλα λόγια η πολιτική εξουσία άρχισε ολοένα και περισσότερο να επιβάλει μέσω προσωπικών απεσταλμένων ως πρέσβεων περιορισμούς στον ρόλο των διπλωματών, περιορίζοντας τα περιθώρια πρωτοβουλιών κι ελιγμών τους και ωθώντας τους σε περισσότερο συμβουλευτικό και λιγότερο εκτελεστικό σε σχέση με το παρελθόν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα το αμερικανικό μοντέλο επιλογής των πρεσβευτών όπου εδώ και χρόνια – κι όχι εξ αιτίας του ραγδαία μεταβαλλόμενου περιβάλλοντος που περιγράψαμε παραπάνω – προκρίνει, σε μεγάλο ποσοστό αλλά όχι αποκλειστικά, την τοποθέτηση ως επικεφαλής των πρεσβειών ατόμων μη επαγγελματιών του είδους, προερχόμενων από το κοντινό περιβάλλον των προέδρων, προσωπικών φίλων, κομματικών χρηματοδοτών, κ.ά., με το επιχείρημα της άμεσης πρόσβασης στον ίδιο τον Πρόεδρο και την λήψη απ’ ευθείας από τον ίδιο εμπιστευτικών οδηγιών. Συνεπικουρούμενοι, βεβαίως, στο έργο τους στις πρεσβείες από διπλωμάτες καριέρας που τους καθοδηγούν με βάση τα ενδότερα της διπλωματικής πρακτικής και λειτουργίας για άσκηση αποτελεσματικότερης διπλωματίας. Με τον τρόπο αυτό το αμερικανικό μοντέλο αντανακλά την ισορροπία μεταξύ επαγγελματισμού ενός και στενού πολιτικού ελέγχου στην άσκηση του λειτουργήματος.
Στα καθ’ ημάς, η χώρα μας, όπως κατά κόρον και οι χώρες της γηραιάς ηπείρου, ακολουθεί παραδοσιακά την κλασική σχολή εμπιστευόμενη την εκπροσώπηση σε επαγγελματίες πρέσβεις (πλην μεμονομένων περιπτώσεων στο παρελθόν, κυρίως επί εποχής Ανδρέα Παπανδρέου, επιλογής ατόμων του προσωπικού του περιβάλλοντος για χώρες ειδικού ενδιαφέροντος, όπως Λιβυη, Βενεζουέλα, Ιαπωνία, κ.ά.).
Η περίπτωση της απερχόμενης Πρέσβεως Guilfoyle επαναφέρει στην επικαιρότητα το ερώτημα της αποτελεσματικότητα ενός πολιτικά διορισμένου πρέσβεως έναντι ενός διπλωμάτη καριέρας, τόσο για τα συμφέροντα των ΗΠΑ, όσο και για την ίδια τη χώρα μας με το ελληνικό ενδιαφέρον (βλ. συμφέρον) να εστιάζεται στην επικείμενη ανάληψη της διεύθυνσης της Πρεσβείας, για άγνωστο διάστημα, από έναν εμπειρότατο διπλωμάτη καριέρας. Θα υπάρξει άραγε αντίκτυπος στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις; Θα υπάρξουν αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο η Ουασιγκτων θα διαχειρίζεται πλέον τις σχέσεις της με την Αθήνα; Σε επίπεδο πολιτικής επιρροής στην ίδια την Ουάσιγκτων, η προσωπική πρόσβαση στον Πρόεδρο Trump μπορεί τελικά να αποδειχθεί προσφορότερη από την επαγγελματική εμπειρία ενός αμιγούς υπηρεσιακού στελέχους, ιδίως όταν οι αποφάσεις είναι πολιτικές;
Αναμφισβήτητα η Πρέσβυς Guilfoyle είχε το ιδιαίτερο προνόμιο, την άμεση πρόσβαση στον Λευκό Οίκο και τις προσωπικές σχέσεις της με τον Donald Trump. Ο αναπληρωτής της, ως έμπειρος διπλωμάτης καριέρας διαθέτει διαφορετικό είδος επιρροής μέσα από πολυετή υπηρεσιακή εμπειρία. Εχει μεγαλύτερη εξοικείωση με την υπηρεσιακή ηγεσία, γνωρίζει σε βάθος τους μηχανισμούς του State Department, τις διπλωματικές λεπτές ισορροπίες και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Δυστυχώς δεν διαθέτει την προσωπική πρόσβαση στον Πρόεδρο, ιδιαίτερα σε ένα τόσο προεδροκεντρικό σύστημα λήψης αποφάσεων σαν το σημερινό, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι ο αντίστοιχος αμερικανός πρέσβυς στην αντιπέρα πλευρά είναι προσωπικότητα μακράς εμβελείας, του πολύ στενού κύκλου του Προέδρου και προικισμένος με τον επιπρόσθετο ρόλο του προεδρικού απεσταλμένου για θέματα Μέσης Ανατολής. Σίγουρα αναφύονται κάποιες ανεπιθύμητες ασυμμετρίες…
Παρά ταύτα, είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις στη φάση που έχουν εισέλθει δεν συνεπάγονται εύκολα αλλαγή πολιτικής από την αντικατάσταση ενός πολιτικού πρέσβεως με έναν υπηρεσιακό. Ούτε μείωση ενδιαφέροντος από την κυβέρνηση Trump, η οποία θα συνεχίσει να παρέχει την ίδια στήριξη στην Αθήνα, τουλάχιστον στο διάστημα που επικεφαλής του State Department και του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας παραμένει ο Marco Rubio
καλός γνώστης των ευαισθησιών της χώρας μας και της περιοχής, που έχει δώσει ήδη ευχάριστα δείγματα με την ως σήμερα στάση του απέναντι μας. Με αυτόν θα συνεργαστεί ο Επιτετραμμένος καριερίστας διπλωμάτης και θα το κάνει κατά τα
φαινόμενα με πιο εμβριθείς εισηγήσεις από την προκάτοχό του, σε μια πιο προβλέψιμη και θεσμικά οργανωμένη λειτουργία της πρεσβείας και με λιγότερη έμφαση στη προσωπική δημόσια προβολή του. Αν μη τι άλλο, ως επαγγελματίας του είδους, γνωρίζει καλύτερα πώς να προφυλάσσεται από κακοτοπιές και να προστατεύει την έξωθεν καλή του μαρτυρία.