Φαιδρά Πορτοκαλέα #030: Ο ανασχηματισμός, η κουκλίτσα, η ψευδοροφή, η μπλοκοκρατία, η μάχη Τιτάνων, Ο Μητροπολίτης, η τεχνητή νοημοσύνη και ο μεσίτης-υποψήφιος…..
Και η πόλη μένει να αναρωτιέται όχι ποιος έφυγε ή ποιος ήρθε, αλλά πότε επιτέλους θα αλλάξει κάτι ουσιαστικά...
Όταν αλλάζουν οι καρέκλες, αλλά μένουν οι σκιές
Κάθε ανασχηματισμός στον Δήμο Θεσσαλονίκης συνοδεύεται από την ίδια σχεδόν τελετουργία. Ευχαριστίες, χαμόγελα, δηλώσεις περί «νέας αρχής» και ένα συλλογικό νεύμα κατανόησης από όλους μας, σαν να λέμε έτσι είναι αυτά, αλλάζουν οι άνθρωποι, προχωράμε. Μόνο που εδώ υπάρχει ένα ενοχλητικό ερώτημα που επιμένει, όπως η υγρασία στα νεοκλασικά της πόλης. Αν οι αντιδήμαρχοι Επιχειρηματικότητας, Παντελής Καζαντζίδης και Δημοτικής Αστυνομίας, Κώστας Τσιαπακίδης έκαναν καλά τη δουλειά τους, γιατί αντικαταστάθηκαν;;;;
Η επιχειρηματικότητα στη Θεσσαλονίκη είναι σαν τον καφέ στο πλαστικό ποτήρι, όλοι τη διαφημίζουν, λίγοι την πίνουν ευχάριστα. Ο μικρός επαγγελματίας ζητά απλά πράγματα, καθαρές διαδικασίες, ίσους κανόνες, προστασία από την αυθαιρεσία. Αντ’ αυτού συχνά βρίσκει μπροστά του έναν λαβύρινθο από άδειες, ανοχές και σιωπές. Κι όταν ο αρμόδιος αντιδήμαρχος αλλάζει, η εύλογη απορία δεν είναι αν θα έρθει καλύτερος, αλλά αν ο προηγούμενος πρόλαβε ποτέ να γίνει χρήσιμος.
Από την άλλη η Δημοτική Αστυνομία, θεσμός παρεξηγημένος όσο και απαραίτητος. Ο πολίτης δεν ζητά θαύματα, ζητά να περπατά χωρίς να σκοντάφτει σε τραπεζοκαθίσματα, να μη φοβάται ότι ο δρόμος ανήκει στον πιο θορυβώδη ή στον πιο θρασύ. Όταν όμως η παραβατικότητα μοιάζει να έχει μόνιμη ασυλία και οι έλεγχοι εμφανίζονται επιλεκτικοί, τότε η προστασία του κοινού μετατρέπεται σε θεωρητική έννοια, κατάλληλη μόνο για δελτία Τύπου.
Και εδώ γεννιέται η πιο άβολη σκέψη. Μήπως τελικά αυτοί οι τομείς δεν κρίνονται με βάση την αποτελεσματικότητα, αλλά με βάση την αντοχή τους στις πιέσεις. Μήπως τα οργανωμένα συμφέροντα, νόμιμα και μη, έχουν μεγαλύτερη επιρροή από τους νοικοκυραίους επιχειρηματίες και τους απλούς πολίτες. Σε αυτή την περίπτωση ο ανασχηματισμός δεν είναι τιμωρία ή επιβράβευση, αλλά απλώς ανακύκλωση προσώπων σε ένα σύστημα που δυσκολεύεται να συγκρουστεί με ό,τι το φοβίζει.
Και η πόλη μένει να αναρωτιέται όχι ποιος έφυγε ή ποιος ήρθε, αλλά πότε επιτέλους θα αλλάξει κάτι ουσιαστικά.
Το μεγαλύτερο κακό δεν γίνεται από εκείνους που επιδιώκουν το κακό, αλλά από εκείνους που δεν κάνουν τίποτα για να το αποτρέψουν
Χάνα Άρεντ, Γερμανοεβραία φιλόσοφος και θεωρητικός
Η κουκλίτσα και η λάθος συγνώμη…..
Η Βουλή δεν είναι ινστιτούτο καλών τρόπων, ούτε σαλόνι με σερβίτσια για να μετράμε τις λέξεις με το κουταλάκι. Είναι πολιτικό πεδίο σύγκρουσης, με φωνές, εγωισμούς και νεύρα, πολλά νεύρα. Κι όμως, στο πρόσφατο επεισόδιο ανάμεσα στον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο της Νέας Δημοκρατίας Δημήτρη Καιρίδη και τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, το λιγότερο συζητημένο στοιχείο ήταν η πραγματική αφετηρία της έντασης, ο χαρακτηρισμός απατεώνας, ειπωμένος με εκείνη τη γνωστή άνεση της μόνιμης καταγγελίας, που στην περίπτωση της Κωνσταντοπούλου δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά τρόπο ζωής.
Ο Καιρίδης αντέδρασε άσχημα, το παραδέχτηκε και ο ίδιος, το «άσε μας ρε κουκλίτσα μου» δεν είναι φράση που κοσμεί κοινοβουλευτική διαδικασία, είναι προϊόν στιγμιαίου εκνευρισμού, ανθρώπινο μεν, άστοχο δε. Μέχρι εδώ, όλα καθαρά. Το πολιτικό θέατρο όμως άρχισε όταν εμφανίστηκε ο Νίκος Δένδιας.
Ο Νίκος Δένδιας έσπευσε να ζητήσει συγγνώμη με την ταχύτητα ανθρώπου που φοβάται τον θόρυβο περισσότερο από την αδικία. Όχι μια συγγνώμη για να πέσουν οι τόνοι, αλλά μια συγγνώμη επιδεικτική, δημόσια, σχεδόν παιδαγωγική, από αυτές που δεν ηρεμούν καταστάσεις αλλά αδειάζουν συναδέλφους. Σαν αυστηρός επιμελητής καλών τρόπων, έσπευσε να δείξει ποιος κρατάει το εγχειρίδιο ευπρέπειας, αφήνοντας τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο της παράταξής του πολιτικά γυμνό.
Και κάπου εκεί χάθηκε η μπάλα. Διότι άλλο πράγμα ο πολιτικός πολιτισμός και άλλο η θεσμική υπερβολή. Όταν σε αποκαλούν απατεώνα, δεν περιμένεις τον υπουργό σου να βγει μπροστά και να σου τραβήξει το αυτί σε κοινή θέα. Περιμένεις στοιχειώδη πολιτική κάλυψη και μετά, αν χρειάζεται, μια ήσυχη παρατήρηση πίσω από κλειστές πόρτες. Όχι μια συγγνώμη που μετατρέπει τον θύτη σε δικαιωμένο και τον εκνευρισμένο σε απολογούμενο.
Η Κωνσταντοπούλου έκανε αυτό που ξέρει καλύτερα, προκάλεσε και ύψωσε τους τόνους. Ο Καιρίδης ξέφυγε για μια στιγμή. Ο Δένδιας όμως κατάφερε κάτι πιο εντυπωσιακό, να μετατρέψει μια άγαρμπη ατάκα σε πολιτικό αυτογκόλ πρώτης γραμμής. Όχι από ευαισθησία, αλλά από υπερβάλλοντα ζήλο αυτοπροστασίας.
Και τελικά έμεινε αυτό, όχι η προσβολή, αλλά η συγγνώμη που ειπώθηκε πριν καν κρυώσει ο θυμός.
Στη δημόσια ζωή δεν υπάρχουν δεύτερες ευκαιρίες για να κάνεις πρώτη εντύπωση
Όσκαρ Ουάιλντ
Κατέρρευσε η ψευδοροφή, όχι όμως και το PR
Στη χώρα όπου οι ψευδοροφές πέφτουν με μεγαλύτερη συνέπεια απ’ ό,τι οι κυβερνήσεις, σημειώθηκε ένα ακόμα “μεμονωμένο περιστατικό” αυτή τη φορά σε εμπορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης. Ποιο εμπορικό; Ε, τώρα, μην τα θέλετε και όλα. Στην Ελλάδα της διαφημιστικής λεπτότητας, είναι ευκολότερο να μάθεις τι έφαγε χτες η Μενεγάκη παρά να διαβάσεις το όνομα του καταστήματος όπου τραυματίστηκε μια γυναίκα από κατάρρευση ψευδοροφής.
Τα μέσα ενημέρωσης, πάντοτε σε ετοιμότητα να στηρίξουν την αλήθεια, με το αζημίωτο , αναφέρονται στο περιστατικό σαν να έγινε σε κάποια μυστική τοποθεσία, τύπου Area 51. Οι υπεύθυνοι του καταστήματος εξέφρασαν, λέει, τη “λύπη” τους. Όχι για την ψευδοροφή. Για την κακή τύχη που τους ανάγκασε να μπουν στα media δίχως έγκριση του marketing.
Η εταιρεία τόνισε ότι “διερευνά το περιστατικό”, δηλαδή θα καλέσει κάποιον φίλο της με ένα μέτρο και ένα τσιρότο. Όλοι βέβαια ευχαριστούν την “άμεση επέμβαση των αρμοδίων”. Ναι, των αρμοδίων για τη συγκάλυψη την επωνυμίας του εμπορικού κέντρου!!! Και ο απλός πολίτης; Μαθαίνει ξανά πως το πιο στέρεο πράγμα σε αυτή τη χώρα είναι η σιωπή, ιδίως όταν διαφημίζεται.
Η ελευθερία του Τύπου ισχύει μόνο για εκείνους που τον κατέχουν
- Liebling,Αμερικανός δημοσιογράφος και συγγραφέας, γνωστός για το οξυδερκές, ειρωνικό και συχνά καυστικό του ύφος
Η Μπλοκοκρατία των Τρακτέρ, όταν ο νόμος κοιτάζει αλλού
Στην Ελλάδα, πέρα από υπουργεία, δήμους και ανεξάρτητες αρχές, έχει καθιερωθεί σιωπηρά και ένα ακόμη όργανο εξουσίας, άτυπο αλλά απολύτως λειτουργικό, το μπλόκο, όχι ως λέξη αλλά ως κατάσταση, ως δύναμη που βαφτίζεται αυτονόητη και αποκτά δικαιώματα χωρίς να τα έχει ζητήσει, με το μπλόκο της τάδε εθνικής, το μπλόκο της άλλης διασταύρωσης, τη συνέλευση των μπλόκων και τις αποφάσεις των μπλόκων να ακούγονται σχεδόν σαν ανακοινώσεις επίσημου φορέα.
Και εκεί κάπου ο απλός άνθρωπος στέκεται και απορεί, γιατί θυμάται ότι υπήρχαν αγροτικοί σύλλογοι, ομοσπονδίες, ενώσεις, εκπρόσωποι με γραφεία, χαρτιά και σφραγίδες, και αναρωτιέται πού χάθηκαν όλοι αυτοί και γιατί κανείς δεν τους ακούει πια, μήπως γιατί δεν έχουν αρκετή ιπποδύναμη, μήπως γιατί δεν βγαίνουν στην άσφαλτο, μήπως γιατί μιλούν αντί να μπλοκάρουν, σε μια χώρα όπου αν δεν κλείσεις δρόμο θεωρείσαι αόρατος.
Το μπλόκο δεν είναι απλή διαμαρτυρία, είναι εργαλείο πίεσης βαρέως τύπου, είναι η επιλογή να μη μιλήσεις αλλά να σταματήσεις, να μη διαπραγματευτείς αλλά να κόψεις, να μη ζητήσεις αλλά να επιβάλεις, και το κράτος κάνει πως καταλαβαίνει γιατί τα αιτήματα είναι δίκαια, πάντα δίκαια, τόσο δίκαια που θεωρούνται αυτομάτως ανώτερα από τον νόμο, την ελεύθερη μετακίνηση και την καθημερινότητα χιλιάδων ανθρώπων που απλώς προσπαθούν να πάνε στη δουλειά τους.
Την ίδια στιγμή ο απλός πολίτης περνάει ένα κόκκινο φανάρι και πληρώνει πρόστιμο που τον πονάει, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς κατανόηση, χωρίς διάλογο, γιατί εκεί ο νόμος είναι αυστηρός και καθαρός, εκτός αν απέναντί του έχει πολλά τρακτέρ, οπότε μετατρέπεται σε κουβέντα, σε συζήτηση, σε πολιτισμένο διάλογο με καφέ και δηλώσεις.
Δεν ζούμε αναρχία, ζούμε επιλεκτική τάξη, ένα σύστημα όπου ο νόμος εφαρμόζεται με ακρίβεια χειρουργική στον μεμονωμένο και με ευγενική αδιαφορία στον οργανωμένο, ένα κράτος που δείχνει πυγμή εκεί που δεν θα ενοχλήσει και κατανόηση εκεί που φοβάται το πολιτικό κόστος.
Και έτσι το μάθημα γίνεται απλό και λαϊκό, αν θες να σε ακούσουν μην μιλάς ήσυχα, αν θες λύση μην περιμένεις, αν θες δικαιοσύνη μην ελπίζεις, απλώς μπλόκαρε.
Δεν πρέπει να φοβόμαστε τους νόμους, αλλά αυτούς που τους καταπατούν
Δημοσθένης
Μάχη Τιτάνων στη Μητρόπολη του Τσουρεκιού, οι Περιφερειακές Εκλογές ως Eurovision χωρίς μουσική
Και ενώ ο κόσμος καίγεται, κυριολεκτικά και μεταφορικά , στη Β’ Θεσσαλονίκης παίζεται το πολιτικό σίκουελ της χρονιάς «Ποιος θα φορέσει το στέμμα του Περιφερειάρχη;», Θόδωρος Καράογλου ή Κώστας Γιουτίκας; Ή μήπως… και οι δύο;
Ο μεν Καράογλου, παλαίμαχος των βουλευτικών εδράνων και σταθερός στην ώρα του σαν δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ, έταξε ραντεβού στις 7 Μαρτίου,σα να λέμε, του Αγίου Βουλευτοαναχωρητή. Εκεί, λέει, θα μας πει το “μυστικό” που “όλοι το ξέρουν”, εκτός ίσως από την ίδια τη Νέα Δημοκρατία που ακόμα ψάχνει αν θα τον κρατήσει στη λίστα για τις βουλευτικές ή θα τον αφήσει να βγει στην… περιφερειακή σύνταξη.
Στην αντίπερα όχθη της πολιτικής όπερας, ο αντιπεριφερειάρχης Κώστας Γιουτίκας, με βλέμμα που λέει «είμαι έτοιμος για όλα εκτός από το να περιμένω», δηλώνει χωρίς περιστροφές ότι το 2028 θα είναι υποψήφιος Περιφερειάρχης. Ούτε οι Ολυμπιακοί Αγώνες δεν έχουν τόσο μακρινό πλάνο. Το ερώτημα όμως είναι, μέχρι τότε, θα μπει κι αυτός στις βουλευτικές για να μη μένει εκτός πολιτικής πρίζας; Κάποτε ίσως πάρουμε απάντηση ή και όχι, ή και ναι, αλλά με “αστερίσκους” ,’η με emoticons. Οι Θεσσαλονικείς δημοσιογράφοι, εν τω μεταξύ, έχουν μετατραπεί σε μίγμα ανακριτών της CIA και παιδιών που περιμένουν δώρο από τον Άγιο Βασίλη: «Θα μας το πει; Δε θα μας το πει; Θα πει κάτι άλλο; Τι φοράει σήμερα;»
Ένα είναι βέβαιο, η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον πολιτικά κι από το αν θα κλείσει ποτέ η Τούμπα για ανακαίνιση. Εν αναμονή λοιπόν… πολιτικών απαντήσεων, υποψηφιοτήτων….
Ο κόσμος θα ήταν πολύ καλύτερος αν οι πολιτικοί έχαναν την ικανότητα να μιλούν και διατηρούσαν μόνο την ικανότητα να ενεργούν
André Gide, Νομπελίστας συγγραφέας, φιλόσοφος
Ο Μητροπολίτης και το Lifestyle
Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Φιλόθεος μοιάζει να έχει καταλάβει κάτι που πολλοί αγνοούν, στη σύγχρονη εποχή, αν δεν σε δει η κάμερα, είναι σαν να μην υπάρχεις. Κι έτσι, με την ποιμαντική ράβδο στο ένα χέρι και την επικοινωνιακή στρατηγική στο άλλο, εμφανίζεται πρόθυμος να συνεργαστεί με τον Δήμο και την κοινωνία, να μιλήσει για ποιότητα ζωής, σεβασμό και ομορφιά, όλα σε πακέτο, ιδανικά για δελτίο ειδήσεων και συνεντεύξεις!!!
Δηλώνει, μάλιστα, ότι δεν του αρέσουν τα συνθήματα στους τοίχους. Κατανοητό. Οι νέοι, λέει, έχουν ανάγκη από ομορφιά και όχι από μουτζούρες. Εδώ, βέβαια, γεννάται το εύλογο ερώτημα, η ομορφιά έρχεται με σπρέι ή με catering; Διότι από την ενθρόνισή του και μετά, το προαύλιο της Μητρόπολης και άλλων ναών, θυμίζουν λιγότερο χώρο περισυλλογής και περισσότερο all-inclusive πακέτο «γάμος-βάπτιση-φωτογράφηση-ήχος».
Δεν λέμε, μια μικρή δεξίωση στην αυλή, ανθρώπινο είναι. Όμως όταν βλέπεις ηχεία, μπουφέδες ανάλογους των βαλαντίων και χαμόγελα επαγγελματικού επιπέδου έξω από τον Μητροπολιτικό Ναό, αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν μπαίνεις σε εκκλησία ή σε χώρο εκδηλώσεων με θεολογικό concept. Κάπου εκεί, το θυμίαμα μπλέκεται νοερά με τον ήχο από τα ηχεία και η κατάνυξη παίρνει pause για να ανέβει story.
Ο Μητροπολίτης μιλά για συμβουλευτικό και παρεμβατικό ρόλο στη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Πολύ σωστά. Μόνο που εδώ η ποιότητα ζωής φαίνεται να περνά πρώτα από την ποιότητα εικόνας. Η Εκκλησία δεν είναι πια μόνο κιβωτός πίστης είναι και πλατφόρμα. Και ο ποιμενάρχης, εκτός από πνευματικός πατέρας, κάτι σαν brand ambassador της ηθικής.
Ίσως, τελικά, να μην έχουμε πρόβλημα με το ότι η Εκκλησία άνοιξε στην κοινωνία. Το ερώτημα είναι αν άνοιξε τόσο πολύ που ξέχασε να κλείσει λίγο το φως. Γιατί, κακά τα ψέματα, όταν η πίστη γίνεται event, τότε ο Θεός κινδυνεύει να περάσει απαρατήρητος σαν VIP που δεν τον αναγνώρισαν στην είσοδο……
Ὅπου γὰρ ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ καὶ ἡ καρδία ὑμῶν
(Ματθαίος 6,21)
Η Τεχνητή Νοημοσύνη και η Φυσική Βλακεία
Σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη απειλεί να αντικαταστήσει τα πάντα, από τους ποιητές έως τους πολιτικούς (και μεταξύ μας, για κάποιους δεν θα ‘ναι και τόσο μεγάλη η απώλεια), η κοινωνία στέκεται διχασμένη. Άλλοι την υμνούν σαν τον νέο Προμηθέα, που θα φέρει φως και Wi-Fi στα πέρατα της Γης, κι άλλοι τη βλέπουν ως τη νέα Πανδώρα, που ανοίγει το κουτί και μας πετάει μέσα τα ψυγεία μας με άποψη και τα πλυντήρια που μας μαλώνουν.
Μα την αλήθεια, πότε άλλοτε χρειάστηκε η ανθρωπότητα υπολογιστή για να σκεφτεί; Από τότε που οι άνθρωποι έπαψαν να χρησιμοποιούν τον εγκέφαλό τους ως εργαλείο και τον έκαναν ντεκόρ, φωνάζοντας στο Twitter ότι είναι «ελεύθερα πνεύματα» ενώ παπαγαλίζουν ό,τι βρουν μπροστά τους, η τεχνητή νοημοσύνη φάνηκε… λογική συνέχεια.
Οι κυβερνήσεις ανησυχούν μήπως οι μηχανές πάρουν τις δουλειές των ανθρώπων, μα κανείς δεν φαίνεται να ανησυχεί που οι άνθρωποι έχουν πάψει να κάνουν τη δουλειά τους εδώ και δεκαετίες. Μάλιστα, ορισμένοι συνδικαλιστές ήδη ζητούν δικαιώματα για τις μηχανές , άδεια μητρότητας για ρομπότ, για να μεγαλώνουν τα μικρά τους drones με στοργή και οθόνη αφής.
Και κάπου ανάμεσα στον πανικό, την υπερβολή και την κωμωδία, ξεχνάμε το βασικό, το πρόβλημα δεν είναι η νοημοσύνη που αποκτούν οι μηχανές, αλλά αυτή που χάνουν οι άνθρωποι. Η αλήθεια είναι πως αν φοβάσαι πως ένα κουτί με λογισμικό θα σε ξεπεράσει… ίσως ήσουν ήδη πίσω από το κουτί. Τελικά, ίσως δεν μας απειλεί η τεχνητή νοημοσύνη, αλλά η φυσική μας αμυαλιά
Πολλά είναι τα τρομερά στον κόσμο, αλλά τίποτα πιο τρομερό απ’ τον άνθρωπο Σοφοκλής
Θα μας πουλήσει κτίρια ή παραμύθια;
Στη Θεσσαλονίκη, εκεί όπου οι δρόμοι μοσχοβολούν μπουγάτσα και παρεξηγήσεις, κυκλοφορεί μια φήμη που αξίζει παρατήρησης, κάποιος υποψήφιος πολιτικός λέγεται πως ασκεί παράλληλα και το επάγγελμα του μεσίτη. Αλήθεια; Ψέματα; Ή μήπως η αλήθεια είναι τόσο μπερδεμένη όσο ένα συμβόλαιο προεκλογικών υποσχέσεων;
Ας υποθέσουμε πως η φήμη είναι αληθινή. Έχουμε λοιπόν έναν άνθρωπο που το πρωί δείχνει κτίρια και το βράδυ μοιράζει φυλλάδια με οράματα για μια καλύτερη πόλη, διττός ρόλος. Από τη μία, πουλάει τετραγωνικά, από την άλλη, υπόσχεται πλατείες και πεζοδρόμια γεμάτα πράσινο χωρίς, όμως, ποτέ να διευκρινίζει αν αυτά θα είναι ιδιόκτητα ή απλώς με τη μέθοδο του airbnb. Ή μήπως πρόκειται για μια σύγχρονη αλληγορία; Ο πολιτικός-μεσίτης ως αρχέτυπο: ο μεσίτης της ελπίδας, ο διαπραγματευτής του μέλλοντός μας, που μας δείχνει την πόλη όπως θα μπορούσε να είναι, με ένα μικρό αντίτιμο, την ψήφο μας. Μας περνάει από τούτο το εκλογικό ραντεβού όπως περνάμε από ένα ημιυπόγειο που «είναι φωτεινό γιατί βλέπει σε ακάλυπτο». Μια αισιόδοξη περιγραφή για κάτι που μυρίζει υγρασία.
Βεβαίως, δεν τον κατηγορούμε, μπορεί ο άνθρωπος να προσπαθεί να βγάλει τα έξοδα της προεκλογικής του εκστρατείας. Η πολιτική, όπως και η κτηματαγορά, θέλει “κλείσιμο δουλειών”. Το μόνο πρόβλημα είναι όταν δεν καταλαβαίνεις πότε σου πουλάνε ακίνητο και πότε σου νοικιάζουν μια ιδέα.
Κι αν η φήμη είναι ψευδής; Ε τότε, καλώς ήρθατε στη χώρα όπου το κουτσομπολιό είναι το μόνο πράγμα που κυκλοφορεί πιο ελεύθερα απ’ τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Η αλήθεια θυσιάζεται καθημερινά στον βωμό της καχυποψίας και του καναπέ. Σε κάθε περίπτωση, ας προσέξουμε. Ο πολιτικός-μεσίτης μπορεί να μας δείξει ένα ωραίο κτίριο στο μέλλον, αλλά να ξεχάσει να μας πει πως οι τοίχοι στάζουν «δουλίτσες»……
Πολιτική είναι η τέχνη του να ψεύδεσαι με άδεια
Βισμαρκ, Πρώσος πολιτικός και διπλωμάτης
.