Φαιδρά Πορτοκαλέα #033: Ο ΠΑΟΚ, η Βιολάντα και ο πόνος….
Σωπαίνει η σάτιρα και μιλά η πόλη.
Αυτή την εβδομάδα η Φαιδρά Πορτοκαλέα, ως φόρο τιμής στους νεκρούς, τόσο στους φιλάθλους του ΠΑΟΚ όσο και στους εργαζόμενους της βιομηχανίας Βιολάντα, δεν έχει διάθεση να σατιρίσει. Υπάρχουν στιγμές που το χαμόγελο οφείλει να κάνει στην άκρη, όχι από αδυναμία, αλλά από σεβασμό. Υπάρχουν στιγμές που οι λέξεις βαραίνουν περισσότερο από τα αστεία και ζητούν να ειπωθούν αλλιώς.
Ο ΠΑΟΚ δεν είναι απλώς μια ομάδα. Είναι μια μεγάλη οικογένεια, με δεσμούς που δεν μετριούνται σε βαθμούς και τρόπαια, αλλά σε κοινές αναμνήσεις, σε Κυριακές που έγιναν ιεροτελεστία, σε φωνές που ενώνονται και γίνονται μία. Είναι πατεράδες που έπιασαν το χέρι των παιδιών τους και τα πήγαν πρώτη φορά στο γήπεδο, είναι φίλοι που μεγάλωσαν μαζί στις ίδιες κερκίδες, είναι μια συλλογική ταυτότητα που περνά από γενιά σε γενιά.
Όταν χάνονται άνθρωποι από αυτή τη μεγάλη οικογένεια, το πένθος δεν περιορίζεται στα χρώματα της φανέλας. Απλώνεται σε ολόκληρη τη Θεσσαλονίκη και ακόμη πιο πέρα. Γιατί εδώ ο ΠΑΟΚ δεν είναι απλώς αθλητισμός, είναι τρόπος να ανήκεις κάπου, να νιώθεις ότι δεν είσαι μόνος. Και όταν σβήνουν ζωές, σβήνει για λίγο και ο θόρυβος της πόλης, σαν να κρατά συλλογικά την ανάσα της.
Η απώλεια αυτή πλήγωσε βαθιά, όχι μόνο τους φιλάθλους, αλλά κάθε άνθρωπο που καταλαβαίνει τι σημαίνει κοινότητα. Μας θύμισε πόσο εύθραυστα είναι όλα, πόσο γρήγορα μπορεί η χαρά να μετατραπεί σε σιωπή. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, εκεί που συνήθως θα μπαίνανε οι αιχμές και τα πειράγματα, σήμερα χωρά μόνο η σκέψη και η συμπόνια.
Ίσως τελικά αυτές οι στιγμές να είναι που μας διδάσκουν κάτι πιο ουσιαστικό. Ότι πριν από τις ομάδες, πριν από τις δουλειές, πριν από τις διαφωνίες και τα πάθη, προηγείται η ανθρώπινη ζωή. Και ότι μια πόλη φαίνεται πιο καθαρά όχι όταν πανηγυρίζει, αλλά όταν πενθεί ενωμένη, με αξιοπρέπεια και σεβασμό.
Ο πόνος που μοιράζεται γίνεται πιο ελαφρύς, ο πόνος που μένει μόνος γίνεται βαρύτερος
Άλμπερτ Σβάιτσερ, γεννήθηκε το 1875 στην Αλσατία και υπήρξε ταυτόχρονα γιατρός, φιλόσοφος, θεολόγος, μουσικός και ανθρωπιστής
Όταν η εργασία γίνεται σιωπή
Ως φόρο τιμής στους εργαζόμενους που χάθηκαν στη φονική φωτιά στη βιομηχανία Βιολάντα, δεν υπάρχει χώρος για σάτιρα, δεν υπάρχει διάθεση για ειρωνεία. Υπάρχει μόνο η ανάγκη να ειπωθούν λίγες λέξεις με σεβασμό, για ανθρώπους που έφυγαν κάνοντας αυτό που κάνουν καθημερινά χιλιάδες συμπολίτες μας, δουλεύοντας.
Οι εργαζόμενοι αυτοί δεν ήταν πρόσωπα των δελτίων ειδήσεων. Ήταν άνθρωποι της βάρδιας, του ξυπνητηριού πριν χαράξει, του καφέ στο χέρι, της ευθύνης να επιστρέψουν το βράδυ στο σπίτι. Ήταν πατεράδες, μητέρες, παιδιά, φίλοι. Άνθρωποι που μπήκαν σε έναν χώρο εργασίας θεωρώντας αυτονόητο ότι το μεροκάματο δεν θα τους κοστίσει τη ζωή.
Η φωτιά δεν έκαψε μόνο ένα εργοστάσιο. Έκαψε βεβαιότητες. Έκαψε τη σιωπηλή συμφωνία που όλοι κάνουμε με την καθημερινότητα, ότι η δουλειά, όσο σκληρή κι αν είναι, δεν θα μετατραπεί σε παγίδα θανάτου. Και όταν αυτή η συμφωνία σπάει, το σοκ δεν αφορά μόνο τις οικογένειες των θυμάτων. Αφορά ολόκληρη την κοινωνία.
Η Θεσσαλονίκη και όχι μόνο, ένιωσε αυτή την απώλεια σαν βάρος κοινό. Γιατί τέτοιες τραγωδίες δεν χωρούν σε στατιστικές, ούτε ξεπερνιούνται με ανακοινώσεις. Μας θυμίζουν με τον πιο ωμό τρόπο ότι πίσω από κάθε παραγωγή, κάθε προϊόν, κάθε βιομηχανία, υπάρχουν άνθρωποι. Και ότι η ασφάλεια, η πρόληψη και η αξία της ανθρώπινης ζωής δεν είναι λεπτομέρειες, αλλά θεμέλια.
Σήμερα δεν χρειάζονται μεγάλα λόγια. Χρειάζεται μνήμη, ευθύνη και σεβασμός. Και η σιωπή, όταν είναι τίμια, μπορεί να πει περισσότερα από χίλιες λέξεις.
Η εργασία τιμά τον άνθρωπο μόνο όταν τον επιστρέφει ζωντανό στο σπίτι του, αλλιώς παύει να είναι μόχθος και γίνεται τραγωδία
ΦΑΙΔΡΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΑ
Ο Πόνος δεν είναι κάλπη, είναι μνήμη
Μέσα σε λίγες μέρες, η χώρα είδε δυο τραγωδίες να ανοίγουν την ίδια πληγή με διαφορετικό τρόπο, επτά φίλαθλοι του ΠΑΟΚ χάθηκαν σε τροχαίο στη Ρουμανία, πέντε εργαζόμενες στη Βιολάντα σκοτώθηκαν στην φονική έκρηξη και φωτιά στο εργοστάσιο στα Τρίκαλα.
Και όπως πάντα, πριν καν στεγνώσει το δάκρυ, ξεκινά η γνωστή παρέλαση, κάποιοι τρέχουν να γίνουν ιδιοκτήτες της θλίψης, να φωτογραφηθούν δίπλα στην οδύνη, να ρίξουν την ατάκα τους, να ανεβάσουν το πένθος σε στόρι, να στήσουν μικρόφωνα πάνω από ανθρώπους που ακόμη δεν μπορούν να αρθρώσουν λέξη. Το πένθος, όμως, δεν είναι προεκλογικό έντυπο, δεν μπαίνει σε ρητορικές προσφορές, δεν χωρά σε κομματικά λογότυπα.
Αν υπάρχει κάτι που οφείλουμε στους νεκρούς, δεν είναι τα εύκολα χειροκροτήματα, ούτε τα τηλεοπτικά δάχτυλα που δείχνουν πάντα τον απέναντι, είναι η στοιχειώδης αξιοπρέπεια, να μην μετατρέπουμε την απώλεια σε εργαλείο, να μην κάνουμε την αγανάκτηση σκηνικό, να μην εμπορευόμαστε την οργή.
Γιατί όταν ο πόνος καπηλεύεται, χάνει την ιερότητά του, κι εμείς χάνουμε κάτι χειρότερο από την ψυχραιμία μας, χάνουμε την ανθρωπιά μας.
Το πένθος είναι ένας τόπος όπου η ψυχή μαθαίνει ότι η αγάπη δεν τελειώνει με τον θάνατο, αλλά αλλάζει μορφή και βαραίνει τη σιωπή
Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Τσεχο-Αυστριακός λυρικός ποιητής και πεζογράφος,