Ισλανδία-Δημοψήφισμα: Επικράτησε το «όχι» στην επανέναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ
Οριστικό είναι το αποτέλεσμα υπέρ του «όχι» που επικράτησε στο δημοψήφισμα στην Ισλανδία για την επανάληψη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τα τελικά επίσημα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος που δόθηκαν στη δημοσιότητα.
Στο ερώτημα «Πρέπει η Ισλανδία να επαναλάβει τις διαπραγματεύσεις ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση;», το 52,8% των Ισλανδών απάντησε «όχι» και το 47,2% «ναι» στο δημοψηφίσμα που διεξήχθη χθες Σάββατο, σύμφωνα με την επίσημη καταμέτρηση που μετέδωσε το δίκτυο της δημόσιας τηλεόρασης RUV, μετά την καταμέτρηση όλων των ψηφοδελτίων.
Το χρονικό που οδήγησε στο δημοψήφισμα
Η Ισλανδία υπέβαλε αίτημα ένταξης στην ΕΕ το 2009, στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης που μέσα σε λίγες εβδομάδες διέλυσε μεγάλο μέρος του τραπεζικού της τομέα. Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν το 2010 και προχώρησαν σε 27 κεφάλαια, από τα οποία τα 11 έκλεισαν προσωρινά. Ωστόσο, η ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση τις ανέστειλε το 2013.
Δύο χρόνια αργότερα, η Ισλανδία απέσυρε επισήμως την υποψηφιότητά της, σε μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις κατά τις οποίες η διαδικασία διεύρυνσης της ΕΕ οδηγήθηκε σε επίσημη οπισθοχώρηση. Η κεντροαριστερή κυβέρνηση, η οποία κέρδισε τις εκλογές του 2024 έχοντας δεσμευτεί για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, διαπίστωσε έπειτα από σχετική έρευνα ότι οι Βρυξέλλες δεν είχαν ποτέ ακυρώσει την αίτηση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιβεβαίωσε ότι η Ισλανδία θα μπορούσε να συνεχίσει από το σημείο στο οποίο είχε σταματήσει. Αυτό που άλλαξε από το 2015 έως σήμερα δεν εντοπίζεται πρωτίστως στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά στην Ουάσινγκτον.
Οι επανειλημμένες αναφορές του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στο ενδεχόμενο οι Ηνωμένες Πολιτείες να επιδιώξουν την απόκτηση της Γροιλανδίας, της αυτόνομης περιοχής της Δανίας που βρίσκεται βορειοδυτικά της Ισλανδίας, προκάλεσαν στο Ρέικιαβικ μεγαλύτερη ανησυχία από εκείνη που είχαν δημιουργήσει χρόνια συζητήσεων για τη διεύρυνση της ΕΕ.
Η αμυντική συμφωνία ΗΠΑ – Ισλανδίας του 1951 αποτελεί τη βάση της αρχιτεκτονικής ασφαλείας της χώρας. Η παρουσίαση, όμως, της κυριαρχίας στην Αρκτική από τον Τραμπ ως ενός ζητήματος που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης, εισήγαγε ένα στοιχείο αβεβαιότητας στη συγκεκριμένη σχέση, το οποίο οι διπλωμάτες δεν κατάφεραν να παραβλέψουν.
Ο Τομπίας Έτζολντ, από το European Policy Centre, επισήμανε ότι οι αυξανόμενες αμφιβολίες για την αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών, σε συνδυασμό με την εχθρική στάση της Ρωσίας, έδωσαν «νέα δυναμική» σε μια συζήτηση για την ΕΕ που παρέμενε επί χρόνια αδρανής.