Φαιδρά Πορτοκαλέα #032: Η Ρυθμισαταξία, ο δημοτικός παρκινοαφαιρετισμός, οι θρύλοι, η Τροπολογίτιδα, η αξιοκρατία, οι Μπροστινοί, ο Νεοέλληνας, το φανταστικό Υπουργείο και η Γροιλανδία…
Για τον Θανάση και τον Θόδωρο, δεν χάθηκαν απλώς δύο πρόσωπα. Έσβησαν δύο ολόκληροι κόσμοι.
Δοσολογία χωρίς Δόσεις, Η Μεγάλη Ρυθμισαταξία
“Ρυθμισαταξία” (ουσ. θηλ.) – Κατάσταση απόλυτης ακαταστασίας και διοικητικής σύγχυσης γύρω από τις ρυθμίσεις οφειλών, ιδίως όταν αυτές εξαγγέλλονται μεγαλόπρεπα αλλά δεν εφαρμόζονται ποτέ. Συνώνυμο του “λέμε-λέμε-και-τίποτα”.
Καθώς οι επαγγελματίες της χώρας βουλιάζουν στην απόγνωση, περιμένοντας εξατομικευμένες ρυθμίσεις που όλο έρχονται αλλά ποτέ δεν φτάνουν, το Υπουργείο Εργασίας, υπό τη στιβαρή, πλην αόρατη, καθοδήγηση της κας Κεραμέως, θυμίζει κάτι ανάμεσα σε φάντασμα αποκριών και κουκλοθέατρο με κομμένες κλωστές.
Εδώ και μήνες, η περιβόητη είσοδος ιδιωτών στη διαχείριση των οφειλών έχει καταντήσει το εθνικό μας ανέκδοτο. Αναμενόταν λέει ο διαγωνισμός από τον Αύγουστο αλλά μάλλον χάθηκε στον δρόμο, ίσως πήγε διακοπές με τα αυθαίρετα στη Μύκονο. Το αποτέλεσμα; Οι ρυθμίσεις που επαγγέλλονταν «ανάσα» για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις έμειναν στο στάδιο του power point. Εξατομίκευση, λέει, με βάση το εισόδημα. Τόσο εξατομικευμένη που… δεν εφαρμόστηκε σε κανέναν.
Και ενώ οι υπηρεσίες του ΕΦΚΑ χτυπούν συναγερμό, ενώ οι επαγγελματικοί φορείς φωνάζουν με ντουντούκες (όσο τους επιτρέπεται, γιατί δεν έχουν και τρακτέρ να κάνουν μπλόκα στην Εθνική), η κα Κεραμέως επιδεικνύει μια εντυπωσιακή προσήλωση στο… τίποτα. Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο πώς κάποιος μπορεί να ενημερώνεται επανειλημμένα για μια κρίση και να εξακολουθεί να λειτουργεί σαν να διαβάζει βιβλίο για το υπουργείο από κάποιο παράλληλο σύμπαν.
Μέσα σε αυτήν την έκρυθμη αταξία, την πρωτοφανή ανοργανωσιά και την απόλυτη αδυναμία εφαρμογής σοβαρής πολιτικής ρυθμίσεων, επανέρχεται με επιτακτικό τρόπο το αίτημα για τις 120 δόσεις. Όχι ως γενναιόδωρη παραχώρηση, αλλά ως στοιχειώδης πράξη λογικής και επιβίωσης. Το ζητούν όλοι, επαγγελματίες, λογιστές, φορείς, ακόμα και υπάλληλοι του ίδιου του ΕΦΚΑ που βλέπουν την καθημερινή απόγνωση. Όταν η κυβέρνηση δεν μπορεί να εφαρμόσει ένα ευέλικτο και δίκαιο σύστημα προσαρμοσμένων ρυθμίσεων, τότε η επιστροφή στις 120 δόσεις δεν είναι επιλογή, είναι αναγκαιότητα. Και κάθε μέρα που καθυστερεί, γράφεται μια ακόμα σελίδα απώλειας για την πραγματική οικονομία.
Μέχρι τότε, χιλιάδες επαγγελματίες θα συνεχίσουν να παλεύουν μόνοι τους με χρέη που αυγαταίνουν, ελπίζοντας σε ένα κράτος που θυμάται την ύπαρξή τους μόνο όταν έρθει η ώρα της είσπραξης. Κι η Υπουργός; Ίσως ετοιμάζει κάποιο νέο νομοσχέδιο για την «ενίσχυση της καινοτομίας στην καθυστέρηση».
Από την αδράνεια γεννιέται η απελπισία. Από τη δράση, η ελπίδα
Γκαίτε
Παρκινοαφαιρετισμός στο κέντρο της πόλης
Υπάρχει μια στιγμή σε κάθε μεγάλο δημόσιο έργο που δεν αναρωτιέσαι πια αν θα ταλαιπωρηθείς, το έχεις αποδεχτεί, το έχεις βάλει στο πρόγραμμα, όπως βάζεις το κρύο τον Γενάρη και τα διόδια στην Εγνατία. Υπάρχει όμως και η στιγμή που λες, εδώ δεν μιλάμε για ταλαιπωρία, εδώ μιλάμε για καθαρή έμπνευση, για εκείνο το ιδιαίτερο είδος σκέψης που γεννιέται μόνο σε γραφεία με κλειστά παράθυρα και ανοιχτά PowerPoint.
Διότι άλλο πράγμα η πεζοδρόμηση της Αγίας Σοφίας, έργο, ανάπλαση, μέλλον, πλακάκια, παγκάκια, και άλλο πράγμα να καταργείς θέσεις πάρκινγκ επειδή δεν γίνεται αλλιώς. Και άλλο, εντελώς άλλο, να λες, ας το πάμε ένα βήμα παραπέρα, ας εξαφανίσουμε και τις υπάρχουσες θέσεις στην Καρόλου Ντηλ, Μητροπόλεως με Προξένου Κορομηλά, και ας τις κάνουμε για μηχανάκια. Γιατί, γιατί μπορούμε. Γιατί έτσι. Γιατί κάποιος το σκέφτηκε και δεν βρέθηκε ούτε ένας να πει, μήπως να το ξαναδούμε.
Κάπου εδώ γεννιέται το ερώτημα. Ποιος εγκέφαλος, ποια φωτεινή διάνοια του Δήμου Θεσσαλονίκης είπε, την ώρα που κόβουμε θέσεις λόγω έργων, ας κόψουμε κι άλλες, όχι επειδή χρειάζεται, αλλά για να τις χαρίσουμε σε μηχανάκια, μέσα στον χειμώνα, με βροχή, κρύο και ανέμους που σε σπρώχνουν μέχρι την Καλαμαριά. Είναι μια σκέψη σχεδόν ποιητική, σαν να λες στον οδηγό αυτοκινήτου, άσε το αμάξι σου στο σπίτι, πάρε πατίνι, ή καλύτερα, περπάτα, θα σου κάνει καλό, ακόμα κι αν κουβαλάς ψώνια, δουλειές και την υπομονή σου.
Η πόλη βέβαια δεν ζητά θαύματα. Ζητά μια στοιχειώδη λογική. Αντέχει τα έργα, αντέχει τις κορδέλες, αντέχει τους εκσκαφείς. Αυτό που δεν αντέχει είναι την αίσθηση ότι κάποιος προσθέτει ταλαιπωρία όχι από ανάγκη, αλλά από μια περίεργη δημιουργική παρόρμηση, ή τελικά από μια ανεξήγητη διάθεση εξυπηρέτησης ορισμένων πιθανών συμφερόντων, τα οποία πάντα εμφανίζονται ως συμπτώσεις και ποτέ ως αποφάσεις με ονοματεπώνυμο. Σαν να υπάρχει ένας αόρατος διαγωνισμός, ποιος θα δυσκολέψει λίγο ακόμα την καθημερινότητα, χωρίς να υπάρχει απολύτως κανένας σοβαρός λόγος, τουλάχιστον κανένας που να μπορεί να ειπωθεί δυνατά……..
Και κάπως έτσι η Θεσσαλονίκη δεν πεζοδρομείται απλώς, φιλοσοφεί.. και η λογική, όπως και οι θέσεις πάρκινγκ, δεν είναι πάντα διαθέσιμη στο κέντρο.
Δύο πράγματα είναι άπειρα, το σύμπαν και η ανθρώπινη βλακεία, και για το σύμπαν δεν είμαι σίγουρος.
Άλμπερτ Αϊνστάιν
Όταν φεύγουν οι θρύλοι, σωπαίνει λίγο η πόλη
Κάποιοι άνθρωποι είναι σαν γωνιακά μαγαζιά, δεν χρειάζονται ταμπέλες, δεν φωνάζουν, δεν κάνουν διαφήμιση. Απλώς υπάρχουν, κι όλοι ξέρουμε πού να τους βρούμε. Κι όταν, μια μέρα, κατεβάσουν ρολά για τελευταία φορά, δεν είναι μόνο που σβήνει το φως, είναι που αλλάζει η γειτονιά για πάντα.
Έφυγε, λοιπόν, ο Θανάσης Βαγιάτας ο άνθρωπος που έκανε μια στοά της Βασιλέως Ηρακλείου το κέντρο της πολιτικής (και ουζο-πολιτικής) ζωής της Θεσσαλονίκης. Ο δημιουργός των “Βομβιδίων”, που αν δεν τα δοκίμασες, δεν έζησες Θεσσαλονίκη. Μυστική συνταγή , λένε, αλλά το μυστικό δεν ήταν ποτέ το κύμινο ή η κανέλα. Ήταν η αγάπη του για τον κόσμο. Ήταν εκείνη η ηρεμία του, που κουλάρει και το πιο τσιτωμένο τραπέζι, εκείνο το χιούμορ που περνούσε κάτω απ’ το τραπέζι και σε χτυπούσε ξαφνικά στο γόνατο την ώρα που ετοιμαζόσουν να πάρεις στα σοβαρά τον εαυτό σου.
Κι έφυγε και ο Θόδωρος Παπαδόπουλος,ο κύριος Berlin. Ο DJ, ο μπάρμαν, ο οικοδεσπότης κάθε ξέφρενου Σαββατόβραδου, κάθε μεγάλης εξόδου που ξεκινούσε με “ένα ποτό και βλέπουμε” και τέλειωνε ξημέρωμα, με χορούς πάνω στα ηχεία και καρδιές χτυπημένες απ’ τα μπάσα και τον έρωτα. Το Berlin δεν ήταν απλώς μπαρ. Ήταν τελετή ενηλικίωσης για κάθε πιτσιρικά της πόλης, σχολή νύχτας, και καταφύγιο για όσους ήθελαν να χαθούν στη μουσική και να βρουν τον εαυτό τους στο μπαρ.
Δυο άνθρωποι από τελείως διαφορετικούς κόσμους, ο ένας έψηνε σουτζουκάκια, ο άλλος έβαζε μουσικές κι όμως, έκαναν το ίδιο πράγμα, ένωναν ανθρώπους. Έχτισαν παρέες, δημιούργησαν μνήμες. Έφτιαξαν μια Θεσσαλονίκη πιο ζωντανή, πιο αληθινή.
Κι όσο φεύγουν αυτοί, η πόλη χάνει κομμάτια της ψυχής της. Γίνεται λίγο πιο σιωπηλή, λίγο πιο άγευστη, λίγο πιο αδιάφορη. Αλλά κάτι θα μείνει. Η μυρωδιά από τα βομβίδια. Ένα κομμάτι από Cure στο μπαρ. Και μια πόλη που τους χρωστάει για όλα εκείνα που δεν έγραψαν ποτέ στις ταμπέλες τους.
Για τον Θανάση και τον Θόδωρο, δεν χάθηκαν απλώς δύο πρόσωπα. Έσβησαν δύο ολόκληροι κόσμοι. Μα τους θυμόμαστε όπως τους ζήσαμε, με γεμάτα ποτήρια, φαγητά στα όρθια και μουσικές που ακόμη αντηχούν
Όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει, χάνεται ένα πρόσωπο. Όταν ένας αληθινός άνθρωπος πεθαίνει, χάνεται ένας κόσμος
Jean Cocteau, Γάλλος Συγραφέας
Τροπολογίτιδα α λα καρτ, όταν το κράτος γίνεται γραφείο εξυπηρέτησης συγγενών και φίλων
Υπάρχει μια παλιά ελληνική βεβαιότητα που περνάει από γενιά σε γενιά, αν δεν βγάζει άκρη ο νόμος, φτιάχνουμε άλλον. Αν δεν βολεύει η διαδικασία, τη συντομεύουμε. Αν πάλι δεν μας εξυπηρετεί η δικαιοσύνη, την ξαναφέρνουμε από την αρχή, μέχρι να μας βγει το αποτέλεσμα που θέλουμε. Κάπως έτσι, με τη φυσικότητα που αλλάζεις λάστιχο στο αυτοκίνητο, εμφανίστηκε η περίφημη ρύθμιση για τη συνεπιμέλεια τέκνων, που, όλως τυχαίως, έτυχε να χρησιμοποιηθεί πρώτη από την υπουργό Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη.
Το επιχείρημα είναι γνωστό και δοκιμασμένο. Δεν είναι τροπολογία, είναι άρθρο. Δεν είναι φωτογραφική, είναι γενική. Δεν είναι προσωπική υπόθεση, αφορά όλο τον λαό. Κι αν τελικά αφορά και λίγο περισσότερο έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, ε, αυτά συμβαίνουν στις δημοκρατίες, συμπτώσεις της ζωής. Ο πρώην σύζυγος, Μίνως Μάτσας, απλώς είχε την ατυχία να βρίσκεται στην ίδια ιστορία, την ώρα που η Βουλή έδειχνε για άλλη μια φορά πόσο ευέλικτη μπορεί να γίνει όταν υπάρχει βούληση, καλή διάθεση και ένα επείγον άρθρο σφηνωμένο σε κάποιο άσχετο νομοσχέδιο.
Οι κυβερνητικές απαντήσεις ήρθαν με τον γνώριμο τόνο του καθησυχαστικού πατέρα που εξηγεί στο παιδί ότι όλα γίνονται για το καλό του. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης και ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης μας είπαν, με σοβαρό ύφος και αριθμούς, ότι η διάταξη ψηφίστηκε από πολλούς, άρα είναι καλή. Λογική απλή, σχεδόν συγκινητική. Αν το ψήφισαν 179, τότε δεν μπορεί να είναι προσωπικό. Κι αν αύριο το ψηφίσουν 200, θα είναι σχεδόν φιλανθρωπία.
Κάπου εδώ όμως ανοίγει η κεκόπορτα. Γιατί αν μια υπουργός μπορεί να ξαναστήσει τη δικαστική της υπόθεση από την αρχή, τότε γιατί όχι κι εμείς. Ήδη σχηματίζονται ουρές έξω από τα γραφεία των βουλευτών. Ο ένας ζητά τροπολογία για να ακυρωθεί το διαζύγιό του επειδή μετάνιωσε. Ο άλλος θέλει άρθρο για να παρκάρει μόνιμα στη ράμπα ΑμεΑ γιατί βιάζεται. Κάποιος απαιτεί ειδική ρύθμιση ώστε η πεθερά του να μένει υποχρεωτικά σε άλλη περιφέρεια. Ένας πιο προχωρημένος ζητά νόμο που να ακυρώνει παλιές κουβέντες που ειπώθηκαν σε καβγά, με αναδρομική ισχύ. Έτσι το ελληνικό κράτος μετατρέπεται σιγά σιγά σε drive through νομοθέτησης. Παραγγέλνεις πρόβλημα, παίρνεις τροπολογία, συνεχίζεις τη ζωή σου. Δημοκρατία με γρήγορη εξυπηρέτηση, χωρίς περιττές ερωτήσεις.
Κάθε άνθρωπος που έχει εξουσία τείνει να την καταχράται, μέχρι να βρει όρια
Μοντεσκιέ
Η Τέχνη της Αξιοκρατίας και Άλλες Φαντασιώσεις
Στην ετερόφωτη αυλή του επιτελικού κράτους, όπου οι καθρέφτες δεν αντανακλούν την πραγματικότητα αλλά τις επιθυμίες των στενών συμβούλων, ένα ερώτημα αρχίζει να αιωρείται σαν καπνός από άρωμα χθεσινού πούρου, «Θα καλυφθούν οι κενές θέσεις με ανθρώπους άξιους, ή με ανθρώπους αρεστούς;»
Η παραίτηση ορισμένων, η φυγή άλλων προς την πολιτική αρένα (όπου ελπίζουν να γίνουν κάτι μεταξύ ήρωα και influencer), έχει αφήσει πίσω της ένα μικρό Βατερλό διοίκησης, σε πολλούς οργανισμούς. Κι όμως, αντί να σημάνει συναγερμός για τον εντοπισμό των καλύτερων, των ικανών, των φωτισμένων τέκνων της παράταξης, παρατηρούμε μια γαλήνη. Μια ύποπτη γαλήνη, μια γαλήνη του τύπου: “Κάτι ψήνεται, αλλά δεν μυρίζει ακόμα τίμιο.”
Οι συνεργάτες του Πρωθυπουργού, αυτοί οι μοντέρνοι δούκες της σύγχρονης διακυβέρνησης, βρίσκονται λοιπόν μπροστά σε έναν καθρέφτη που τους προκαλεί. Όχι να επιλέξουν ό,τι συμφέρει, αλλά ό,τι αξίζει. Όχι όποιον γελάει δυνατά στα αστεία τους, αλλά όποιον μπορεί να σταθεί όρθιος σε μια αίθουσα με προβλήματα και να μη χρειάζεται σκονάκι από το Μαξίμου. Αλλά εδώ είναι το ερώτημα: Έχουν την τόλμη να κοιτάξουν κατάματα το χάος της μετριότητας και να πουν: “Όχι άλλο;”
Διότι η πραγματική ανανέωση δεν έρχεται με νεανικά πρόσωπα που απλώς άλλαξαν το χρώμα της γραβάτας. Έρχεται με πρόσωπα που έχουν την ευφυΐα να σκεφτούν, την ακεραιότητα να αντέξουν και την ανεξαρτησία να διαφωνήσουν όταν χρειάζεται. Πράγματα σπάνια, σχεδόν ,ύποπτα σπάνια, στο κυβερνητικό μας πανηγύρι.
Εν κατακλείδι, η ώρα δεν είναι για τακτοποιήσεις αλλά για δοκιμασίες. Και η δοκιμασία είναι μία, μπορούν οι στενοί συνεργάτες του Πρωθυπουργού να αποδείξουν ότι το “άριστοι” δεν ήταν απλώς λέξη-κράχτης σε προεκλογικό φυλλάδιο;
Οι θέσεις δεν κάνουν τους ανθρώπους σημαντικούς· οι άνθρωποι κάνουν τις θέσεις σημαντικές.
Θουκυδίδης
Μπροστινοί Α.Ε ,πάρτε έναν παππού, φορέστε του ένα ΚΑΔ και ανοίξτε κλαμπ!
Κάλλιο αργά παρά ποτέ, λέει ο λαός. Αλλά όταν το «αργά» φτάνει να ισούται με δεκαετίες ασυδοσίας, φορολογικής ζούγκλας και κρατικής υπνηλίας, τότε δεν μιλάμε για καθυστέρηση , μιλάμε για κανονικό λήθαργο. Σαν να είχαμε βάλει το κράτος στον αυτόματο πιλότο… και μάλιστα με χαλασμένο GPS.
Στη Θεσσαλονίκη λοιπόν, η ΑΑΔΕ , σε μια κρίση ξαφνικής διαύγειας άρχισε να ψάχνει τους λεγόμενους «μπροστινού», εκείνους τους συμπαθείς ηλικιωμένους που μια μέρα τους είπαν «παππού, βάλε το ΑΦΜ σου να ανοίξουμε ένα μαγαζάκι, τι σε νοιάζει, εσύ θα κάθεσαι σπίτι»… και την άλλη τους έσερναν αυτόφωρο γιατί στο “μαγαζάκι” σέρβιραν ποτά-μπόμπες και χόρευαν 16χρονοι με φέικ ταυτότητες.
Για χρόνια λοιπόν, οι πραγματικοί ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων εστίασης και διασκέδασης , εκείνοι με τις λιμουζίνες και τα stories από Ντουμπάι , κρύβονταν πίσω από μια στρατιά από «μπροστινούς». Σαν να φτιάχνεις επιχείρηση με σύστημα delivery ευθυνών. Εσύ εισπράττεις, άλλος χρεώνεται. Κι όλα αυτά, υπό το διακριτικό βλέμμα του κράτους που, προφανώς, είχε πιάσει στασίδι στο VIP του μαγαζιού και απολάμβανε τη σαμπάνια της απραξίας.
Οι έλεγχοι τώρα ξεκίνησαν και , ω του θαύματος, φέρνουν και αποτελέσματα… Αναστάτωση στο κύκλωμα, λένε οι πληροφορίες. Μα τι λες; Δεν το περίμενε κανείς ότι οι επιχειρηματίες της βιτρίνας θα ενοχλούνταν που τους ψάχνουν. Αίσχος! Να θίγεται η ιερή τους ανωνυμία! Τόσα χρόνια τους άφηναν στην ησυχία τους να κάνουν τον τζίρο τους, να κουρεύουν τα χρέη τους και να πληρώνει τα σπασμένα ένας συνταξιούχος με πίεση και δυο μπαϊπάς, κι έρχεται τώρα το κράτος να τους τα χαλάσει.
Το ακόμα πιο ειρωνικό; Ότι οι νόμιμοι επιχειρηματίες, αυτοί που πληρώνουν ΕΦΚΑ, ΦΠΑ και ΦΠΑ επί του ΦΠΑ , αντιμετωπίζουν αθέμιτο ανταγωνισμό από τα φαντάσματα της νύχτας με ΑΦΜ από το 1973. Και η πολιτεία; Μόνο όταν το καράβι έχει πιάσει πάτο, θυμάται να ρίξει άγκυρα. Παραλογισμό ενός κράτους που ψηφίζει αμέτρητους νόμους, μόνο και μόνο για να μην εφαρμόζει κανέναν όταν θίγονται τα μεγάλα συμφέροντα. Μια πολιτεία γεμάτη νομοθετική φλυαρία και εκτελεστική αφωνία.
Αλλά τέλος πάντων. Καλώς τα δεχτήκαμε τα αυτονόητα. Τώρα, ας δούμε και αν το κράτος έχει τα κότσια να ξεμπροστιάσει επιτέλους τους «μπροστινούς» και να φτάσει στα αφεντικά τους. Ή αν θα μείνουμε με το θέαμα, χωρίς την κάθαρση.
Είναι επικίνδυνο να έχεις δίκιο σε ζητήματα όπου οι ισχυροί έχουν άδικο
Βολταίρος
Σουβλάκι στα 4.20€ και Καφές για την Ψυχή, ο Νεοέλληνας στο Ίντερνετ της Απόγνωσης
Τι Ψάχνουν οι Έλληνες; Αν επιχειρήσει κανείς σήμερα να κάνει μια σοβαρή μελέτη πάνω στο τι απασχολεί τον σύγχρονο Έλληνα, κινδυνεύει να βρεθεί με το κεφάλι χωμένο σε τρεις διαφορετικές εφαρμογές, δύο delivery apps, μια σελίδα με συνωμοσίες και μια ανοιχτή καρτέλα με προσφορές στο σουπερμάρκετ. Οι Έλληνες το 2026 λοιπόν, με την σοβαρότητα του Διογένη και την απελπισία του Πολυδεύκη, αναρωτιούνται τα εξής καίρια:
– “Γιατί το σουβλάκι έφτασε τα 4.20€;”
– “Θα βγει η Έφη Θώδη στο Survivor;”*
– “Μήπως τελικά ο πληθωρισμός είναι ενεργειακός; Ή φταίει η μάνα μου που αφήνει το θερμοσίφωνα ανοιχτό;”
Σε πολιτικό επίπεδο, κυριαρχεί ένα υπαρξιακό ερώτημα, “Μα γιατί δεν μας σώζει κανείς; Ένας Περικλής βρε αδερφέ, ένας Καποδίστριας , έστω χωρίς το δράμα στο τέλος!” Αλλά όταν εμφανιστεί κάποιος και πει “Θα φτιάξω την Ελλάδα!”, τον κοιτούν καχύποπτα σαν να είπε “Θα φτιάξω μουσακά χωρίς μπεσαμέλ.” Εδώ το ζήτημα δεν είναι η αλήθεια, αλλά ποιος έχει το πιο ψαγμένο TikTok βίντεο να την αποδείξει.
Στο ερωτικό, οι Έλληνες ζουν μια εποχή υπερπληροφορίας και υποπραγματικότητας. Ο καθένας έχει πέντε apps, δεκαπέντε matches, και μηδέν συνοχή. Ο έρωτας έχει καταντήσει σαν την ΕΡΤ2: όλοι ξέρουν ότι υπάρχει, αλλά κανείς δεν την βλέπει. Τα φλερτ αρχίζουν με emojis, τελειώνουν με ghosting, και στο ενδιάμεσο παρεμβάλλεται μια ανάλυση ψυχολογικών τραυμάτων στο πρώτο ραντεβού. Η μόνη σταθερά ερωτική σχέση πια είναι αυτή με την καφετιέρα.
Και την ώρα που η χώρα καίγεται, μεταφορικά, αλλά και κυριολεκτικά κάθε καλοκαίρι,– στα social media μαίνεται το πιο επικό δίπολο της εποχής, από τη μία οι φανατικοί του “Γρηγόρη του Delivery Boy με Πτυχίο Φιλοσοφικής” και από την άλλη οι ακόλουθοι της “Γεωργίας από τη Λάρισα που κάνει tarot live στο TikTok και προβλέπει το μέλλον“. Εκεί έχει φτάσει ο σύγχρονος διάλογος, δεν ανταλλάσσουμε πια ιδέες, ανταλλάσσουμε vibes. Και καμιά φορά και χειρονομίες. Τελικά, ο Έλληνας σήμερα δεν θέλει πολλά. Λίγο ήλιο, λίγο κρασί, λίγο TikTok, και λίγη λογική, αν υπάρχει κάπου σε απόθεμα. Αλλά επειδή η λογική σπανίζει, κάνουμε χιούμορ.
Η ζωή χωρίς γιορτή είναι ένας μακρύς δρόμος χωρίς πανδοχείο.
Δημόκριτος
Το Υπουργείο Εξαγγελιών και η Δημοκρατία του Excel
Υπάρχει ένα μυστικό υπουργείο που δεν θα το δείτε σε πινακίδα, γιατί η πινακίδα ακόμα “ολοκληρώνεται”. Λέγεται Υπουργείο Εξαγγελιών. Εκεί δεν παράγονται νόμοι, δεν λύνονται προβλήματα, δεν σφίγγουν βίδες σε νοσοκομεία ούτε μπαλώνουν δρόμους. Παράγονται προτάσεις για να παραχθούν σχέδια για να συσταθούν ομάδες εργασίας που θα καταλήξουν σε ένα συγκινητικό PDF με τίτλο: «Οδικός Χάρτης: Από την Ομίχλη στο Φως (Έκδοση 7.3)».
Κάθε πολιτικός κύκλος είναι σαν εποχικό μενού. Άνοιξη: “Νέα αρχή”. Καλοκαίρι: “Ανάπτυξη”. Φθινόπωρο: “Μεταρρυθμίσεις”. Χειμώνας: “Δύσκολες αποφάσεις”. Η κοινωνία; Είναι ο πελάτης που πληρώνει, αλλά του σερβίρουν φωτογραφίες φαγητού αντί για φαγητό. Κι όταν ρωτάει “πότε θα έρθει το πιάτο;”, του απαντούν: “Μα ήδη το απολαμβάνετε, είναι εμπειρία!”
Στο Υπουργείο Εξαγγελιών έχουν βρει και το τέλειο εργαλείο, την Επιτροπή. Η επιτροπή είναι ο τρόπος της πολιτικής να λέει “όχι” με έξι συλλαβές και ένα λογότυπο. Είναι σαν να καλείς υδραυλικό για πλημμύρα και να σου στέλνει αρχιτέκτονα να σχεδιάσει “μια βιώσιμη σχέση με το νερό”. Εν τω μεταξύ, το σαλόνι σου γίνεται ενυδρείο και τα χρυσόψαρα απαιτούν επίδομα.
Και να που η σάτιρα γίνεται ρεπορτάζ, στις πρόσφατες πλημμύρες στην Άνω Γλυφάδα, έγινε χαμός από νερά, λάσπες, αγανάκτηση και μετά το γνώριμο εθνικό σπορ, το πινγκ-πονγκ ευθυνών. Ο δήμος δείχνει την περιφέρεια, η περιφέρεια δείχνει “το κράτος”, το κράτος δείχνει “την κλιματική κρίση”, η κλιματική κρίση δεν έχει γραφείο Τύπου να απαντήσει, οπότε κερδίζει πάντα. Κι ο πολίτης, αντί για αντλία, παίρνει ανακοίνωση. Αντί για έργο, παίρνει υπόσχεση. Αντί για φρεάτιο που λειτουργεί, παίρνει μια φράση που αρχίζει με “θα” και τελειώνει με “σύντομα”.
Και βέβαια, όταν κάτι πάει στραβά, υπάρχει πάντα η μαγική φράση: “Δεν φταίμε εμείς ,παραλάβαμε καμένη γη.” Η καμένη γη όμως είναι πλέον εθνικό μνημείο, την παραλαμβάνουν, την παραδίδουν, την ξαναπαραλαμβάνουν, κι εμείς απλώς την ποτίζουμε με φόρους για να ανθίσουν… δελτία Τύπου.
Το πιο σατανικό; Ότι στο τέλος συνηθίζεις. Μαθαίνεις να ζεις με τη “μετάβαση”, να τρως “πιλοτικά μέτρα” για πρωινό και να πιστεύεις πως η ελπίδα είναι πρόγραμμα που “τρέχει” σε παλιό λειτουργικό, κολλάει, κάνει επανεκκίνηση, αλλά πάντα υπόσχεται αναβάθμιση.
Το μόνο που έχουμε να φοβηθούμε είναι ο ίδιος ο φόβος
Franklin D. Roosevelt
Γροιλανδία, το παγόβουνο του εθνικού διλήμματος
Μα τι θέλουν, τέλος πάντων, αυτοί οι Γροιλανδοί; Εδώ και δεκαετίες μάχονται με παγωμένο πείσμα για να αποκτήσουν μεγαλύτερη ανεξαρτησία από τη μητέρα-Δανία. Και το κατάφεραν, δική τους κυβέρνηση, δική τους σημαία, ακόμα και η πρωτεύουσα τους, Νούουκ, έχει όνομα που ακούγεται σαν να φτιάχτηκε αποκλειστικά για να μην την προφέρει ποτέ σωστά κανείς εκτός Αρκτικής. Εκεί που νομίζεις πως είναι φτέρνισμα, τελικά είναι η πρωτεύουσα.. Κι εκεί που περιμένεις το επόμενο βήμα, την πλήρη ανεξαρτησία, τους βλέπεις τώρα να τυλίγονται σφιχτά με τη δανική σημαία σαν φαλαινίσια κουβέρτα.
Κι εκεί μπαίνει ο Τραμπ. Σαν μοντέρνος Κολόμβος με κόκκινη γραβάτα, δεν ζητά να «ανακαλύψει» τη Γροιλανδία ,απλώς να την… αγοράσει. Όχι με βία, φυσικά! (Όχι, όχι, ποτέ βία. Εκτός αν αναγκαστεί. Αλλά δε θα αναγκαστεί. Εκτός αν αναγκαστεί.)
Το πραγματικά σουρεαλιστικό όμως δεν είναι η πρόταση του Τραμπ. Είναι η αντίδραση των Ευρωπαίων. Μια αμήχανη, διπλωματία της μούγκας, οι μεν γελούν σνομπίστικα, οι δε φοβούνται μήπως το “αστείο” γίνει τετελεσμένο. Άλλοι βλέπουν μια αμερικανική βάση μέσα στον Αρκτικό κύκλο άλλοι απλώς βλέπουν… σπάνια ορυκτά. Κανείς, ωστόσο, δεν βλέπει τους ίδιους τους Γροιλανδούς.
Γιατί αυτό είναι το μέγα ευρωπαϊκό ταλέντο, να μιλάνε για λαούς, χωρίς τους λαούς. Ολόκληρη η κουβέντα γίνεται για τη Γροιλανδία λες και είναι αδέσποτο φιλέτο, ή ένας παγετώνας που περιμένει τον επόμενο κατακτητή. Ρώτησε κανείς τι θέλουν οι 55.000 ψυχές εκεί πάνω; Μήπως, αν γινόταν δημοψήφισμα, η Δανία να έτρωγε ένα πολιτισμένο «tak for nu» ( ευχαριστώ, γεια σας προς το παρόν, στα Δανέζικα) και οι Γροιλανδοί να φορούσαν αστερόεσσα γαλότσα;
Και τελικά, όσο οι Ευρωπαίοι στρογγυλεύουν τις λέξεις και αλληθωρίζουν από διπλωματική αμηχανία, ο Τραμπ κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα, τους μπερδεύει όλους χειρότερα κι από GPS σε ελληνικό νησί, μπορεί να είναι ακραίος, αλλά τουλάχιστον δεν είναι αόρατος.
Για να πεις τι είναι η δικαιοσύνη, πρέπει πρώτα να ρωτήσεις τον πιο αδύναμο
Μοντεσκιέ