Οι ψηφιακές εφαρμογές είναι θέμα… δημόσιας υγείας!
Η έρευνα εστιάζει κυρίως στα παιδιά και τους εφήβους, γιατί βρίσκονται σε φάση ραγδαίας ανάπτυξης του εγκεφάλου, εκτίθενται πολύ νωρίς και έχουν ελάχιστο έλεγχο πάνω στα συστήματα που τους περιβάλλουν...
#Οι ψηφιακές τεχνολογίες (κινητά, social media, AI, εφαρμογές κ.λπ.) δεν είναι πλέον απλά εργαλεία. Έχουν γίνει δομικοί παράγοντες που διαμορφώνουν την υγεία μέσω του τρόπου που είναι σχεδιασμένες οι πλατφόρμες, των εμπορικών τους μοντέλων, της διαφήμισης, της συλλογής δεδομένων και του περιβάλλοντος πληροφόρησης που δημιουργούν.
#Για τα παιδιά και τους εφήβους η εικόνα είναι ανησυχητική. Σε 121 συστηματικές ανασκοπήσεις που καλύπτουν σχεδόν 9 εκατομμύρια νέους, τα αρνητικά ευρήματα ήταν σαφώς περισσότερα από τα θετικά και συνδέονται κυρίως με χειρότερη ψυχική υγεία, μοναξιά, προβλήματα ύπνου, λιγότερη σωματική δραστηριότητα και παχυσαρκία, αρνητικά συναισθήματα και συμπεριφορές, σκέψεις αυτοτραυματισμού ή… αυτοκτονίας
#Υπάρχουν και κάποια οφέλη, αλλά συνολικά η εικόνα είναι… αρνητική. Το βασικό μήνυμα είναι ότι δεν φταίνε μόνο τα παιδιά ή οι γονείς. Φταίει ο σχεδιασμός των συστημάτων (εθιστικά features, αλγόριθμοι που κρατάνε την προσοχή, στοχευμένη διαφήμιση κ.λπ.) ενώ ηλικιακοί περιορισμοί δεν αρκούν διότι τα παρακάμπτουν εύκολα. Η πρόταση είναι να αντιμετωπίσουμε τις ψηφιακές τεχνολογίες ως θέμα δημόσιας υγείας, να ρυθμίζουμε τις πλατφόρμες και τα συστήματα ώστε να προστατεύουν την υγεία, ιδίως των παιδιών και των εφήβων, και όχι μόνο να κυνηγάμε καινοτομία ή κέρδος.
Οι ψηφιακές τεχνολογίες εχουν μπει βαθιά στην καθημερινότητά μας και διαμορφώνουν το περιβάλλον στο οποίο ζούμε, μαθαίνουμε, επικοινωνούμε και παίρνουμε αποφάσεις. Το The Lancet στο τεύχος του Οκτωβρίου 2026, τονίζει ότι ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάζονται αυτά τα συστήματα, οι πλατφόρμες, οι αλγόριθμοι, τα εμπορικά μοντέλα και οι υποδομές, έχει γίνει ένας δομικός παράγοντας που επηρεάζει την υγεία μας. Γι’ αυτό και μιλάει για τους «ψηφιακούς καθοριστικούς παράγοντες υγείας». Δεν πρόκειται μόνο για το πόσο χρόνο περνάει κάποιος στο κινητό. Πρόκειται για το πώς είναι φτιαγμένα τα ίδια τα συστήματα. Τι προβάλλουν, τι κρύβουν, πώς κρατούν την προσοχή, τι δεδομένα συλλέγουν και με ποια κίνητρα λειτουργούν. Όταν οι πλατφόρμες σχεδιάζονται πρωτίστως για να μεγιστοποιούν τον χρόνο χρήσης και τα κέρδη από διαφημίσεις, η υγεία των χρηστών περνάει σε… δεύτερη μοίρα.
Η σειρά επιστημονικών άρθρων του “The Lancet” εστιάζει κυρίως στα παιδιά και τους εφήβους, γιατί βρίσκονται σε φάση ραγδαίας ανάπτυξης του εγκεφάλου, εκτίθενται πολύ νωρίς και έχουν ελάχιστο έλεγχο πάνω στα συστήματα που τους περιβάλλουν. Μια ανάλυση 121 συστηματικών ανασκοπήσεων που καλύπτουν σχεδόν 9 εκατομμύρια νέους δείχνει ότι τα αρνητικά ευρήματα υπερέχουν σαφώς των θετικών: περίπου 71% για παιδιά έως 10 ετών και 80% για εφήβους 10–24 ετών. Οι πιο συχνές συσχετίσεις αφορούν χειρότερη ψυχική υγεία και ευεξία, προβλήματα ύπνου, λιγότερη σωματική δραστηριότητα, μοναξιά, αρνητικά συναισθήματα και συμπεριφορές, καθώς και σκέψεις αυτοτραυματισμού ή αυτοκτονίας. Τα οφέλη υπάρχουν, στην επικοινωνία, πρόσβαση σε πληροφορία, δημιουργικότητα, αλλά συνολικά η εικόνα είναι ανησυχητική. Οι κίνδυνοι δεν είναι ίδιοι για όλους, εξαρτώνται από την ηλικία, το περιεχόμενο, το πλαίσιο χρήσης και τον σχεδιασμό της κάθε πλατφόρμας.
Συχνά η συζήτηση καταλήγει στην ατομική ευθύνη, για γονείς να βάζουν όρια, τα παιδιά να κάνουν καλύτερες επιλογές. Οι μελετητές υποστηρίζουν ότι αυτή η προσέγγιση είναι ανεπαρκής. Όταν οι πλατφόρμες είναι σχεδιασμένες με χαρακτηριστικά που ενθαρρύνουν την συνεχή χρήση, με αλγορίθμους που μεγιστοποιούν την εμπλοκή και με εμπορικά κίνητρα που ωθούν σε συγκεκριμένες συμπεριφορές, η ατομική αυτοπειθαρχία γίνεται δυσανάλογα δύσκολη. Η εμπειρία της Αυστραλίας, που απαγόρευσε την πρόσβαση σε μεγάλα social media για κάτω των 16, δείχνει ότι οι ηλικιακοί περιορισμοί από μόνοι τους έχουν περιορισμένο αποτέλεσμα. Οι νέοι βρίσκουν τρόπους να τους παρακάμψουν, ενώ τα βαθύτερα προβλήματα, ο εθιστικός σχεδιασμός, η στοχευμένη διαφήμιση, η εξαγωγή δεδομένων, παραμένουν. Μια προσέγγιση δημόσιας υγείας μετατοπίζει την προσοχή από τον χρήστη στο σύστημα. Δεν ρωτάει μόνο «τι κάνει το παιδί στο κινητό», αλλά «πώς είναι σχεδιασμένο το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει». Αυτό σημαίνει να ρυθμίζονται, μεταξύ άλλων τα χαρακτηριστικά σχεδιασμού που ενθαρρύνουν την υπερβολική χρήση, οι εμπορικές πρακτικές και η διαφήμιση (ιδίως όταν στοχεύουν ανηλίκους), η συλλογή και η χρήση δεδομένων, η διαφάνεια και η λογοδοσία των εταιρειών.
Η έρευνα προτείνει να αναγνωριστεί η διακυβέρνηση των ψηφιακών καθοριστικών παραγόντων υγείας ως βασική λειτουργία δημόσιας υγείας, με προτεραιότητα την προστασία των παιδιών και των νέων και με προληπτική λογική, δηλαδή να μην περιμένουμε πλήρη απόδειξη κάθε λεπτομέρειας πριν δράσουμε, όταν τα σημάδια κινδύνου είναι ήδη αρκετά και η έκθεση είναι μαζική. Οι ψηφιακές τεχνολογίες μπορούν να ωφελήσουν την υγεία, αλλά αυτό δεν θα γίνει αυτόματα. Εξαρτάται από τον τρόπο που σχεδιάζονται και ρυθμίζονται. Αν συνεχίσουμε να τις αντιμετωπίζουμε κυρίως ως καινοτομία ή ως αγορά, και όχι ως περιβάλλον που διαμορφώνει την υγεία οι αρνητικές συνέπειες θα συνεχίσουν να υπερισχύουν. Το μήνυμα είναι σαφές ότι η προστασία της δημόσιας υγείας πρέπει να μπει στο κέντρο του σχεδιασμού και της διακυβέρνησης των ψηφιακών συστημάτων.