Τα σόσιαλ μίντια, το όριο στα 15 έτη και η δύσκολη εξίσωση της προστασίας των ανηλίκων
Η απαγόρευση πρόσβασης κάτω των 15 ετών, οι ευρωπαϊκές επιλογές, η πολιτική σύγκρουση και οι πραγματικές προκλήσεις εφαρμογής στην Ελλάδα
Η απόφαση της ελληνικής Βουλής να απαγορεύσει την πρόσβαση των παιδιών κάτω των 15 ετών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027, ανοίγει μια συζήτηση που υπερβαίνει τα όρια της συνηθισμένης πολιτικής αντιπαράθεσης. Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο το σύγχρονο κράτος αντιλαμβάνεται την προστασία των ανηλίκων, τις υποχρεώσεις των τεχνολογικών επιχειρήσεων, τα όρια της γονικής ευθύνης και τη σταδιακή απόκτηση αυτονομίας από τα παιδιά.
Η κυβερνητική πρωτοβουλία απαντά σε ένα πραγματικό πρόβλημα, το οποίο αναγνωρίζεται πλέον από διεθνείς επιστημονικούς οργανισμούς και ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η ανεξέλεγκτη χρήση των κοινωνικών δικτύων συνδέεται με κινδύνους για την ψυχική υγεία, τον ύπνο, τη συγκέντρωση και την κοινωνική ανάπτυξη ορισμένων ανηλίκων. Παράλληλα, η λειτουργία των πλατφορμών βασίζεται σε προηγμένους μηχανισμούς που επιδιώκουν τη διαρκή προσέλκυση και συγκράτηση της προσοχής των χρηστών. Η κρατική παρέμβαση, επομένως, έχει συγκεκριμένη κοινωνική και θεσμική βάση. Η επιλογή της καθολικής απαγόρευσης, ωστόσο, δημιουργεί ερωτήματα αναλογικότητας και αποτελεσματικότητας, τα οποία δεν μπορούν να παρακαμφθούν εξαιτίας του αναμφισβήτητα θεμιτού σκοπού της.
Ένα πραγματικό πρόβλημα που ξεπερνά την οικογένεια
Τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα καταγράφουν μια ανησυχητική εξέλιξη. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το ποσοστό των εφήβων με προβληματική χρήση των κοινωνικών δικτύων αυξήθηκε από 7% το 2018 σε 11% το 2022. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε περίπου 280.000 παιδιά, ηλικίας 11, 13 και 15 ετών, σε 44 χώρες και περιοχές. Η προβληματική χρήση χαρακτηρίζεται από δυσκολία ελέγχου της συμπεριφοράς, παραμέληση άλλων δραστηριοτήτων και αρνητικές συνέπειες στην καθημερινότητα. Η αύξησή της συνιστά σοβαρό λόγο ανησυχίας, παρότι δεν σημαίνει ότι κάθε παιδί που χρησιμοποιεί συχνά τα κοινωνικά δίκτυα αντιμετωπίζει αντίστοιχα προβλήματα.
Μάλιστα, συστηματική ανασκόπηση 55 επιστημονικών μελετών, την οποία δημοσίευσε τον Μάιο του 2026 το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διαπίστωσε ότι η σχέση μεταξύ χρόνου χρήσης και ψυχικής υγείας παραμένει σύνθετη. Ισχυρότερες συσχετίσεις εμφανίζονται στην καταναγκαστική χρήση και στην έκθεση σε επιβλαβείς διαδικτυακές εμπειρίες. Η διαφοροποίηση αυτή έχει σημασία για τον σχεδιασμό των δημόσιων πολιτικών. Η προστασία πρέπει να λαμβάνει υπόψη τόσο τη συχνότητα όσο και το περιεχόμενο και τον τρόπο χρήσης.
Υπάρχει, όμως, μια βαθύτερη διάσταση. Οι γονείς καλούνται να προστατεύσουν τα παιδιά τους απέναντι σε επιχειρήσεις που διαθέτουν εξαιρετικά προηγμένη τεχνολογική υποδομή και αναλυτική γνώση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ένας γονέας μπορεί να περιορίσει τον χρόνο χρήσης μιας εφαρμογής, αλλά δεν μπορεί να ελέγξει τους αλγορίθμους που καθορίζουν το περιεχόμενο, τις ειδοποιήσεις ή τους μηχανισμούς επιβράβευσης. Επιπλέον, η συλλογική χρήση δημιουργεί κοινωνική πίεση. Όταν ολόκληρη η παρέα ενός παιδιού επικοινωνεί μέσα από συγκεκριμένες πλατφόρμες, η ατομική απαγόρευση μπορεί να συνεπάγεται κοινωνική απομόνωση. Ένας κοινός ηλικιακός κανόνας επιχειρεί να περιορίσει αυτή την ανισότητα μεταξύ οικογενειών.
Εδώ βρίσκεται ένα σημαντικό επιχείρημα υπέρ της νομοθετικής παρέμβασης: η προστασία των παιδιών δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από τις δυνατότητες και την αποφασιστικότητα κάθε οικογένειας.
Τα 15 έτη και η ευρωπαϊκή πραγματικότητα
Η ελληνική επιλογή αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν εξετάζεται στο ευρωπαϊκό περιβάλλον. Στις 17 Σεπτεμβρίου 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την πρόταση κανονισμού EU KIDS Act, προτείνοντας ένα κοινό σύστημα ηλικιακά διαβαθμισμένης πρόσβασης στα κοινωνικά δίκτυα.
Σύμφωνα με την πρόταση, παιδιά κάτω των 13 ετών δεν θα έχουν πρόσβαση στις καλυπτόμενες υπηρεσίες. Οι ηλικίες 13 και 14 ετών θα μπορούν να χρησιμοποιούν λογαριασμούς περιορισμένης λειτουργικότητας υπό γονική εποπτεία, με ημερήσιο χρονικό όριο μίας ώρας. Από τα 15 έτη θα επιτρέπεται η αυτόνομη δημιουργία και διαχείριση λογαριασμού. Πρόκειται για νομοθετική πρόταση που δεν έχει ακόμη καταστεί δεσμευτικός ευρωπαϊκός κανόνας. Ωστόσο, η σημασία της είναι προφανής. Η ηλικία των 15 ετών αναγνωρίζεται πλέον ως προτεινόμενο κοινό όριο ψηφιακής αυτονομίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε προηγουμένως ζητήσει, τον Νοέμβριο του 2025, ακόμη υψηλότερο όριο, στα 16 έτη, επιτρέποντας την πρόσβαση μεταξύ 13 και 15 ετών με γονική συναίνεση. Παράλληλα, η Αυστραλία εφαρμόζει από τον Δεκέμβριο του 2025 περιορισμούς για παιδιά κάτω των 16 ετών, ενώ αντίστοιχες πρωτοβουλίες έχουν αναπτυχθεί σε ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων η Δανία και η Νορβηγία.
Η Ελλάδα διαθέτει επιπλέον ένα συγκεκριμένο νομικό προηγούμενο. Με τον νόμο 4624/2019 έχει ήδη οριστεί το 15ο έτος ως όριο αυτοτελούς συγκατάθεσης για συγκεκριμένες επεξεργασίες προσωπικών δεδομένων κατά την παροχή διαδικτυακών υπηρεσιών. Η διάταξη αυτή δεν συνεπάγεται από μόνη της απαγόρευση πρόσβασης, προσφέρει όμως ένα προϋπάρχον σημείο αναφοράς. Επομένως, η κυβερνητική επιλογή εντάσσεται σε μια αναγνωρίσιμη ευρωπαϊκή κατεύθυνση, παρότι το ελληνικό μοντέλο είναι αυστηρότερο από την πρόταση της Κομισιόν για τους 13χρονους και 14χρονους.
Αυτό έχει σημασία επειδή δεν υπάρχει επιστημονικά αποδεδειγμένη ηλικία κατά την οποία εξαφανίζονται απότομα οι διαδικτυακοί κίνδυνοι. Τα ηλικιακά όρια αποτελούν νομοθετικές επιλογές που επιχειρούν να μετατρέψουν τη σταδιακή ψυχοκοινωνική ωρίμανση σε σαφείς και εφαρμόσιμους κανόνες.
Η αντιπολίτευση και το πρόβλημα της πολιτικής συναίνεσης
Η κοινοβουλευτική συζήτηση ανέδειξε τις δυσκολίες διαμόρφωσης ευρύτερης συναίνεσης ακόμη και σε ζητήματα όπου αναγνωρίζεται ένας κοινός κοινωνικός κίνδυνος. Το νομοσχέδιο υπερψηφίστηκε επί της αρχής μόνο από τη Νέα Δημοκρατία, ενώ το ΠΑΣΟΚ δήλωσε «παρών» και τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης το καταψήφισαν.
Η εξέλιξη προσφέρεται για πολιτική κριτική, αλλά απαιτείται διάκριση μεταξύ ουσιαστικής διαφωνίας και αντιπολιτευτικής υπεραπλούστευσης.
Το ΠΑΣΟΚ κατέθεσε συγκεκριμένη τροπολογία, προτείνοντας αυστηρό περιορισμό κάτω των 13 ετών και γονικά εποπτευόμενη πρόσβαση στις ηλικίες 13 και 14, μαζί με μέτρα ψηφιακής εκπαίδευσης και επιστημονικής αξιολόγησης. Η προσέγγιση αυτή παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και συγκροτεί μια διαφορετική νομοθετική επιλογή. Ο ΣΥΡΙΖΑ ανέδειξε ζητήματα κοινωνικών ανισοτήτων και αναλογικότητας, ενώ το ΚΚΕ εστίασε ιδιαίτερα στην ευθύνη των τεχνολογικών επιχειρήσεων και στους κινδύνους παρακολούθησης. Αντίστοιχες επιφυλάξεις διατυπώθηκαν για την προστασία προσωπικών δεδομένων και την ενδεχόμενη μετακίνηση των παιδιών σε λιγότερο ασφαλείς υπηρεσίες.
Υπάρχει, εντούτοις, ένα σημαντικό ζήτημα πολιτικής αξιοπιστίας. Όταν η κριτική περιορίζεται στην καταγγελία των υποτιθέμενων επικοινωνιακών κινήτρων της κυβέρνησης, χωρίς ουσιαστική εξέταση του προβλήματος ή εφαρμόσιμη αντιπρόταση, εμφανίζει χαρακτηριστικά αντιπολιτευτικού λαϊκισμού.
Η επισήμανση πιθανών αδυναμιών ενός νόμου αποτελεί αναγκαία κοινοβουλευτική λειτουργία. Αντιθέτως, η μετατροπή της προστασίας των παιδιών σε μια ακόμη ευκαιρία γενικευμένης πολιτικής καταγγελίας δυσχεραίνει την αναζήτηση κοινών λύσεων.
Οι κίνδυνοι μιας καθολικής απαγόρευσης
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η νομοθέτηση δεν εξασφαλίζει αυτομάτως την επιθυμητή μεταβολή συμπεριφοράς. Στην Αυστραλία, σύμφωνα με τα πρώτα αποτελέσματα μελέτης της αρμόδιας αρχής ηλεκτρονικής ασφάλειας, το ποσοστό παιδιών ηλικίας 10 έως 15 ετών που διέθεταν λογαριασμό σε καλυπτόμενες πλατφόρμες μειώθηκε από 52,4% σε 42,1% τρεις μήνες μετά την έναρξη εφαρμογής των περιορισμών. Ωστόσο, το ποσοστό εκείνων που εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν κοινωνικά δίκτυα παρέμενε στο 81,5%.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι μια δεύτερη διαπίστωση. Μεταξύ των παιδιών που συνέχιζαν να χρησιμοποιούν κοινωνικά δίκτυα, αυξήθηκε το ποσοστό εκείνων των οποίων οι γονείς αγνοούσαν τη δραστηριότητά τους, από περίπου ένα στα τέσσερα σε ένα στα τρία. Η έρευνα δεν αποδεικνύει ότι η μεταβολή προκλήθηκε από τον νόμο. Αναδεικνύει, ωστόσο, έναν πιθανό κίνδυνο: την υποχώρηση της γονικής εποπτείας όταν δημιουργείται η εντύπωση ότι η πρόσβαση έχει πλέον αποκλειστεί. Παράλληλα, η UNICEF έχει προειδοποιήσει ότι οι καθολικοί ηλικιακοί περιορισμοί ενδέχεται να οδηγήσουν ορισμένους ανηλίκους σε λιγότερο ελεγχόμενα διαδικτυακά περιβάλλοντα. Για κοινωνικά απομονωμένα παιδιά, εξάλλου, η διαδικτυακή επικοινωνία μπορεί να αποτελεί σημαντικό μέσο συμμετοχής και κοινωνικοποίησης.
Υπάρχει και η διάσταση των προσωπικών δεδομένων. Η επαλήθευση ηλικίας πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς να απαιτείται από όλους τους χρήστες να παραδίδουν ευαίσθητα στοιχεία ταυτότητας στις πλατφόρμες. Η ελληνική πρόβλεψη για αξιοποίηση του Gov.gr Wallet και του Kids Wallet μέσω διακριτικών ηλικίας επιχειρεί να περιορίσει αυτόν τον κίνδυνο, παρέχοντας μόνο την πληροφορία αν ο χρήστης έχει συμπληρώσει το προβλεπόμενο όριο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το γαλλικό προηγούμενο. Τον Αύγουστο του 2026, το Συνταγματικό Συμβούλιο της Γαλλίας ακύρωσε διάταξη γενικευμένης απαγόρευσης πρόσβασης κάτω των 15 ετών, κρίνοντας ότι δεν εξασφάλιζε την αναγκαία αναλογικότητα ως προς την ελευθερία έκφρασης και επαρκείς εγγυήσεις ιδιωτικότητας. Η απόφαση δεν δεσμεύει την Ελλάδα, υπογραμμίζει όμως ότι ακόμη και η προστασία των ανηλίκων πρέπει να επιδιώκεται με μέτρα που σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα.
Η εφαρμογή θα κρίνει την πραγματική επιτυχία
Από την 1η Ιανουαρίου 2027, η ελληνική πολιτεία θα βρεθεί αντιμέτωπη με την πρακτική δοκιμασία της νέας ρύθμισης. Η αποτελεσματικότητα θα εξαρτηθεί από τη συμμόρφωση των πλατφορμών, την αξιοπιστία της επαλήθευσης ηλικίας και τη δυνατότητα ουσιαστικής εποπτείας. Εξίσου καθοριστική θα είναι η συμπληρωματική πολιτική που θα εφαρμοστεί στα σχολεία και στις οικογένειες. Η ψηφιακή εκπαίδευση, η ενημέρωση των γονέων και η αντιμετώπιση του διαδικτυακού εκφοβισμού δεν μπορούν να εξαντληθούν στην ύπαρξη ενός ηλικιακού ορίου.
Η αξιολόγηση, επιπλέον, θα πρέπει να εξετάζει περισσότερα από τον αριθμό λογαριασμών που απενεργοποιήθηκαν. Η βελτίωση του ύπνου, η μείωση των περιστατικών παρενόχλησης, η ψυχική ευεξία και η ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων αποτελούν ουσιαστικότερους δείκτες επιτυχίας. Παράλληλα, η πολιτεία οφείλει να διατηρήσει τη δυνατότητα αναθεώρησης επιμέρους προβλέψεων εφόσον προκύψουν σοβαρές ανεπιθύμητες συνέπειες. Η επιστημονική αξιολόγηση προσφέρει τον μηχανισμό ώστε η νομοθεσία να προσαρμόζεται στις πραγματικές ανάγκες των παιδιών και στην τεχνολογική εξέλιξη.
Η ψήφιση του νόμου σηματοδοτεί μια αλλαγή στον τρόπο αντιμετώπισης των μεγάλων ψηφιακών πλατφορμών. Το κράτος αναλαμβάνει ενεργότερο ρόλο στην προστασία των ανηλίκων, αναγνωρίζοντας ότι η οικογένεια αδυνατεί να αντιμετωπίσει μόνη της τις συνέπειες ενός ιδιαίτερα ισχυρού επιχειρηματικού και τεχνολογικού περιβάλλοντος. Η ευρωπαϊκή σύγκλιση γύρω από την ανάγκη ηλικιακών περιορισμών ενισχύει τη θεσμική βάση αυτής της κατεύθυνσης. Η συζήτηση για την αναλογικότητα και τους κινδύνους εφαρμογής παραμένει εξίσου αναγκαία.
Το πραγματικό στοίχημα της ελληνικής νομοθέτησης είναι να μετατραπεί ο ηλικιακός περιορισμός σε μετρήσιμη προστασία των παιδιών. Η επιτυχία του θα αποτυπωθεί στην καθημερινότητά τους, στην ουσιαστική ασφάλειά τους και στην ικανότητά τους να αποκτήσουν σταδιακά μια υγιή σχέση με τον ψηφιακό κόσμο.