Πώς μπορεί ο σκύλος να μας προστατεύσει από το στρες – Τι αποκαλύπτει νέα έρευνα

Η σωματική επαφή με τον σκύλο μας φαίνεται να συνδέεται με ηπιότερες αντιδράσεις του οργανισμού σε μια νέα αγχωτική κατάσταση

Πώς μπορεί ο σκύλος να μας προστατεύσει από το στρες – Τι αποκαλύπτει νέα έρευνα
unsplash

Η σχέση με τα κατοικίδιά μας δεν περιορίζεται στη συντροφιά, την τρυφερότητα και τις ευχάριστες στιγμές που μοιραζόμαστε μαζί τους. Φαίνεται πως μπορεί να επηρεάζει θετικά και τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός μας ανταποκρίνεται στο στρες.

Μάλιστα, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη, ακόμη και μια τόσο απλή κίνηση όσο το να χαϊδέψουμε τον σκύλο μας ενδέχεται να λειτουργεί προστατευτικά απέναντι σε μια αγχωτική εμπειρία που ακολουθεί. Τα αποτελέσματα της έρευνας, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Biological Psychology, δείχνουν ότι η σωματική επαφή με τα κατοικίδια ενδέχεται να έχει ευεργετική επίδραση στον άνθρωπο. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι αυτή η επαφή δεν συμβάλλει απαραίτητα στην ταχύτερη ηρεμία του σώματος μετά από μια στρεσογόνα κατάσταση. Αντίθετα, μπορεί να συνδέεται με μια πιο ήπια αντίδραση του οργανισμού όταν έρθει αντιμέτωπος με ένα νέο γεγονός που προκαλεί άγχος.

Η σωματική επαφή και η επίδρασή της στο στρες

Πολλές έρευνες έχουν καταδείξει ότι η επαφή με τα κατοικίδια μπορεί να μας βοηθήσει να χαλαρώσουμε και να αισθανθούμε καλύτερα, κυρίως όταν βιώνουμε ένταση και άγχος.

Για παράδειγμα, όταν χαϊδεύουμε έναν σκύλο, είναι πιθανό να αισθανόμαστε μεγαλύτερη ηρεμία, ενώ ενδέχεται να περιορίζεται και η σωματική ένταση που συνοδεύει το στρες. Οι επιστήμονες, ωστόσο, θέλησαν να εξετάσουν ένα συγκεκριμένο ερώτημα: Αρκεί η παρουσία του σκύλου μας ή παίζει ιδιαίτερο ρόλο και η σωματική επαφή μαζί του, όπως το άγγιγμα και το χάδι; Αυτό ήταν το βασικό αντικείμενο μιας έρευνας που πραγματοποιήθηκε από ομάδα του Πανεπιστημίου του Ίνσμπρουκ στην Αυστρία, υπό την καθοδήγηση της ερευνήτριας ψυχολογίας Vanessa Kaufmann.

Πώς πραγματοποιήθηκε η έρευνα

Στην έρευνα έλαβαν μέρος 64 ενήλικοι κηδεμόνες σκύλων, εκ των οποίων οι 51 ήταν γυναίκες και οι 13 άνδρες. Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν περίπου 34 έτη. Τόσο οι ίδιοι όσο και τα κατοικίδιά τους ήταν υγιείς, ενώ οι σκύλοι ήταν ηλικίας τουλάχιστον δύο ετών. Οι ερευνητές υπέβαλαν τους συμμετέχοντες σε δοκιμασίες που είχαν σχεδιαστεί ώστε να προκαλούν άγχος. Μεταξύ άλλων, έπρεπε να απαντούν γρήγορα σε ερωτήσεις γενικών γνώσεων ή να πραγματοποιούν μαθηματικούς υπολογισμούς μέσα σε περιορισμένο χρόνο.

Παράλληλα, ένας αξιολογητής παρακολουθούσε την προσπάθειά τους και σχολίαζε αρνητικά την απόδοσή τους, εντείνοντας την πίεση που αισθάνονταν. Κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών, οι επιστήμονες κατέγραφαν τη λειτουργία της καρδιάς και την εγκεφαλική δραστηριότητα των συμμετεχόντων. Μετά την ολοκλήρωση της πρώτης δοκιμασίας, ακολουθούσε ένα πεντάλεπτο διάλειμμα. Σε αυτό το χρονικό διάστημα, ορισμένοι συμμετέχοντες είχαν τη δυνατότητα να χαϊδέψουν ελεύθερα τον σκύλο τους. Άλλοι μπορούσαν να έχουν το ζώο κοντά τους, χωρίς όμως να το αγγίζουν, καθώς εκείνο παρέμενε δεμένο σε κάποια απόσταση. Έπειτα, όλοι υποβλήθηκαν σε έναν δεύτερο κύκλο δοκιμασιών που προκαλούσαν επίσης άγχος. Με αυτόν τον τρόπο, οι ερευνητές εξέτασαν κατά πόσο η σωματική επαφή με τον σκύλο επηρέαζε την αντίδραση των ανθρώπων σε μια νέα στρεσογόνα συνθήκη.

Τι αποκάλυψαν τα αποτελέσματα

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι απαιτητικές δοκιμασίες προκάλεσαν άγχος στους συμμετέχοντες. Οι καρδιακοί τους παλμοί αυξήθηκαν, ενώ καταγράφηκαν και άλλες μεταβολές στη λειτουργία της καρδιάς και του εγκεφάλου, οι οποίες σχετίζονται με την ένταση και την εγρήγορση.

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, ωστόσο, παρουσίασε η αντίδρασή τους όταν κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν για δεύτερη φορά μια αγχωτική συνθήκη. Οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι όσοι είχαν χαϊδέψει τον σκύλο τους δεν επέστρεφαν κατ’ ανάγκη πιο γρήγορα στην προηγούμενη, πιο ήρεμη κατάσταση μετά την πρώτη δοκιμασία. Όταν, όμως, χρειάστηκε να συμμετάσχουν ξανά σε μια αγχωτική διαδικασία, εμφάνισαν ηπιότερες σωματικές αντιδράσεις σε σχέση με εκείνους που δεν είχαν αγγίξει το κατοικίδιό τους. Με άλλα λόγια, το χάδι δεν φάνηκε να επιταχύνει την υποχώρηση του άγχους που είχε ήδη προκληθεί. Αντίθετα, συνδέθηκε με μια πιο ήπια αντίδραση του οργανισμού όταν οι συμμετέχοντες βρέθηκαν αντιμέτωποι με το στρες για δεύτερη φορά.

Μπορεί ο σκύλος μας να επηρεάζει το σώμα μας χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε;

Ένα ακόμη αξιοσημείωτο εύρημα της μελέτης ήταν ότι οι συμμετέχοντες δεν αντιλαμβάνονταν πάντοτε τις αλλαγές που σημειώνονταν στον οργανισμό τους. Ειδικότερα, το επίπεδο άγχους που δήλωναν ότι αισθάνονταν δεν αντιστοιχούσε απόλυτα στα δεδομένα που κατέγραφαν οι μετρήσεις της καρδιάς και του εγκεφάλου τους. Αυτό υποδηλώνει ότι η επαφή με έναν σκύλο ενδέχεται να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά το σώμα μας στο στρες, ακόμη και όταν δεν αντιλαμβανόμαστε κάποια σαφή αλλαγή στο πώς αισθανόμαστε.

Ωστόσο, τα αποτελέσματα χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία. Η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι κάθε χάδι μειώνει το άγχος, ούτε ότι η επαφή με ένα κατοικίδιο μπορεί να υποκαταστήσει άλλες μεθόδους αντιμετώπισής του. Επιπλέον, η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε σχετικά περιορισμένο αριθμό συμμετεχόντων και υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Απαιτούνται περισσότερες μελέτες, προκειμένου να διαπιστωθεί η διάρκεια αυτής της πιθανής επίδρασης, αν αφορά μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων και αν μπορεί να παρατηρηθεί και στην επαφή με άλλα κατοικίδια.

Η συγκεκριμένη έρευνα προσθέτει ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο στη γνώση μας για τη σχέση ανθρώπων και κατοικιδίων. Ένας σκύλος μπορεί να μας προσφέρει συντροφιά και συναισθηματική υποστήριξη, αλλά φαίνεται πως ενδεχομένως έχει σημασία και η σωματική επαφή μαζί του. Έτσι, ένα χάδι πριν από μια δύσκολη συνάντηση, μια απαιτητική εργασία ή μια αγχωτική στιγμή δεν αποτελεί αποδεδειγμένα έναν αποτελεσματικό τρόπο αποφυγής του στρες. Θα μπορούσε, ωστόσο, να συμβάλει σε μια ηπιότερη σωματική αντίδραση απέναντι σε καταστάσεις που μας προκαλούν ένταση. Και ίσως αυτό να αναδεικνύει την αξία αυτών των μικρών καθημερινών στιγμών χαλάρωσης που μοιραζόμαστε με τον τετράποδο φίλο μας.